Ένα καθόλου αυτονόητο: το σπίτι. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Νίκος Κουραχάνης, Κατοικία και Κοινωνία. Προβλήματα, Πολιτικές και Κινήματα, Διόνικος 2019, σσ. 485.

Απ’ όταν η αγορά ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ πήρε ιλιγγιωδώς την κατιούσα, η σκέψη για ό,τι δεν είναι πια αυτονόητο, η σκέψη για το σπίτι, επιστρέφει στις κουβέντες μας στην Ελλάδα, συνεχώς και αδιαλείπτως, με ένα σωρό αφορμές. Πριν λίγες μέρες ήταν με τον πτωχευτικό κώδικα: ο υπερχρεωμένος θα μπορεί επιτέλους να ξεχρεώνει –διαβεβαίωσε πατρικά η κυβέρνηση– «απλά», θα ξεχρεώνει χάνοντας το σπίτι του. Στο δεύτερο, αισίως, κλείσιμο, ξανα-«Μένουμε Σπίτι», όσοι βεβαίως έχουμε, και με ό,τι αναγκαίο και αναγκαστικό σημαίνει το κλείσιμο. Τι πάει να πει να μην έχεις σπίτι, ιδίως τώρα, το ξέρουν καλύτερα οι πρόσφυγές μας, που πασχίζουν να ορθοποδήοσουν μεταξύ στρατοπέδων, άθλιων σπιτιών και αστεγίας. Την αγωνία για το σπίτι όμως, αν και όχι την ίδια προφανώς, τη ζούμε κι εμείς, στα χρόνια της θραύσης του AirBnB, που έφτασε τα ενοίκια σε απαγορευτικά ύψη. Κι ανάλογη αγωνία ζουν κι όσοι αδυνατούν να πληρώσουν το ρεύμα ή να αγοράσουν πετρέλαιο, ιδίως αν δεν δικαιούνται επιδόματα στέγασης, θέρμανσης ή άλλα συμπληρώματα και υποκατάστατα μισθού.

Για όλα αυτά είναι επίκαιρο το βιβλίο Κατοικία και Κοινωνία, που επιμελήθηκε ο Νίκος Κουραχάνης. Δεν πρόκειται, όμως, για πολυφωνικό επικαιρικό σχόλιο. Μπορεί, λόγω της στιγμής που κυκλοφόρησε το βιβλίο (λίγο πριν ξεσπάσει η πανδημία), να μην κουβεντιάστηκε ως τώρα όσο του άξιζε, η αξία του ωστόσο δεν εξαντλείται στην επικαιρότητα. Πρόκειται για βιβλίο αναφοράς στο είδος του, όπου κανείς επιστρέφει υποχρεωτικά – τουλάχιστον για τρεις λόγους:

  • Πρώτον, γιατί κοιτάζει ταυτόχρονα προς το πρόβλημα και τις διαστάσεις του (στην Ελλάδα και διεθνώς)· προς τις πολιτικές για τη διαχείρισή του· και προς τα κινήματα που «κάνουν» πολιτική, με τρόπο που να δίνει το λόγο σε όσες και όσους δεν έχουν εξασφαλισμένη κατοικία. Το βιβλίο δεν είναι, λοιπόν, υπόθεση αποκλειστικά των ειδικών περί τη στεγαστική πολιτική. Απευθύνεται, και συμπεριλαμβάνει εξάλλου, ανθρώπους που συμμετέχουν στα κινήματα για την κατοικία – με τις ιδιότητες του ακαδημαϊκού και του ακτιβιστή να συνυπάρχουν, ενίοτε, στους ίδιους συγγραφείς.

  • Δεύτερον, γιατί οι 22 συντελεστές της έκδοσης φωτίζουν το θέμα από τις πιο διαφορετικές πλευρές: αρχιτέκτονες, γεωγράφοι, ειδικοί κοινωνικής πολιτικής, κοινωνιολόγοι και κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, ιστορικοί, ψυχολόγοι, νομικοί, στελέχη της διοίκησης – πραγματικά σπουδαία και διαφωτιστική για τον αναγνώστη «συνάντηση».

  • Τρίτον, γιατί επιμελητής και συγγραφείς πετυχαίνουν δύσκολους συνδυασμούς: της εγχώριας με τη διεθνή πραγματικότητα· της ματιάς στη συγκυρία (κόκκινα δάνεια, προσφυγικό, βραχυχρόνια μίσθωση) με τη μακροσκοπική οπτική (κρίση «κράτους-πρόνοιας», θατσερισμός, αντιπαροχή και ιδιοκατοίκηση)· τον συνδυασμό του γενικού πλαισίου για τις πολιτικές στέγασης στην Ελλάδα και διεθνώς, με ειδικές θεματικές (κατοικία ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, προσφύγων και μεταναστών, Ρομά, ψυχικά ασθενών)· της συνομιλίας των «βετεράνων» της στεγαστικής πολιτικής, με νεότερους ερευνητές στο πεδίο· τέλος, των ανθρώπων της εφαρμοσμένης πολιτικής, της διοίκησης, με κινηματίες από το City Plaza, το Ελληνικό, τις επιτροπές κατά των πλειστηριασμών.

Προβλήματα: κρίση, απουσία στοιχείων, δυσκολίες καταγραφής

Στην εισαγωγή του, ο Νίκος Κουραχάνης εξηγεί σε τι συνίσταται η λογική του «προνοιακού πλουραλισμού» που επικράτησε διεθνώς πολύ πριν από την παγκόσμια κρίση σε κάθε πτυχή της κοινωνικής πολιτικής – και που, στην περίπτωση ειδικά της στεγαστικής πολιτικής, σήμανε τη μετάβαση, από την κρατική εγγύηση της κατοικίας, σε πολιτικές διαχείρισης «ακραίων» καταστάσεων από άτυπα οικογενειακά δίκτυα, ιδιώτες, ΜΚΟ, φιλανθρωπικά ιδρύματα. Κοντολογίς, στην ανάμειξη όλο και περισσότερων πάροχοι, προς όφελος όλο και λιγότερων δικαιούχων. Ο Κουραχάνης σημειώνει ότι, ενώ η κοινωνική πολιτική (και μαζί της αυτή για την κατοικία) αφέθηκε στη δικαιοδοσία κάθε επιμέρους κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προσαρμογή των εθνικών πολιτικών εκβιάστηκε, ιδίως μετά το 2008, μέσα από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς επιβολής και επιτήρησης προγραμμάτων λιτότητας, όπως τα ευρωπαϊκά εξάμηνα.

Στο πρώτο μέρος («Προβλήματα»), οι Άρης Σαπουνάκης και Ελένη Κομνηνού στέκονται στην ανυπαρξία συστηματικών στοιχείων για τις εξώσεις στην Ελλάδα και εστιάζουν στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένας αξιόπιστος μηχανισμός καταγραφής. Στη συνέχεια, η Φερενίκη Βαταβάλη και η Ευαγγελία Χατζηκωνσταντίνου καταπιάνονται με την ενεργειακή φτώχεια και τις ανισότητες που φέρνει μαζί της η περίφημη «ενεργειακή μετάβαση»: μεταξύ 2008 και 2014, θυμίζουν, η κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης μειώθηκε κατά 69%, (σ. 108), όχι βεβαίως ηθελημένα, και σίγουρα όχι για λόγους οικολογικής αφύπνισης. Οι Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Εύα Παπατζανή και Δημήτρης Πέττας παρακολουθούν, εν συνεχεία, πώς η Αθήνα, από προσωρινός («τράνζιτ») τουριστικός προορισμός, έγινε παράδεισος της βραχυχρόνιας μίσθωσης, με ενοίκια αυξημένα από 6,6 μέχρι 29,8% ως το 2018 (σ. 132): πώς, εξαιτίας του «σαξές στόρι» του AirNbB, μόνιμοι κάτοικοι της πρωτεύουσας , ιδίως οι φτωχότεροι, αναγκάστηκαν να μετακινηθούν. Στο τελευταίο άρθρο του πρώτου μέρους, οι Κώστας Δημουλάς και Παναγιώτης Καρλαγάνης φωτίζουν τις διαφορετικές μεθόδους καταγραφής αστέγων στην Ευρώπη, τα προβλήματα κάποιων από αυτές (όπως της μεθόδου “Point-in-Time”, που μετρά αστέγους σε συγκεκριμένα σημεία, σε συγκεκριμένη στιγμή – ενώ αυτοί συνήθως μετακινούνται), και παρουσιάζουν τις απόπειρες καταγραφής των αστέγων – από δήμους, ΜΚΟ και ερευνητές. Ξεκινούν από τη σχετική απόπειρα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το 2009, και καταλήγουν στην έρευνα του 2018 στο Δήμο της Αθήνας, όπου συμμετείχαν οι δυο συγγραφείς. Οι άστεγοι της κρίσης, οι «νέο-άστεγοι», εξηγούν,

πριν από την κρίση απολάμβαναν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και διέθεταν ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο. Οι άνθρωποι αυτής της κατηγορίας κατέληξαν άστεγοι εξαιτίας δομικών παραγόντων όπως η ανεργία […] (σ. 161).

Πολιτικές, διεθνείς και εγχώριες

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι Στέλιος Καμπουρίδης και Γιώργος Πλανήτερος ερμηνεύουν την καθήλωση της εξαγγελθείσας (από το 2012-2013!) Εθνικής Στρατηγικής κατά της αστεγίας. Δεν είναι ότι μας έλειψαν οι «καλές πρακτικές από την Ευρώπη»: ιδίως η φινλαδική περίπτωση, η μετατροπή δημόσιων κτιρίων σε αυτόνομες κατοικίες, που παραχωρούνται έναντι συμβολικού αντιτίμου (housing-first), μας ήταν γνωστή και εδώ. Ό,τι κυρίως έλειψε, εξηγούν οι συγγραφείς, ήταν η πολιτική πίεση (ας προσθέσουμε: και η αντίστοιχη βούληση…), η διάθεση να ακολουθηθεί μια πολιτική και πέραν της 4ετίας, και βεβαίως η ελευθερία «κινήσεων», εν μέσω μνημονίων και πειθαρχικών μεταμνημονίων. Πολιτικές πρόληψης, προσωρινή φιλοξενία, επανένταξη στην εργασία και διοικητικές προσαρμογές είναι, για τους δύο συγγραφείς, οι βασικοί πυλώνες για μια συνεκτική πολιτική – αντί της αποσπασματικής, που ακολουθήθηκε κατά κανόνα (και) στην Ελλάδα.

Χρειάζεται, άραγε, να τα κάνουμε όλα από την αρχή; Οι Βασίλης Αράπογλου και Δήμητρα Σιατίτσα εστιάζουν στις δυνατότητες αξιοποίησης του κενού κτιριακού αποθέματος: είναι οι κενές κατοικίες, γραφεία και βιοτεχνίες, ισόγεια καταστήματα, εμπορικά κτίρια ή κτίρια δημόσιων υπηρεσιών που έκλεισαν (σχολεία, ιδρύματα, κλινικές), παλιές βιομηχανίες και εγκαταλειμμένα στρατόπεδα (σ. 203). Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, πρόκειται για 2.249.813. κατοικίες. Για κάποιες δύσκολα μπορεί να βρεθεί ο ιδιοκτήτης – και άλλες παραείναι παλιές. Σε κάθε περίπτωση, με συμπράξεις δήμων-κράτους-ιδιοκτητών, και με μακροπρόθεσμη ματιά, οι συγγραφείς θεωρούν εφικτή την αξιοποίησή τους προκειμένου να καλυφθούν επείγουσες ανάγκες. Για το ίδιο θέμα, εξάλλου, ο Θωμάς Μαλούτας σημειώνει στο επίμετρο ότι οι κενές κατοικίες είναι διάσπαρτες, γεγονός που «εμποδίζει τη στιγματιστική χωρική συγκέντρωση των δικαιούχων (σ. 471).

Στο έβδομο κεφάλαιο, οι Κώστας Δημουλάς, Νίκος Κουραχάνης και Αγγελική Καζάνη παρουσιάζουν τα ευρήματα έρευνας μεικτών μεθόδων για το πρόγραμμα «Στέγαση και Επανένταξη». Ο επιμελητής συνυπογράφει με την Παναγιώτα Φίτσιου και το επόμενο άρθρο, με θέμα τις πολιτικές στέγασης αστέγων με ψυχικά νοσήματα – παρουσίαση έρευνας πεδίου, που φωτίζει μια πτυχή υποτιμημένη, όπου η οικογένεια του ψυχικά ασθενή επωμίζεται ρόλους κοινωνικής πολιτικής. Η Κατερίνα Γιάντσιου επισκοπεί πολιτικές στέγασης για τους Ρομά, ενώ ο Κουραχάνης κλείνει το δεύτερο μέρος με το θέμα του δικού του βιβλίου που συζητήσαμε πέρσι εδώ – τις πολιτικές στέγασης προσφύγων και αιτούντων άσυλο.

Κινήματα: από τα Αναφιώτικα στο Πλάζα και τις επιτροπές κατά των πλειστηριασμών

Το τρίτο μέρος του τόμου ανοίγει ένα θαυμάσιο κείμενο της Δήμητρας Σιατίτσα. Μας μεταφέρει στις αρχές του εικοστού αιώνα, και στις διαμαρτυρίες για τις συνθήκες στέγασης ή το ενοικιοστάσιο: Αναφιώτικα, Γκαζοχώρι, Λαύριο. Είναι οι πρώτες κινητοποιήσεις για το στεγαστικό ζήτημα στην Ελλάδα, μέχρι η άφιξη των προσφύγων να κάνει τις πολιτικές στέγασης κεντρικό πολιτικό ζήτημα.

Τη σκυτάλη παίρνει η Τόνια Κατερίνη, μέλος της Ενωτικής Πρωτοβουλίας κατά των Πλειστηριασμών: θυμίζει τη δημιουργία των πρώτων συναφών συλλογικοτήτων (2013), εντάσσει τη δράση τους στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και το αντίστοιχο της ελληνικής κρίσης, και επιχειρεί μια αποτίμηση των «κεκτημένων» του κινήματος – ενός από τα πιο μαχητικά την περίοδο της κινηματικής ύφεσης 2015-2019.

Παρακολουθώντας τη στεγαστική διαδρομή του Καταλίν, μετανάστη από τη Ρουμανία, ο Δημήτρης Μπαλαμπαίδης δείχνει ότι η σκόπιμη απουσία πολιτικών υποδοχής και ένταξης μεταναστών κάνει αναπόφευκτη τη στροφή τους προς την ιδιοκατοίκηση – είτε (σπανιότερα) διαμέσου τραπεζικού δανεισμού, είτε (συνηθέστερα) με τη χρήση των οικογενειακών αποταμιεύσεων. Είναι, άραγε, η αγορά ο μόνος τρόπος; Τον Απρίλιο του 2016, η Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στους Οικονομικούς και Πολιτικούς Πρόσφυγες έδειξε πως όχι, καταλαμβάνοντας το παρατημένο City Plaza: «Βασικός στόχος», γράφουν η Όλγα Λαφαζάνη και η Ελένη Κυραμαργιού,

ήταν η δημιουργία ενός αντι-παραδείγματος» στη στέγαση των προσφύγων. Ενάντια στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, πρότεινε την αξιοπρεπή στέγαση. Ενάντια στην κοινωνική και χωρική απομόνωση των camps, πρότεινε τη συμβίωση σε αξιοπρεπείς συνθήκες στο κέντρο της πόλης (σ. 406).

Ένα από τα πιο πρωτότυπα και ενδιαφέροντα κείμενα του τόμου, που αντλεί το υλικό του από συνεντεύξεις, υπογράφει ο Θεοδόσης Γκελτής. Εξηγεί εκεί πώς η κρίση οξύνει δυσλειτουργίες μέσα στην οικογένεια, που καταλήγουν στην εκδίωξη των «μη (ετερο)κανονικών», και στην αστεγία εκατοντάδων ατόμων κάθε χρόνο, που ασφυκτιούν τόσο στο σπίτι όσο και στις δομές.

Κρατώντας τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ πανεπιστημίου και συμμετοχής στα κοινά, ο Κουραχάνης είναι από τους πιο δημιουργικούς πανεπιστημιακούς της γενιάς του, προσφέροντας χρήσιμες σκέψεις-εικόνες για τη δράση συλλογικοτήτων και ανθρώπων που αγωνίζονται να αλλάξουν τα πράγματα. Το βιβλίο είναι πραγματικά χρήσιμο, όταν οι σκέψεις αφορούν το σπίτι – ως προϋπόθεση και ως σύμβολο δεσμών, προσωπικών και κοινωνικών, που κινδυνεύουν.