Η Αόρατη Ζωή της Ευριδίκης Γκουσμάο

Ο Βραζιλιάνος Καρίμ Αϊνούζ εκμηδενίζει την απόσταση από το 1950 μέχρι και σήμερα με τη νέα του ταινία, "Α Vida Invisivel de Euridice Gusmao". Ρίο Ντε Τζανέιρο, Λατινική Αμερική των άκρων. Ένας διαρκής αγώνας για μία αξιοπρεπή ζωή από την μία και τη σωτηρία της ψυχής από την άλλη. Καλύτερη ταινία του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάννες, πέρασμα από το 60ό επετειακό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, 12 Βραβεία μέχρι σήμερα από τη γειτονική Λίμα του Περού μέχρι το Μόναχο και το Βαγιαδολίδ της Ισπανίας και τώρα διαθέσιμη για το ευρύ κοινό στην Ελλάδα. Αποτέλεσε την υποψηφιότητα της Βραζιλίας για το OSCAR Διεθνούς ταινίας, χωρίς να καταφέρει πάντως να προκριθεί στην τελική δεκάδα. 

Γράφει ο Μίλτος Τόσκας

Δύο αδελφές μεγαλώνουν μαζί στο δάσος του Αμαζονίου. Μοιάζουν αχώριστες κάθε στιγμή. Έρχεται όμως κάποια στιγμή στην εφηβεία που πρέπει να πάρεις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον σου. Την 20χρονη Γκουίδα κερδίζει ο έρωτας και την 18χρονη Ευριδίκη το μεγαλείο της μουσικής. Όνειρό τους και ταυτόχρονα επιθυμία τους να αποδράσουν από την πατριαρχική οικογένεια στην οποία μεγαλώνουν το συντομότερο με προορισμό την Ευρώπη των Τεχνών και του Πολιτισμού. Η μία σαλπάρει για ένα ταξίδι δίχως επιστροφή μέχρι την Μεσόγειο, καθώς ο Έλληνας ναυτικός Γιώργος έκλεψε την καρδιά της κι η δεύτερη ονειρεύεται ανώτατες σπουδές πιάνο στο Ωδείο της Βιέννης.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα προοικονομείται έμμεσα τι θα ακολουθήσει. Κάποια στιγμή όσο δυνατή κι αν είναι η φωνή δε θα ακούν η μία την άλλη. Θα είναι τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά. Ποιος όμως είναι ο ηθικός αυτουργός που καταδικάζει τις δύο αγαπημένες αδελφές σε μία "αόρατη ζωή" μπροστά στο βωμό του εφήμερου συμφέροντος; Πώς είναι δυνατόν τα σπλάχνα σου να μετρούν τόσο λίγο στο πέρασμα των χρόνων; Τα όμορφα όνειρα εξελίσσονται σε έναν ισόβιο εφιάλτη, ένα αδιέξοδο δίχως ελπίδα διαφυγής.

Δημιουργείται ένα ισόπλευρο τρίγωνο. Η βάση τους, που είναι η μία και που η άλλη στις τρεις κορυφές. Δεν είναι μεγάλη η απόσταση, ωστόσο τα φορτία απωθούνται με τρόπο που δεν επιτρέπει τη σύγκλιση σε καμία περίπτωση. Ισ(απέχουν) και δε φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ. Βαθιά επιθυμία, απογοήτευση καθώς οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες και διαχείριση της απώλειας με την ψευδαίσθηση ότι έστω η μία κάπου (μακριά) είναι ευτυχισμένη. Χούλια Στόκλερ και Κάρολ Ντουάρτε "βιώνουν" τη διαδρομή. Ο ρόλος γίνεται κομμάτι του εαυτού τους κι ο θεατής πείθεται ότι έχει να κάνει με ένα σπουδαίο εγχείρημα. Έρχεται κι η φωτογραφία της Ελέν Λουβάρ ("Ευτυχισμένος Λάζαρος") να ανεβάσει ένα ακόμα επίπεδο τη συνολική δημιουργία.

Ο σκηνοθέτης παίρνει τη σκυτάλη και συμμετέχει κι αυτός με το έργο του σε έναν τεράστιο παγκόσμιο διάλογο. Τολμά να "φωνάξει" στη Βραζιλία του Μπολσονάρου. Το μήνυμα είναι καθολικό αν λάβει κανείς υπόψη του τι συμβαίνει για παράδειγμα στην Τουρκία του Ερντογάν ("Oι Τρεις Αδελφές"-Εμίν Αλπέρ). Το ευαίσθητο, το όμορφο φύλλο σε μία ατέρμονη προσπάθεια να χειραφετηθεί. Ένας κύκλος που μας πληγώνει βαθιά. Όσο μένουμε όμως παθητικοί τόσο ο αριθμός των "θυμάτων" αυξάνεται. Και σε αυτή την κατηγορία δεν ανήκουν μονάχα οι νεκροί, αλλά κι όσες/οι έχουν καταδικαστεί σε μία καθημερινή κόλαση.

Έρχεται ο κυνισμός να συναντήσει το συναίσθημα, έρχεται η λογική να πληγώσει τη ψυχή. Με αφετηρία, με πυξίδα το ομότιτλο βιβλίο της Μάρτα Μπατάλα φτάνει στα μάτια μας και μας διαπερνά το πορτραίτο δύο γυναικών που είναι τρομερά ευάλωτες όσο βρίσκονται μακριά ή μία από την άλλη. Ο άνθρωπος είναι το πιο δυνατό ον, σημασία έχει όμως πως θα διαχειριστεί αυτή του τη δύναμη. Γι’ αυτό φτάσαμε σε αυτή την οριακή κατάσταση σήμερα. Γι’ αυτό μία ταινία που αναφέρεται στο 1950 μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο κύκλος του χρόνου κλείνει και στο φινάλε μοναδικοί χαμένοι θα είμαστε εμείς οι ίδιοι.