Ισλαμικά Μνημεία Ιωαννίνων : Μεταξύ αποδοχής και προκατάληψης

Η υπεράσπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς και του μνημειακού χαρακτήρα της Αγιάς Σοφιάς απέναντι στην επίθεση του εθνικισμού και του θρησκευτικού φανατισμού είναι αυτονόητη στη χώρα μας. Όπως όμως θα διαβάσετε παρακάτω, κάποιων άλλων μνημείων όχι και τόσο ..

Του Γιάννη Παπαδημητρίου

Το ακόλουθο άρθρο, με τον ίδιο τίτλο και αποτελούμενο από 3 τμήματα, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον μακρινό Δεκέμβριο του 1995 στο 1ο φύλλο της «Εφημερίδας για την Ήπειρο». Στη συνέχεια υποβλήθηκε στην ελληνική επιτροπή του βραβείου Ελληνοτουρκικής Φιλίας και Ειρήνης Απντί Ιπεκτσί, στη μνήμη του δολοφονημένου από την ακροδεξιά συμμορία των «Γκρίζων Λύκων» Τούρκου δημοσιογράφου, και ο συγγραφέας του βραβεύθηκε, μαζί με άλλους πολίτες από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, τον Ιούνιο του 1997 στην Κωνσταντινούπολη. Το βραβείο Ιπεκτσί μου εξασφάλισε πολλά συγχαρητήρια από γνωστούς και αγνώστους αλλά και κάποια μέτωπα με αποκορύφωμα το υβρεολόγιο μιας ακροδεξιάς εφημερίδας, ο υπεύθυνος της οποίας πάντως υποχρεώθηκε να κάνει δήλωση συγγνώμης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και να τη δημοσιεύσει στην εφημερίδα.

Θεωρώ τη σημερινή συγκυρία απολύτως κατάλληλη για την αναδημοσίευση εκείνου του βραβευμένου άρθρου με τη διευκρίνιση ότι έχω παραλείψει ένα από τα τρία τμήματά του, που αναφερόταν στο νομικό πλαίσιο προστασίας των μνημείων, ενσωματώνοντας μία μόνο πρόταση απ’ αυτό στο βασικό κείμενο. Κατά τα λοιπά το άρθρο διατηρεί το 99,9 % της αρχικής του μορφής.
---
«Κι΄όσο πήγαινε η μέρα σαν το βαπόρι σε καλά νερά
είδα και μιναρέδες κι’ άκουσα τα μπακίρια να βελάζουν»
Μιχάλη Γκανά «Γυάλινα Γιάννενα»
 
Σε μια πόλη, που έτσι κι’ αλλιώς βαρύνεται με σοβαρές παραλείψεις στην προστασία της ιστορικής και αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς, τα ισλαμικά της μνημεία βρέθηκαν συχνά στο στόχαστρο, θεωρούμενα στίγμα και κατηγορούμενα για όλα τα δεινά της τουρκοκρατίας. Από τις πρώτες στιγμές της εισόδου του ελληνικού στρατού στα Γιάννενα μέχρι τις μέρες μας, τα ίχνη του μουσουλμανικού παρελθόντος της πόλης κινδύνεψαν αρκετές φορές με εξαφάνιση ή αλλοίωση.

 

Όχι βέβαια πως έλειψαν οι αντιστάσεις στην προκατάληψη. Ήδη από το 1923, εν μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών, η εφημερίδα «Ήπειρος» του Γεωργίου Χατζή – Πελλερέν δημοσίευσε εισήγηση υπέρ της διατήρησης των τζαμιών, προβάλλοντας την «ιδιάζουσαν κορμοστασιάν των αραιών μιναρέδων της, που αποτελούν σύνολον ιδιαιτέρας ομορφιάς και διακοσμητικόν στοιχείον το οποίον μόνον χονδροειδής ακαλαισθησία θα έυρισκεν ίσως όχι κομψόν». Τα αισθητικά επιχειρήματα του Χατζή δεν φαίνεται να συγκίνησαν ιδιαίτερα τους εκπροσώπους της εξουσίας, αν κρίνουμε από τη βαθμιαία εξαφάνιση αρκετών από τα 17 τζαμιά και ιδιαίτερα των μιναρέδων τους. Την κατεδάφιση μάλιστα με εκρηκτικές ύλες του μιναρέ του Οσμάν Τσιαούς τζαμιού, στη θέση όπου αργότερα ανεγέρθηκε η Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, την αποτύπωσε με θαυμαστή ζωντάνια ο φακός του Απόστολου Βερτόδουλου (βλ. λεύκωμα Α. Βερτόδουλου «Τα Γιάννενα στο χώρο και το χρόνο», εκδ. Δωδώνη). Ωστόσο ήταν το ίδιο το ελληνικό κράτος, που κήρυξε έγκαιρα, με Βασιλικό Διάταγμα του 1925 (ΦΕΚ 152/11-6-1925), διατηρητέα τα μνημεία του Κάστρου, σύμφωνα με τη λεπτομερή καταγραφή του τότε Εφόρου Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Α. Ξυγγόπουλου. Έτσι σώθηκαν δύο από τα σημαντικότερα τζαμιά της πόλης με τους μιναρέδες τους, το τζαμί του Ασλάν Πασά και το Φετιχιέ τζαμί, στις δύο περίοπτες γωνίες του κάστρου.

 

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, τα τζαμιά επιβίωσαν ως ιδιαιτερότητα, ίσως η πιο χαρακτηριστική της πόλης, όπως μαρτυρούν τα καρτ-ποστάλ και οι τουριστικοί οδηγοί των περασμένων δεκαετιών αλλά και πολλές από τις λογοτεχνικές αναφορές στα Γιάννενα. Όχι όμως πως το πρόβλημα λύθηκε οριστικά. Στις περιόδους έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ιδιαίτερα, δεν σταμάτησε να εμφανίζεται το είδος των εκ του ασφαλούς τουρκοφάγων.
 
Τον Ιούλιο του 1975 η εφημερίδα «Παρατηρητής» και με τον τίτλο «Απίστευτο – έγινε επίσημη πρόταση να γκρεμιστούν οι μιναρέδες ;», αποκάλυπτε την ύπαρξη επισήμου εγγράφου του τότε Νομάρχη Ιωαννίνων Χανού με ανάλογο περιεχόμενο. Όπως αποκαλύφθηκε σε μεταγενέστερο φύλλο, επρόκειτο για το υπ’ αρ. 19805/5-2-75 έγγραφο (απόρρητο) προς το Υπουργείο Πολιτισμού, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ ο φιλόδοξος Νομάρχης πρότεινε να κατεδαφιστούν οι μιναρέδες μέχρι το ύψος του εξώστη (μεκιανέ) και να τοποθετηθούν στη θέση τους «γλυπτά εντόνου τοπικής σημασίας, όπως π.χ. βους, σύμβολον της Ηπειρωτικής ισχύος, ή ο Δικέφαλος Αετός, έμβλημα του Βυζαντινού Ελληνισμού». Η εφημερίδα, αφού χαρακτήρισε την ιδέα αντισυνταγματική, σωβινιστική, εξαμβλωματική και προσβλητική, επικαλέστηκε ακόμη και τη συνηγορία του Κωστή Παλαμά υπέρ των μιναρέδων («Κι’ ο μιναρές που στέκει της ολόμαυρης και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι … όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε, σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα, στην ομορφιά σου ομορφιά απιθώσανε κι’ είναι σα απλάχνα από το δικό σου αίμα …»).
 
Ας ρίξουμε μια ματιά στο έγγραφο του κ. Χανού : «Εις την παράδοσιν, βεβαίως, δεν δύναται να συγκαταλεχθεί και η ύπαρξις δύο εισέτι ισλαμικών τεμενών … Πάντως η τούτων διατήρησις άχρι σήμερον επέδρασεν δυσμενώς εις την φήμην της πόλεως, καθ’ όσον κατακτήσασα το σχήμα των έργων λαϊκής τέχνης, ήτις τόσον επιτυχώς θεραπεύεται εις τα Ιωάννινα, κατέστησαν συνώνυμα της πορείας των …». Η επιχειρηματολογία αυτή συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο την ιδεολογική αντιμετώπιση των μνημείων και το άγχος μπροστά στην ανάμνηση του μουσουλμανικού παρελθόντος της πόλης.

 

Είναι βέβαια το ίδιο άγχος εξορκισμού των τζαμιών και αναζήτησης «εθνικά καθαρών» μνημείων, που οδήγησε στη, σχετικά πρόσφατη, επιλογή του εμβλήματος της πόλης. Πρόκειται για σύνθεση παραστάσεων εντελώς άσχετων με τη φυσιογνωμία των Ιωαννίνων, όπως το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης, που απέχει 30 χιλιόμετρα, και το κεφάλι του Ιουστινιανού από τα ψηφιδωτά της Ραβέννας, που απέχουν πάνω από 1.000. Ακόμη και η πρόταση για επιλογή του ειρηνικού πελαργού μειοψήφησε μπροστά σ’ αυτή τη σύνθεση αρχαίου – βυζαντινού. Πέραν των αισθητικών αντιρρήσεων, ας σημειώσουμε και τις παρεπόμενες συγχύσεις αυτής της επιλογής (βλ. το τμήμα «Ψηφίδες» στη συνέχεια).

 

Τους τελευταίους μήνες πάντως παρατηρείται αναθέρμανση του προβλήματος και ομοβροντία δημοσιευμάτων κατά των μιναρέδων στον τοπικό Τύπο. Άρκεσαν οι υπερβολές ενός Άγγλου δημοσιογράφου, που επισκέφθηκε τα Γιάννενα, καλύπτοντας το άτυπο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Μάρτιος 1994), και τα χαρακτήρισε νυσταγμένη πόλη, που θυμίζει τουρκοκρατία, για να ενεργοποιηθούν τα πιο αμυντικά αντανακλαστικά της τοπικής κοινωνίας. Περισσότεροι από ένας αρθρογράφοι αναθεμάτισαν τους μιναρέδες ως γάγγραινα και προσβολή για το εθνικό γόητρο ενώ κάποιος διορατικός ανακάλυψε και άλλη πηγή κινδύνων, τους Τούρκους αξιωματικούς του ΝΑΤΟ, που επισκέπτονται τα τζαμιά (!!). Ήταν επομένως φυσιολογική η αναβίωση του εθνικιστικού κιτς, που χαρακτήριζε την πρόταση του Χανού, με κάποιες παραλλαγές στις λεπτομέρειες. Να στηθεί το έμβλημα της πόλης δίπλα στα τζαμιά, σε αρκετό ύψος και ανάλογο μέγεθος, για να περιοριστεί η θέα τους, προτείνει ένας από τους αρθρογράφους. Συγκεντρωμένα πυρά κατευθύνονται επίσης εναντίον της απόφασης να φωτιστούν τα τζαμιά τη νύχτα (άραγε για να μη τα ξεχωρίζουν οι Τούρκοι ταξιδιώτες από το δρόμο του Δρίσκου ;).

 

Προφανώς δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος από τέτοια δημοσιεύματα. Ας μην υποτιμήσουμε ωστόσο τις συνέπειες στο συλλογικό υποσυνείδητο της πόλης και την καλλιέργεια ενός κλίματος ξενόφοβου και επαρχιώτικου. Η προστασία των μνημείων δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη νόμων ή ευαίσθητων υπηρεσιών όσο κυρίως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τη νοοτροπία της πόλης, τη γνώση και την αναγνώριση του πολυεθνικού της παρελθόντος, στη διάρκεια του οποίου, ας μην το ξεχνάμε, γνώρισε μερικές από τις λαμπρότερες στιγμές της ιστορίας της. Είναι ασφαλώς πρόβλημα διδασκαλίας και πρόσληψης της ιστορίας, που για μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας τα ίχνη αυτά δεν ενεργοποιούν συναισθήματα ιστορικής και αρχιτεκτονικής ευθύνης αλλά συμπλέγματα κατωτερότητας, καθόλου άσχετα με τη διαδικασία κατασκευής της νεοελληνικής ταυτότητας.

 

Σε μια εποχή, που η επιστημονική έρευνα έχει απορρίψει τους διαχωρισμούς των μνημείων σε «δικά μας» και «ξένα», που η προστασία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν βασίζεται σε επιλεκτικές σκοπιμότητες αλλά στις πραγματικές ανάγκες συντήρησης και ανάδειξης, που στο κάτω-κάτω ο πολιτιστικός τουρισμός εξασφαλίζει πόρους και ευκαιρίες απασχόλησης, η προκατάληψη βλάπτει πάνω απ’ όλα την ίδια την πόλη. Εκτός εάν ορισμένοι εμπνέονται από το παράδειγμα της γειτονικής Γιουγκοσλαβίας, όπου η εθνικιστική βαρβαρότητα δεν περιορίστηκε μόνο στις ανθρώπινες ζωές αλλά επιτέθηκε και στα «αντίπαλα» μνημεία, καταστρέφοντας το δημιουργικό έργο αιώνων του ανθρώπινου πολιτισμού.

 

Βεβαίως τα φαινόμενα εγκατάλειψης των επιστημονικών κριτηρίων της αρχαιολογικής επιστήμης και επιστροφής στα συμβολικά κριτήρια του εθνικιστικού και θρησκευτικού φονταμενταλισμού δεν λείπουν ούτε στη χώρα μας. Ας θυμηθούμε μονάχα τους λιβέλους εναντίον όσων τόλμησαν να επισημάνουν τις ανακολουθίες της Σουβαλτζή στην έρημο της Σίβα ή τους πρόσφατους βανδαλισμούς ρασοφόρων και ακροδεξιών στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης. Η ανάδειξη επομένως της ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας των μνημείων αποτελεί προτεραιότητα. Όπως λέει και ο προοδευτικός Τούρκος συγγραφέας Ασίζ Νεσίν, ο οποίος επίσης κινδύνευσε να καεί από φανατικούς ισλαμιστές στα γεγονότα της Σεβάστειας το 1993, «η τέχνη είναι αυτή, που θα φέρει κοντά τους δύο λαούς» («Ελευθεροτυπία», 21-11-1995). Ας ακούσουμε τη συμβουλή του, μακαρίτη πια, Νεσίν κι’ ας μιλήσουμε στη φιλική γλώσσα της τέχνης και της επιστήμης και όχι στην επιθετική των συμβόλων.
 
Ψηφίδες

● Η Ανδαλουσία της Ισπανίας είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περιοχή της Ευρώπης, που τιμά το μουσουλμανικό της παρελθόν και προσπαθεί να το προστατέψει. Δεν είναι τυχαίο που η Γρανάδα επιλέχθηκε ως τόπος υπογραφής της σύμβασης για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης.

 

● Ιδιαίτερη φροντίδα για την προστασία των ισλαμικών της μνημείων δείχνει και η Κύπρος, όπου έχει εκδοθεί και ειδικός οδηγός γι’ αυτά. Η πολιτική αυτή έχει συμβάλει τόσο στην, πολύτιμη διπλωματικά, καλλιέργεια στενών σχέσεων με τις αραβικές χώρες και στην προσέλκυση Αράβων τουριστών όσο και στην ιδιαίτερα σημαντική δικαστική νίκη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην υπόθεση των ψηφιδωτών της Παναγίας της Κανακαριάς, που συλήθηκαν από Τούρκους αρχαιοκάπηλους στη διάρκεια της εισβολής και στη συνέχεια πουλήθηκαν στις ΗΠΑ.

 

● Αντίθετα, το φυλλάδιο του δικού μας ΕΟΤ για τα Γιάννενα δεν αφιερώνει ούτε μία φωτογραφία στην αρχιτεκτονική των ισλαμικών μνημείων της πόλης. Μόνο το τζαμί του Ασλάν συμπεριλαμβάνεται απλώς ως στοιχείο του τοπίου σε 2 φωτογραφίες, ασήμαντο σε μέγεθος ανάμεσα στα νερά της Παμβώτιδας, τα δέντρα του Μώλου και το βουνό Μιτσικέλι.

 

● Το κλασικό επιχείρημα κατά των μιναρέδων είναι φυσικά η τύχη, που επιφύλαξαν οι Τούρκοι στα βυζαντινά μνημεία της Μικράς Ασίας. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια η τουρκική τουριστική πολιτική προσπαθεί να εκμεταλλευτεί και προβάλλει αρκετά τα μνημεία από το χριστιανικό παρελθόν της περιοχής (π.χ. τις εκκλησίες της Καππαδοκίας), ενώ έχει αρχίσει και ο σχετικός επιστημονικός διάλογος Ελλήνων και Τούρκων αρχαιολόγων με στόχο την από κοινού αναστήλωση μνημείων. Βεβαίως και εν μέσω αντιδράσεων ισλαμιστών και εθνικιστών.

 

● Σε χοντρές κοτσάνες οδηγεί ο συνδυασμός της αμάθειας με τη σύγχυση, που δημιουργεί το έμβλημα της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό το δημοσίευμα των «Νέων» της 7-8-1995, αναφερόμενο στην απονομή μεταλλίου στους Μίνωα Βολανάκη και Κώστα Καζάκο από τον Δήμαρχο, όπου ο Ιουστινιανός φέρεται ως ιδρυτής της Δωδώνης !

 

● Αρκετές λεπτομέρειες για τα τζαμιά και τα υπόλοιπα ισλαμικά μνημεία της πόλης περιέχει το βιβλίο του Γιάννη Κανετάκη «Το Κάστρο – Συμβολή στην πολεοδομική ιστορία των Ιωαννίνων», εκδ. Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, 1994.

 

● Το τζαμί της Καλούτσιανης, το μοναδικό που ανήκει σε ιδιώτες, ζητήθηκε για να στεγάσει υποκατάστημα τράπεζας, χρήση που απορρίφθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ως απάδουσα με τον χαρακτήρα του ως μνημείου. Άραγε συνάδει η χρήση του ως μανάβικου ή ζαχαροπλαστείου ; Μήπως είναι καιρός να γίνει επιτέλους η απαλλοτρίωση, που έχει ζητήσει εδώ και χρόνια η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ;

 

● Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα λειτουργικής χρήσης του Φετιχιέ τζαμιού ήταν ασφαλώς η μεταμεσονύκτια συναυλία του Αργύρη Μπακιρτζή και των «Χειμερινών Κολυμβητών» τον Ιούνιο του 1983, στη διάρκεια του πολιτιστικού 9ήμερου, που είχαν συνδιοργανώσει το Υφυπουργείο Νέας Γενιάς και ο Δήμος. Η βραδιά μένει ακόμη ζωντανή στη μνήμη όσων παρακολούθησαν τη συναυλία. Οι εκδηλώσεις εκείνες ήταν οι πρώτες, που ανέδειξαν τις τεράστιες δυνατότητες του χώρου του Ιτς – Καλέ, της εσωτερικής ακρόπολης του Κάστρου
● Τρία μουσεία της πόλης στεγάζονται ή θα στεγαστούν σύντομα σε θρησκευτικά μουσουλμανικά κτίρια : Το Δημοτικό Μουσείο στο τζαμί του Ασλάν Πασά, το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στον μεντρεσέ του Βελή Πασά (μπροστά στο κτίριο του Πνευματικού Κέντρου), ενώ τμήμα του Βυζαντινού Μουσείου θα αναπτυχθεί στο Φετιχιέ τζαμί.