Η ενίσχυση της επιτήρησης και η κοινωνική (μας) απάθεια. Της Νατάσας Τσουκαλά

Ένας πολυτραυματίας κινδυνεύει να πεθάνει, παρόλο που κανένα επιμέρους τραύμα του δεν είναι θανατηφόρο, επειδή ο οργανισμός του δεν αντέχει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα πολλά ανοιχτά μέτωπα. Τηρουμένων των αναλογιών, μια κοινωνία που καλείται να διαχειρισθεί πολλά παράλληλα κρίσιμα ζητήματα εξασθενεί και κινδυνεύει να εξοβελίσει τη ζωτικότητά της.

Πριν από λίγες ημέρες, υπεγράφη το Προεδρικό διάταγμα για τη χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους. Η είδηση πέρασε απαρατήρητη, η προσοχή ήταν στραμμένη σε άλλα, ομολογουμένως σοβαρά θέματα της επικαιρότητας: στην εκκένωση της Rosa Nera, στην τραγωδία της Μόριας και στο άνοιγμα των σχολείων.

Η απουσία αντίδρασης είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή όταν τη συγκρίνουμε με τις αντιστάσεις που είχε προβάλει η κοινωνία των πολιτών μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, όταν διαπιστώθηκε ότι οι κάμερες που είχαν τοποθετηθεί σε δημόσιους χώρους με αφορμή τους αγώνες συνέχιζαν να λειτουργούν. Ο σάλος που δημιουργήθηκε τότε οδήγησε σε μια μακρόχρονη δικαστική διαμάχη σχετικά με τη δυνατότητα επέκτασης της λειτουργίας τους πέρα από τη διαχείριση της κυκλοφορίας. Η διαμάχη έληξε το 2010, όταν η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επέτρεψε την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αποτροπή και την καταστολή σοβαρών αξιόποινων πράξεων κατά προσώπων και περιουσιακών αγαθών. Στην πραγματικότητα όμως, ιδίως όσον αφορά τις διαδηλώσεις, οι διατάξεις του νόμου είχαν παραμείνει ανεφάρμοστες.

Η σημερινή νομοθεσία μεταβάλλει ουσιωδώς το νομικό πλαίσιο επιτήρησης των δημόσιων χώρων προβλέποντας κυρίως τη χρήση κάθε είδους κάμερας (σταθερής, κινητής, περιστρεφόμενης, κλπ.), τη δυνατότητα επιτήρησης των διαδηλώσεων και τη δυνατότητα εστίασης της εικόνας για τη διαπίστωση αξιόποινων πράξεων κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του υπευθύνου επεξεργασίας και έγκρισης ή μεταγενέστερης ενημέρωσης του αρμόδιου εισαγγελέα σε περίπτωση κατεπείγοντος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή η ενίσχυση των συστημάτων επιτήρησης αιτιολογείται, μεταξύ άλλων, από την ανάγκη πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας ενώ πλήθος μελετών από κρατικούς φορείς σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό εξιχνίασης εγκλημάτων χάρη σε σταθερά συστήματα επιτήρησης είναι τόσο χαμηλό ώστε το κόστος αγοράς/εγκατάστασης/συντήρησης να είναι υπερβολικά δυσανάλογο ως προς το τελικό αποτέλεσμα – συστήνοντας ρητά την υιοθέτηση άλλων, πιο πρόσφορων μέσων ελέγχου της εγκληματικότητας. Έντονα  επικριτικές είναι και πολλές επιστημονικές μελέτες, που τονίζουν επιπλέον ότι η εγκατάσταση σταθερών συστημάτων επιτήρησης προκαλεί απλώς τη μετατόπιση των εγκληματικών δραστηριοτήτων σε άλλες αστικές περιοχές. Η απόφαση της κυβέρνησης να επενδύσει στην ενίσχυση της επιτήρησης παραβλέποντας αυτές τις κριτικές – όπως ακριβώς τις παραβλέπουν και οι κυβερνήσεις των άλλων ευρωπαϊκών κρατών – δεν είναι ανορθολογική. Υπακούει σε άλλες, ανομολόγητες λογικές, που συνδέονται αφενός με τις αναπτυξιακές απαιτήσεις της ανερχόμενης οικονομίας στο πεδίο της εσωτερικής ασφάλειας και, αφετέρου, με τα προσδοκώμενα πολιτικά οφέλη που θα απορρεύσουν από την καθησυχαστική για την κοινή γνώμη προβολή της εικόνας μιας αποφασιστικής κυβέρνησης που υιοθετεί δυναμικά μέτρα προκειμένου να ελέγξει την εγκληματικότητα.

Εξίσου ψευδεπίγραφη είναι η αιτιολόγηση της επιτήρησης των διαδηλώσεων στο όνομα της πάταξης της βίας. Εάν η αστυνομία ήθελε να ελέγξει τους βίαιους διαδηλωτές, θα το είχε κάνει εδώ και χρόνια. Θα εντόπιζε εγκαίρως όσους προσέρχονται σε μια διαδήλωση φέροντας σακίδιο πλάτης, θα σάρωνε τις υπάρχουσες σταθερές κάμερες επιτήρησης προκειμένου να ταυτοποιήσει εκ των υστέρων βίαιους διαδηλωτές, θα συνέλεγε σχετικές πληροφορίες από τους αστυνομικούς που δρουν με πολιτικά εντός μιας διαδήλωσης αλλά και στους χώρους από όπου εικάζεται ότι προέρχονται οι βίαιοι διαδηλωτές, κοκ. Κυρίως όμως, κατά τη διάρκεια επεισοδίων, θα έστρεφε συστηματικά τα κατασταλτικά της όπλα εναντίον των βίαιων διαδηλωτών. Ωστόσο, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι διμοιρίες των ΥΑΤ και των ΥΜΕΤ κατ’ αρχήν επιτίθενται βίαια στους ειρηνικούς διαδηλωτές και όχι σ’ αυτούς που τους στοχεύουν με μολότοφ, φωτοβολίδες και πέτρες. Όπως δε έχει κατά καιρούς καταγγελθεί και αποδειχθεί σε πολλές δίκες, αστυνομικοί με πολιτικά δεν διστάζουν να φορτώσουν απλούς διαδηλωτές με σακίδια γεμάτα μολότοφ προκειμένου να ασκηθούν εις βάρος τους καταχρηστικές διώξεις κακουργηματικού χαρακτήρα – ενέργειες που δεν αποσκοπούν τόσο στον εκφοβισμό των διαδηλωτών όσο στη συγκάλυψη της απουσίας συλλήψεων των βίαιων διαδηλωτών. Τέλος, εάν η αστυνομία ήθελε όντως να αποκλιμακώσει τη βία στις διαδηλώσεις, θα είχε προωθήσει προτάσεις για αυστηρότερο έλεγχο της διάθεσης ναυτικών φωτοβολίδων, θεσπίζοντας π.χ. μητρώο αγοραστών με παράλληλη υποχρέωσή τους να επιστρέφουν τις ληγμένες φωτοβολίδες ή το στέλεχος αυτών που χρησιμοποιήθηκαν εν πλω.

Δεδομένης αυτής της διαχρονικής απροθυμίας της αστυνομίας να ελέγξει τη βία στις διαδηλώσεις, είναι εύλογο να υποτεθεί ότι η νέα νομοθεσία δεν υποδηλώνει τόσο την πρόθεση καταστολής των βίαιων διαδηλωτών όσο τη μετάβαση σε μια νέα μορφή ελέγχου της κοινωνίας μέσω της αέναα διευρυνόμενης επιτήρησης. Κατ’ αυτή την έννοια, η σημερινή επέκταση των συστημάτων επιτήρησης είναι αλληλένδετη με την επικείμενη ανάπτυξη της λεγόμενης έξυπνης αστυνόμευσης. Η ταυτοποίηση ατόμων μέσω της αναζήτησης της εικόνας τους και των βιομετρικών τους στοιχείων σε βάσεις δεδομένων έχει ήδη δρομολογηθεί δεδομένου ότι η ΕΛ.ΑΣ έχει υπογράψει μια σύμβαση για προμήθεια συστημάτων έξυπνης αστυνόμευσης (μέσω smart phones), τα οποία προβλέπεται να αρχίσουν να λειτουργούν πιλοτικά στα τέλη του 2020.

Εάν καλυφθούν ενδεχόμενα κενά στο σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο, η υλοποίηση ή μη ενός ιδιαίτερα επεμβατικού συστήματος ελέγχου εν δυνάμει όλου του πληθυσμού, με πιθανή εστίαση στους διαδηλωτές, εναπόκειται μεν στη γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα αλλά, πρωτίστως, εξαρτάται από την αντίδραση της κοινωνίας των πολιτών. Στο εξωτερικό, όπου η εφαρμογή λογισμικών αναγνώρισης προσώπου είναι ήδη πολύ εκτεταμένη, προσελκύοντας ολοένα και περισσότερες εταιρείες που παρέχουν πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων μεγαλύτερες από αυτές που διαθέτουν οι κατά τόπους αστυνομίες  – με ακραία περίπτωση τη διαβόητη πλέον Clearview AI –, η συρρίκνωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις και αντιστάσεις. Στην Ελλάδα, προς το παρόν, το ζήτημα της διεύρυνσης της επιτήρησης και της ενδεχόμενης διασύνδεσής της με συστήματα αναγνώρισης προσώπου έχει αφήσει ουσιαστικά ασυγκίνητη την κοινωνία των πολιτών.

Δεν σκοπεύω να αναλύσω τους λόγους αυτής της κοινωνικής απάθειας. Κυμαίνονται από την ελλιπή ενημέρωση έως τη διάσπαση σε πολλά ανοιχτά μέτωπα λόγω της περιρρέουσας επισφάλειας, της συγκυριακής κάμψης των κινημάτων, της πανδημίας και της κλιμακούμενης κατασταλτικής πολιτικής της κυβέρνησης. Ωστόσο, μια κοινωνία που προβάλλεται στο μέλλον οφείλει να αντιδρά ακόμα πιο σθεναρά όταν πολλαπλασιάζονται τα πλήγματα που δέχεται ώστε να εξασφαλίσει τη ζωτικότητά της.

πηγή:3pointmagazine.gr