Για λόγους προσωπικούς και πολιτικούς. Του Χρήστου Λάσκου

Χριστόφορος Κάσδαγλης, 1983, Καστανιώτης, 2019, σελ. 472

«Νιώθω ευλογημένος που πρόφτασα κι αντίκρισα κάποτε τον Μπαγιαντέρα. Υπέργηρος, τα είχε κάπως χαμένα. Ήταν μερικά χρόνια νωρίτερα, σε κάποιο κομματικό φεστιβάλ, αλλά ο άμοιρος ο Μπαγιαντέρας δεν είχε ιδέα πού ακριβώς είχε βρεθεί. Μπήκε μέσα υποβασταζόμενος, με το άσπρο του μπαστούνι και τα μακριά κατάλευκα μαλλιά, υψιπετής με τον τρόπο που μόνο ένα γέροντας τυφλός μπορεί, και μόλις κάθισε, έσπευσε με στόμφο να απευθύνει ευχαριστίες στο δήμαρχο για την πρόσκληση» (σελ. 183).

Είναι ευτύχημα, νομίζω, που σε αυτούς τους καιρούς του εγκλεισμού έχουμε, μαζί με άλλα, και το βιβλίο του Κάσδαγλη να διαβάσουμε.

Ευτύχημα για ποιους; Όσους ζήσανε αντίστοιχα μ’ αυτόν πράγματα κι έχουν μια καλή λογοτεχνική αφορμή να θυμηθούν και να αυτοσαρκαστούν; Ή ευτύχημα για όλους όσοι θα πέσουν πάνω στο βιβλίο από αγαθή τύχη; Νομίζω για όλους, σίγουρα, πάντως, για τους πρώτους. Για όσους, δηλαδή ενηλικιώθηκαν πολιτικά –αλλά και «προσωπικά»- στη δεκαετία του ’80.

Ο Κάσδαγλης γράφει καλά και λέει ενδιαφέρουσες, όσο κι απλές, ιστορίες. Ως μυθιστόρημα, το 1983 διαβάζεται ευχάριστα γιατί αφορά τον αναγνώστη από πολλές απόψεις, που διατηρούν διαχρονικό ενδιαφέρον.

Για μένα, ωστόσο, το ενδιαφέρον του συνίσταται στο γεγονός πως λέει ιστορίες για «τότε». Ένα τότε, που ο ίδιος –κι εγώ μαζί του– το αντιλαμβάνεται ως μεταιχμιακό. Είναι το 1983, ένα χρόνο πριν από το 1984 – για την ακρίβεια, πρόκειται για το Δεκέμβριο του 1983 και την είσοδο στο 1984.

Το 1984, την χρονιά του Όργουελ, δηλαδή.

Η σύνδεση δεν υποκρύπτεται, είναι απολύτως ρητή. Στη σελίδα 420 θυμίζει τον Ουίνστον Σμιθ –τον ήρωα του Όργουελ- να αναρωτιέται αν όντως ζει στο 1984, στο μέτρο που «ήταν αρκετά σίγουρος ότι ο ίδιος ήταν τριάντα εννέα χρονών και πίστευε ότι είχε γεννηθεί το 1944 ή το 1945». Μπορεί, λοιπόν, να ήταν και το 1983.

Τι συνέβη, όμως, το 1983;

Η εικόνα αναδύεται με σαφήνεια. Μόνο που ό, τι παρατηρώ σε αυτήν δεν μου αρέσει. Μια πορεία παρακμής, μη αναστρέψιμη. Κάτι σαν αυτό που η μάνα μου αποκαλούσε «κάθε πέρσι και καλύτερα». Δεν έχει να κάνει με νοσταλγία ή με την ηλικία […]

Δεν το ξέρω, αλλά το διαισθάνομαι από την εμπειρική παρατήρηση χιλιάδων λεπτομερειών, ότι από εκείνο το χρονικό ορόσημο και μετά όλες οι ποιοτικές καμπύλες του κόσμου άρχισαν να φθίνουν ταυτοχρόνως. Πιθανότατα όχι με τρόπο εντελώς ομοιόμορφο, αν και αυτό είναι νωρίς να το πούμε […] Αυτό που ξέρω με σιγουριά είναι ότι, ανεπαισθήτως, κάπου εκείνη την περίοδο άρχισε να χάνεται η μαγεία […] Αλώθηκε η μοναδικότητα ενός φιλιού, μιας καταδίωξης με αυτοκίνητα ή με άλογα, ο υποδόριος ήχος ενός λουλουδιού που μεγαλώνει σε μια γλάστρα, αυξήθηκε η ταχύτητα κι έμεινε μόνο ο ίλιγγος.

Ο Κάσδαγλης διατυπώνει αυτές τις σκέψεις –στο 71o κεφάλαιο– ξεκινώντας με κινηματογραφικούς προβληματισμούς. H σκοπιά του, ωστόσο, είναι πολύ ευρύτερη.

Αν το φαινόμενο εντοπιζόταν αποκλειστικά στον κινηματογράφο και τις τέχνες, φρονώ ότι οι συνέπειές του θα ήταν ίσως διαχειρίσιμες. Το χειρότερο είναι πως και οι οικονομολόγοι του μέλλοντος θα καταλήξουν σε ανάλογα συμπεράσματα.

Ήδη πολλοί –όλο και περισσότεροι- καταλήγουν «σε ανάλογα συμπεράσματα». Για να το πω πεζά, η εποχή του πλήρους και εξ αδιαιρέτου καπιταλισμού, που περίπου «τότε» ξεκινάει, φαίνεται να πληροί όλες τις προϋποθέσεις να μας οδηγήσει όλους στο διάβολο κι ακόμα παραπέρα.

Δεν ξέρω, λοιπόν, αν αυτά τα γράφει ο Κάσδαγλης γιατί είναι «ρομαντικός» ή γιατί υπήρξε, εξ αρχής, επίλεκτο μέλος της Jeneusse Marxiste Pessimiste. Ξέρω, όμως, πως μάλλον είναι βάσιμα.

Αλλά και πάλι: τι συνέβη το 1983;

Αυτό που συνέβη στη ζωή του Βλαδίμηρου Δημητριάδη ήταν μια κατάληψη στη σχολή του. Και μαζί η εκδίωξή του από το πατρικό. Κι ακόμη η εμβάπτισή του στον κόσμο των εφημερίδων.

Και γύρω από αυτά πολλά άλλα, αποκαλυπτικά της εποχής και των ανθρώπων, αλλά και κάθε εποχής και των ανθρώπων. Με την πολιτική στο κέντρο, αλλά με μια ματιά έκκεντρη, διαρκώς σαρκαστική –όχι, όμως, τόσο που ο σαρκασμός να εγκλωβίζει την σκέψη στα σουσούμια του, πράγμα που πολύ συχνά συμβαίνει με τους σαρκάζοντες. Ακόμη κι όταν είναι αυτοσαρκαζόμενοι.

Με τον Κάσδαγλη δεν συμβαίνει. Γιατί ο σαρκασμός του, όπως και η κριτική του, δεν είναι αυτοσκοπός ούτε επίδειξη. Είναι λογοτεχνικό –και όχι μόνο– εργαλείο.

Το «1983», όμως, δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι και έρωτας και ενηλικίωση, γενικώς. Είναι και σεξ – καλύτερα, σκέψεις, αγωνίες, τύψεις κι απολογισμοί σχετικά με το σεξ. Με εικόνες, μάλιστα, όχι πάντα πολιτικά ορθές – όπως αυτή με τη κοπέλα απέναντι στο λεωφορείο, που άφηνε (;) «να φαίνονται όλα».

Γιατί «τότε» δεν ξέραμε τα πάντα για την πολιτική ορθότητα, όπως τώρα.

Δεν τα ξέραμε, αλλά τα υποψιαζόμασταν. Όπως και πολλά άλλα.

Δεν μας άρεζε να πουλάμε εφημερίδες – ντρεπόμασταν. Δεν μας άρεζε η φάτσα του Μπρέζνιεφ – πράγμα αρκετό για να απορρίπτουμε τα καλά της σοβιετίας. Ξέραμε πως το «Φιλοσοφικό Λεξικό» των Ρόζενταλ-Γιούνιν ήταν μια πατάτα. Δεν φτιαχνόμασταν με την επιλογή πλείστων όσων επαναστατών να φορούν στρατιωτική στολή. Δεν θεοποιούσαμε τον Βελουχιώτη – ξέραμε, όμως, όπως και ο μπάρμπα-Μήτσος πως, εξαιτίας του «κόμματος», του «ενιαίου», πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι.

Τέτοιος ήταν κι ο Κάσδαγλης. Γι’ αυτό και χρόνια μετά, όταν η ζωή του έδωσε την ευκαιρία (sic), δεν πήγε να ακούσει τη Μάρτα Χάρνεκερ και την Άντζελα Ντέιβις – είχε κάτι πεζότερο να κάνει.

Τάξερε αυτά – ή, περίπου.

Γιατί συχνά, όπως υπαινίχθηκα ήδη, σε τέτοιες στάσεις φτάνανε πολλοί αριστεροί πιτσιρικάδες τότε, για λόγους αισθητικούς ή γνήσια ηθικούς.

Υποψιαζόμασταν, λοιπόν, ή ξέραμε πολλά.

Κυρίως, δε, υποψιαζόμασταν καλά πως η αριστερή κομματική πολιτική ήταν πολύ μακριά από αυτό που διακήρυσσε. Όχι μόνο η πρακτική της δεν «προεικόνιζε τον κομμουνισμό», αλλά ήταν το ακριβώς αντίθετο.

Μιλούσαμε για δημοκρατία και συλλογικές αποφάσεις, αλλά το παιχνίδι παιζόταν σε έναν μικρό ηγετικό κύκλο […] Τώρα που το σκέφτομαι βαθύτερα αυτή ήταν η ανομολόγητη αιτία που με ώθησε λίγα χρόνια αργότερα να παρατήσω την πολιτική και να πάω σπίτι μου. Με ενοχλούσε η απεχθής ιεραρχία, που σημαίνει άρνηση κάθε συλλογικότητας (σελ. 286).

Αυτά παίξανε ρόλο και δεν καρποφόρησε το δυναμικό της «γενιάς των καταλήψεων» μετά το ’79. Πολύ μεγάλο ρόλο. Κι έτσι τίποτε –ούτε τα εναλλακτικά μαθήματα ούτε ένα «άλλος πολιτισμός» ούτε και σχέσεις ανθρώπινες διαφορετικές- δεν ολοκληρώθηκε. Εμποδίστηκε –συνειδητά ή όχι- με κάθε τρόπο. Τα επίχειρα τα πληρώσαμε πολλές φορές, με πιο πρόσφατη περίπτωση την κυβερνητική πανδαισία μετά το ’15.

Αλλά δεν πειράζει! Γιατί τα αγόρια εκείνης της γενιάς, όντας όπως ακριβώς τα περιγράφει ο Κάσδαγλης, κάνανε αυτά και όχι άλλα. Και στα προσωπικά τους και στα πολιτικά τους.

Θα μπορούσαν να κάνουν άλλα και όχι αυτά; Ποιός ξέρει:

Για αυτά που δεν έκαναν, πάντως, πολλά από εκείνα τα αγόρια συνεχίζουν να λένε μαζί με τον Κάσδαγλη:

Την αγαπάω ακόμα1. Ένα ένα τα λέω (σελ. 407).

We shall overcome! Χμ!

_________________________________

1 Μια Μαρίνα τότε.

Φωτογραφία: Τατιάνα Μπόλαρη