Η αμφισβήτηση στην Ελλάδα. Εξωκοινοβουλευτική Αριστερά 1974-1981. Του Χρήστου Λάσκου

Δημήτρης Γλύστρας, Η «άλλη» Αριστερά -Μεταπολίτευση και αμφισβήτηση, Θεμέλιο, σελ. 348

Στη συνέλευση του Νομικού, στη συνέλευση μέσα, με το που έβγαινε ο Κνίτης και άρχιζε το ποίημα, έτρωγε γιαούρτι. Όσο κι αν σου φανεί περίεργο, είναι σα να πας στην Εκκλησία την Κυριακή και να ρίξεις γιαούρτι. Οι συνθήκες ήταν θεοκρατικές. Όταν σου λέω θεοκρατικές, θεοκρατικές. Μιλάει ο αρχηγός, μετά θα πάει ο άλλος αρχηγός. Ήταν το περίφημο «τιμημένο βελουτέ» […] [Ή, ε]κεί που μίλαγε ο Κνίτης σηκωνότανε τέσσερα-πέντε παιδιά και αρχίζανε [δείχνει παράλληλα μια ρυθμική χορογραφία]: One oclock, two oclock, three oclock rock

Ξ.Ν., Β΄ Πανελλαδική

Η περιγραφή που προηγείται σημειώνει μια καμπή στην ιστορία της μεταπολίτευσης, σε ό,τι αφορά τα αριστερά πράγματα. Εκεί γύρω στο 1978 –79, με την εκκίνηση αυτού, που ιστορικά καταχωρίστηκε ως «κίνημα του 815», έχουμε μια αληθινή μετάβαση, μια αλλαγή φάσης, η οποία παρήγαγε ένα εντελώς άλλο συλλογικό υποκείμενο. Και, κάνοντάς το, φώτισε αλλιώτικα και τα όσα προηγήθηκαν αυτής της καμπής -έδωσε μια άλλη δυνατότητα να τα αντιλαμβανόμαστε.

Ο Δημήτρης Γλύστρας, στο βιβλίο του, αποπειράται να γράψει μια ιστορία της ελληνικής εξωκοινοβουλευτικής, Επαναστατικής βάσει του δικού της αυτοπροσδιορισμού, Αριστεράς, που έδρασε στα, καθοριστικά για την σύγχρονη ιστορία μας, πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Μια ιστορία και όχι την ιστορία-αυτή μένει να γραφεί. Εδώ έχουμε μια συνειδητά περιορισμένη προσπάθεια να πέσει, μερικό έστω, φως σε μια υπόθεση με μεγάλο ενδιαφέρον. Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον, στο μέτρο που εκείνη η Αριστερά, με όλα τα πολλά κουσούρια της και το μικρό της ποσοτικά μέγεθος, άφησε ισχυρό αποτύπωμα στις μετέπειτα εξελίξεις.

Επέδρασσε αξιοσημείωτα στη μεταβολή της κουλτούρας της σύνολης ελληνικής Αριστεράς. Διαμόρφωσε μια ολόκληρη πολιτική και ιδεολογική ατζέντα, που χωρίς αυτήν δεν θα εμφανίζονταν -με τον ίδιο, τουλάχιστον, τρόπο. Αποτέλεσε ένα πολύ ευρύχωρο αγωγό για την προώθηση των «νέων θεματικών», από τον φεμινισμό, την οικολογία και, ευρύτερα, το σύνολο των νέων κοινωνικών κινημάτων -ιδίως στη δεύτερη φάση. Η σύγκρουση με το ρατσισμό, το σεξισμό, την κρατική καταστολή, τον μιλιταρισμό, όπως εξελίχτηκε τα επόμενα χρόνια χρωστά πολλά στις διεργασίες, που έλαβαν χώρα την περίοδο αυτή στο εσωτερικό της «άκρας» Αριστεράς.

Επιπλέον, τροφοδότησε με «πολιτικό προσωπικό», για δεκαετίες και μέχρι σήμερα, όλους τους κομματικούς χώρους -καθεστωτικούς και εναλλακτικούς/ριζοσπαστικούς. Χωρίς αυτούς τους ανθρώπους πολλά θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά -η προσωπική μου άποψη, που μοιράζεται νομίζω και ο συγγραφέας σε ένα βαθμό, είναι πως η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων της μεταπολιτευτικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς πρόσφερε ιδιαίτερα θετικές υπηρεσίες στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης.

Ο Γλύστρας, όπως προείπα, δεν γράφει την ιστορία, αλλά μια ιστορία αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας Αριστεράς. Κατά μια έννοια, συνδέει την ιστορική ματιά με ένα είδος κοινωνικής -και πολιτικής- ανθρωπολογίας. Αξιοποιεί ιστορικά στοιχεία, από δευτερογενείς, κυρίως, πηγές.

Ιδίως, όμως, δίνει το λόγο σε πληροφορητές, όπως τους λέει, για να πουν αυτοί «την ιστορία», που είναι η δική τους προσωπική ιστορία. Πρόκειται για πολύ νέους, μετέφηβους σχεδόν, αγωνιστές εκείνη την εποχή, για τους οποίους η συγκεκριμένη εμπειρία διαμόρφωσε, σε μεγάλο βαθμό, τη ζωή τους. Πρόκειται, ακόμη, για μια δεύτερη κατηγορία, «επώνυμων», τότε ή και μετέπειτα, «στελεχών» του χώρου, οι οποίοι συμβάλλουν στην ανάλυση από μια «άλλη θέση».

Η καταγραφή της πολιτικής πανίδας, έστω κι αν είναι μικρό το πληροφοριακό της περιεχόμενο, είναι εντυπωσιακή από μόνη της. Ένα πλήθος οργανώσεων, με ποικίλα, αλλά πολύ αναμενόμενα, ονόματα, παρελαύνει στις σελίδες διαμορφώνοντας μια εικόνα διεθνώς γνώριμη, μεταξύ άλλων, και από τη «Ζωή του Μπράιαν» των Monty Python:

-Ανήκετε στο Μέτωπο για την απελευθέρωση της Ιουδαίας (μ-λ) ή στο Μ-Λ Μέτωπο για την απελευθέρωση της Ιουδαίας; -Σας παρακαλώ! Ανήκω στο Μέτωπο για την απελευθέρωση της Σαμάρειας!

Η ποικιλία, ωστόσο, όσο κι αν παρέχει τη δυνατότητα για καλό και πραγματικά διασκεδαστικό χιούμορ, επιτρέπει, αν κάποιος ασχοληθεί με τον επιστημονικό κόπο που απαιτείται, μια ιδεολογική και πολιτισμική χαρτογράφηση της ελληνικής Αριστεράς με πολύ μεγάλη αξία, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πολλές και σημαντικές πλευρές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Θετικές και αρνητικές. Για κάποιες από τις πρώτες μίλησα ήδη, προηγουμένως. Πολλές μορφές επικίνδυνου πατριωτισμού ή κριτικής του «κοσμοπολιτικού δικαιωματισμού», που θάλλουν ιδιαίτερα τελευταία, βρίσκουν την ερμηνεία τους κι εδώ.

Οι πολλοί μαοϊσμοί, τροτσκισμοί, ημι-μαοϊσμοί και ημι-τροτσκισμοί, οι αυτονομίες και οι αναρχοκομμουνισμοί, όπως και πολλές ακόμη παραλλαγές, που κυριάρχησαν στην πρώτη φάση, με όλους τους μεγάλους περιορισμούς τους, συνέβαλλαν σε μια εκτεταμένη, πολύ πληροφορημένη, έστω κι αν συχνά ήταν αρκετά συγχυσμένη, κριτική των κυρίαρχων κομμουνιστικών κομμάτων, στην αμφισβήτηση του «υπαρκτού», στην άρνηση να γίνει αποδεκτή η πλειοψηφούσα αφήγηση αναφορικά με την ιστορία του επαναστατικού κινήματος την Ελλάδα.

Στη δεύτερη, σύντομη φάση, από το 1978 μέχρι ουσιαστικά το ματωμένο Πολυτεχνείο του 1980, με καθοριστική τη συμβολή της περίφημης Β’ Πανελλαδικής, η κατάσταση εξελίσσεται ραγδαία σε μια, ακραία πολλές φορές, αποδομητική όλων των «παραδεδομένων» από την προηγούμενη ιστορία πολιτικών και, ιδίως, πολιτισμικών «σταθερών». Αν μια περίοδος θα μπορούσε να αποτελέσει το ελληνικό ανάλογο του ’68, νομίζω αυτή είναι, με διαφορά, η καταλληλότερη. Όταν πια η παράταξη του «Χώρου» στο Βιολογικό μπορούσε εντελώς αποενοχοποιημένα να ονομάζεται Β.Ρ.Α.ΚΙ (Βιολογική Ριζοσπαστική Αγωνιστική Κίνηση;), όταν στη Συνέλευση του Γεωλογικού της Θεσσαλονίκης οι τοποθετήσεις πάνω στο πολιτικό πλαίσιο γίνονταν με απαγγελία ποιημάτων του Φιγιόν, όταν μετά το πραξικόπημα στην Πολωνία το σύνθημα που κυριαρχούσε, έξω από τα γραφεία του ΚΚΕ, ήταν: “Οι κομμουνιστές δεν είναι στρατοκράτες, αλληλεγγύη στους Πολωνούς εργάτες”.

Το βιβλίο επιχειρεί να παρουσιάσει, εκτός από το πολιτικό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας της «άλλης» Αριστεράς, την πολιτισμική της ταυτότητα -την «καθημερινότητα της υψωμένης γροθιάς», τη σχέση της με την τέχνη- ιδίως, τη μουσική και τον κινηματογράφο, την αντιμετώπιση από μέρους της της γλώσσας και της «παράδοσης», τις μορφές που πήραν οι συλλογικότητές της, το συνδυασμό πολιτικής στράτευσης, σεξουαλικότητας και ερωτικών σχέσεων, τη στάση έναντι του φεμινισμού και την θέση της γυναίκας στο λόγο και τις πρακτικές των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων, τους κώδικες και τις εννοιολογήσεις της εξωτερικής εμφάνισης,…

Συχνά, αλλά όχι πάντα, αυτό γίνεται αρκετά ικανοποιητικά. Όπως κι αν έχει, πάντως, το βιβλίο του Δημήτρη Γλύστρα ανοίγει την επιστημονική συζήτηση για μια πλευρά της παραδόξως παραμελημένης, αλλά εξαιρετικά σημαντικής για την ίδια τη σημερινή μας θέση, δεκαετία του ’70.

Ας έχουμε στο μυαλό μας πως οι παπαγάλοι της Δεξιάς και του ακραίου Κέντρου, όταν αναφέρονται στην «ηγεμονία της Αριστεράς» κατά την μεταπολίτευση, εννοούν, ίσως, πολύ περισσότερο την «άλλη» Αριστερά παρά την «επίσημη». Κι ένας κάποιος λόγος υπάρχει γι’ αυτό.