Ένα γράμμα

Άφησα να περάσουν λίγες μέρες, πριν σας γράψω.

Έπρεπε πρώτα να συνέλθω από το σοκ. Αλλά σκέφτηκα μήπως κι εσείς εν τω μεταξύ θα μπορούσατε να δείτε πιο ψύχραιμα όσα έγιναν. Και να απαντήσετε στα «γιατί», που με βασανίζουν.

Ήμουν κι εγώ εκείνο το βράδυ στο λεωφορείο. Μαζί με τη μητέρα και τα μικρότερα αδέρφια μου. Ξέρετε για ποιο λεωφορείο σας μιλάω. Γι’ αυτό που μας έφερε, πενήντα-εξήντα άτομα, γυναίκες και παιδιά, πρόσφυγες και μετανάστες (για να πω την αλήθεια, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον ένα από τον άλλο, άνθρωποι είναι και οι δυο) στην περιοχή σας, στην Παναγίτσα και την Άρνισσα.

Ταξιδεύαμε μέσα στη νύχτα και μπορώ να πω ότι ήμασταν σχεδόν χαρούμενοι, παρόλο που, όταν ξεκινήσαμε το μακρύ ταξίδι από τη χώρα μας, η Ελλάδα δεν ήταν ο προορισμός μας. Στη Γερμανία θέλαμε να πάμε.

Φύγαμε απ’ την πατρίδα μας κυνηγημένοι. Περπατήσαμε μέρες και νύχτες. Κούραση, πείνα, δίψα, φόβος. Μετά στη θάλασσα με τη βάρκα. Πρώτη φορά έβλεπα θάλασσα. Και μετά στο νησί. Σε σκηνή. Στην κάψα, στο κρύο, στη βροχή και τη λάσπη. Ο ένας πάνω στον άλλο. 

Γι’ αυτό είπα ότι ήμασταν σχεδόν χαρούμενοι. Θα μέναμε σε ξενοδοχείο, σε δικό μας δωμάτιο. Για λίγο έστω καιρό. Μέχρι να μας απαντήσουν στην αίτηση ασύλου που κάναμε.

Μεσάνυχτα φτάσαμε στο πρώτο χωριό, την Παναγίτσα.

Τότε είδα τις φωτιές, τρομακτικές μέσα στα σκοτάδια. Άκουσα τις φωνές. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, αλλά ήταν αγριεμένες. Βρισιές μάλλον και κατάρες. Άνθρωποι με πέτρες και ξύλα στα χέρια. Κάποιοι έβαλαν φωτιά στο ξενοδοχείο, που μας περίμενε.

Φοβήθηκα πολύ. Αλλά σαν πιο μεγάλος, σχεδόν έφηβος πια,  δεν ήθελα να το δείξω. Τα αδέρφια μου έκλαιγαν και είχαν κουρνιάσει στην αγκαλιά της μάνας μας. Το ίδιο και τα άλλα μικρά παιδιά. Γυναίκες τσίριζαν. Άλλες προσεύχονταν. Όλοι τρομοκρατημένοι. Εγώ ακίνητος στο κάθισμά μου. Παγωμένος.

Φύγαμε άρον-άρον. Φτάσαμε στην Άρνισσα. Κι εδώ τα ίδια. Οδοφράγματα, φωτιές, κραυγές, ξύλα, πέτρες. Άνθρωποι αγριεμένοι. Κάποιοι μπήκαν στο ξενοδοχείο που θα μας φιλοξενούσε. Έσπασαν τζάμια, πέταξαν έξω τραπέζια, κρεβάτια, στρώματα. Τραυμάτισαν τον ξενοδόχο. Οι καμπάνες χτυπούσαν. Πανικός μέσα στο λεωφορείο. Θα βγούμε ζωντανοί απ’ αυτή την κόλαση;

Κάπως έτσι, σκέφτηκα, θα ένιωθαν οι μαύροι, όταν τις νύχτες τους κυνηγούσε για να τους λιντσάρει η Κου Κλουξ Κλαν στα μπαμπακοχώραφα της Αλαμπάμα. Τα διάβαζα και δεν τα πίστευα.

Το λεωφορείο μας έφυγε. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Μια ολόκληρη βραδιά τριγυρνούσαμε, ταλαιπωρημένοι, τρομοκρατημένοι, και δεν καταφέραμε να βάλουμε το κεφάλι μας κάτω από ένα κεραμίδι. Οι άνθρωποι δεν μας ήθελαν. Μας έδιωχναν. Μας μισούσαν. Πίκρα…

- Κύριοι ανώτατοι αξιωματικοί της Αστυνομίας, απευθύνομαι πρώτα σ’ εσάς. Έμαθα πως ήσασταν παρόντες εκείνο το βράδυ στα επεισόδια, με ισχυρή αστυνομική δύναμη. Γιατί δεν πήρατε κάποιο μέτρο, για να αποτρέψετε αυτό που έγινε; Γιατί αφήσατε όλους αυτούς τους ανθρώπους να καίνε, να βρίζουν, να απειλούν; Γιατί δεν προστατέψατε τα ξενοδοχεία, τη σωματική ακεραιότητα των ξενοδόχων, την περιουσία τους; Γιατί δεν κάνατε κάτι, για να προστατέψετε κι εμάς; Με κρατική εντολή ήρθαμε στον συγκεκριμένο τόπο. Δεν τον διαλέξαμε εμείς. «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη» δεν λέγετε το υπουργείο που ανήκετε; Ή μήπως ο ζήλος σας για την τήρηση της τάξης και την επιβολή του νόμου εξαντλείται, όπως λένε κάποιοι, σε νεολαίους στις πλατείες και σε διαδηλωτές που πραγματοποιούν καθιστική διαμαρτυρία έξω από τη Βουλή; Εκτός κι αν ενεργήσατε έτσι, δηλαδή μη κάνοντας τίποτε και αφήνοντας την ανομία να κυριαρχήσει, με κυβερνητικές εντολές, επειδή το ζήτημα αφορούσε πρόσφυγες.

- Κύριε Δήμαρχε της Έδεσσας, έμαθα ότι ήσασταν κι εσείς εκεί. Και μετά τα επεισόδια δηλώσατε ότι τα καταδικάζετε. Ωστόσο, όχι μόνο δεν κάνατε τίποτε, ως «κεφαλή» αυτού του τόπου, εκείνη τη βραδιά να τα αποτρέψετε, αλλά και συνταχθήκατε με αυτό που χαρακτηρίσατε «δίκαιο αίτημα των κατοίκων», το να μη μεταφερθούν δηλαδή άλλοι πρόσφυγες και μετανάστες στην περιοχή. Επομένως να πάνε αλλού. Πού όμως; Ξέρετε, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα οι δήμαρχοι χαρακτηρίζουν δίκαια τέτοια αιτήματα. Και οι κυβερνητικοί βουλευτές σε κάθε ευκαιρία δηλώνουν πως «κατόπιν ενεργειών» τους δεν πρόκειται να μεταφερθούν πρόσφυγες και μετανάστες στις εκλογικές τους περιφέρειες.

Και κάτι ακόμη: Γιατί σε ανάρτησή σας στο facebook την προηγούμενη μέρα (όλα πια γίνονται γνωστά πολύ εύκολα) γράψατε ότι «από τρίτους και ανεπίσημα» μάθατε για τη μεταφορά μας στην περιοχή. Ποιοι είναι αυτοί οι τρίτοι που σας πληροφόρησαν; Μήπως είναι οι ίδιοι που πληροφόρησαν και τις ομάδες των τραμπούκων, που κατέφτασαν στα χωριά από άλλα μέρη, για να μας κυνηγήσουν; Απ’ όσο ξέρω τις μετακινήσεις των προσφύγων και μεταναστών από τα νησιά στην ενδοχώρα τις γνωρίζει μόνο το Υπουργείο Μετανάστευσης και η Αστυνομία. Από εκεί λοιπόν έχουν πληροφόρηση οι ακροδεξιοί και οι φασίστες;  

Και κάτι τελευταίο: Γιατί στην ίδια ανάρτησή σας στο facebook συνδέσατε τόσο πονηρά την άφιξή μας στην περιοχή με τον κορωνοϊό; Αφού ξέρετε πως ο κορωνοϊός δεν ήρθε στην Ελλάδα από πρόσφυγες και μετανάστες. Γιατί το κάνατε αυτό;

Άρα, έχουν άδικο κάποιοι να σας κατηγορούν ότι κι εσείς με τη στάση σας υποθάλψατε τα επεισόδια;

- Τέλος, θέλω να απευθυνθώ σ’ εσάς, τους άγνωστούς μου κατοίκους της Παναγίτσας και της Άρνισσας. Όχι στους φασίστες και τους πατενταρισμένους ρατσιστές, που τρέχουν από τόπο σε τόπο όπου φτάνουν πρόσφυγες, άλλοτε για πετάξουν γουρουνοκεφαλές, άλλοτε για να ψήσουν χοιρινές μπριζόλες και πάντοτε για να προπηλακίσουν, να δείρουν, να βρίσουν, να απειλήσουν, να δημιουργήσουν επεισόδια. Ούτε στους νοσταλγούς της χούντας, σαν εκείνη την γυναίκα, που με υψωμένο το μεσαίο δάχτυλο του χεριού της (πότε πρόλαβε κι έφτασε στα χωριά της Πέλλας αυτή η χυδαία αμερικάνικη χειρονομία;) φώναζε να πάρει την εξουσία ο στρατός. Μ’ αυτούς δεν έχω να πω τίποτε.

Μιλώ σ’ εσάς, τους απλούς ανθρώπους, που είτε βγήκατε στο δρόμο εκείνο το βράδυ είτε κοιτούσατε μέσα από τα σπίτια ή από τα μπαλκόνια σας. Που είστε φοβισμένοι ή και θυμωμένοι. Και όχι άδικα. Που δεν είστε ακροδεξιοί ή «σκατόψυχοι», όπως κάποιοι εκ του ασφαλούς σας κατηγορούν.

Γνωρίζω ότι σας έχουν βομβαρδίσει όλα αυτά τα χρόνια με ψεύτικες πληροφορίες για εμάς, κανονική πλύση εγκεφάλου: θα έρθουν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, θα σας αλλάξουν την πίστη, θα αλλοιώσουν την εθνική σας ταυτότητα και τον πολιτισμό σας, θα σας πάρουν τις δουλειές, θα βιάσουν τις γυναίκες και τα κορίτσια σας, θα…

Δεν ξέρω πώς μπορώ να σας πείσω ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ότι κι εμείς είμαστε άνθρωποι, που φύγαμε από τη χώρες μας από ανάγκη, είτε γιατί είχαμε πόλεμο είτε γιατί είχαμε τυραννικά καθεστώτα είτε γιατί είχαμε πείνα. Ότι θέλουμε να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή μαζί με τους ντόπιους κατοίκους σε όποιον τόπο κι αν εγκατασταθούμε. Οι γονείς μας να βρουν δουλειά, εμείς να πάμε στο σχολείο. Να ξαναρχίσουμε να ονειρευόμαστε. Κι αν τα λόγια μου δεν σας πείθουν, ίσως σας πείσουν οι εμπειρίες σας. Δεν θέλω να σας θυμίσω ότι πολλοί και από τους δικούς σας παππούδες ήταν πρόσφυγες (οι πιο πολλοί στην Παναγίτσα Πόντιοι δεν είστε;) ή ότι κάποιοι από τους γονείς σας μπορεί να ήταν μετανάστες (και μην πείτε ότι όλοι ήταν νόμιμοι). Όχι δεν θέλω να σας πάω τόσο παλιά. Θυμηθείτε όμως ότι τα ίδια έλεγαν, όπως τώρα για εμάς, πριν από είκοσι-τριάντα χρόνια, όταν ήρθαν οι Αλβανοί στην πατρίδα σας. Πέρασε ο καιρός και οι Αλβανοί ζουν πια ειρηνικά μαζί σας, δουλεύουν στα χωράφια σας, έμαθαν ελληνικά, αγόρασαν σπίτια, τα παιδιά τους πάνε στα σχολεία σας, πολλά από αυτά δεν ξέρουν άλλη γλώσσα εκτός από την ελληνική. Έπαθε κάτι η Ελλάδα, ο ελληνικός λαός, εσείς;

Ξέρω ακόμη ότι σας έχουν ξεγελάσει επανειλημμένα. Ότι δεν σας εξηγούν, δεν ζητούν τη γνώμη σας, δεν συζητούν μαζί σας ήρεμα και με ειλικρίνεια. Σας έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι θα λυθεί σύντομα το προσφυγικό και το μεταναστευτικό. Ότι θα τους γυρίσουν πίσω στις πατρίδες τους τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Και ότι εν πάση περιπτώσει δεν πρόκειται να τους μεταφέρουν από τα νησιά στην ηπειρωτική χώρα. Ξέρετε όμως πόσες φορές επίσης έχουν υποσχεθεί στους νησιώτες ότι σίγουρα θα αδειάσουν τα νησιά τους;

Ποτέ δεν σας είπαν την αλήθεια. Και πώς να σας την πουν, αφού πρώτα φρόντισαν να σας φανατίσουν, να σας ξεσηκώσουν; Και η αλήθεια είναι ότι το μεταναστευτικό και το προσφυγικό δεν λύνονται εύκολα, ίσως δεν λύνονται και ποτέ. Πάντοτε οι άνθρωποι στο διάβα των αιώνων μετακινούνταν, μετανάστευαν. Έτσι και τώρα.

Και η αλήθεια επίσης είναι ότι θα αναγκαστικά ζήσουμε μαζί. Έλληνες και ξένοι, ντόπιοι και πρόσφυγες και μετανάστες. Ίσως όχι όλοι όσοι από εμάς έχουν έρθει στην Ελλάδα, αλλά σίγουρα πολλοί. Ούτε εμείς ούτε εσείς το διαλέξατε. Αλλά έτσι ήρθαν τα πράγματα. Κάποιοι θα μείνουμε μόνιμα στη πατρίδα σας. Που σιγά - σιγά θα γίνει και δική μας πατρίδα. Και βέβαια δεν μπορούμε να μείνουμε όλοι στα νησιά. Το «όχι εδώ, να τους πάνε αλλού» είναι αδιέξοδο. Και νομίζω πως είναι προς το συμφέρον όλων μας να συμβιώσουμε ειρηνικά, χωρίς προβλήματα. Για εμάς, δεν το συζητάμε.  Αλλά είναι και για το δικό σας συμφέρον καλύτερα το να μείνουν οι οικογένειές μας σε ξενοδοχεία αρχικά και ίσως αργότερα σε σπίτια και όχι σε σκηνές ή στρατόπεδα συγκέντρωσης, το να δουλέψουν οι μανάδες και οι πατεράδες μας στα χωράφια, το να ψωνίσουμε από τα μαγαζιά σας, το να πάμε εμείς τα παιδιά στο σχολείο, το να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον. Πολλά έχουμε να μάθουμε εμείς από εσάς, ίσως κάτι μάθετε κι εσείς από εμάς. Σκεφθείτε το λίγο πιο ψύχραιμα και πιο λογικά. Μην αφήνετε το φόβο να κυριαρχήσει και το μίσος να φωλιάσει στην καρδιά σας. Μη επιτρέψετε σε κανέναν να παίξει παιχνίδια στην πλάτη σας.

Γιατί είμαι βέβαιος ότι έχετε αγάπη και ανθρωπιά μέσα σας.

Δεν μπορεί να διώχνετε τους ξένους εσείς που δώσατε στο χωριό σας το όνομα «Παναγίτσα», δηλαδή της Παναγίας, που κι αυτή, όταν μαζί με τον Ιωσήφ και τον μικρό Χριστό έφευγαν στην Αίγυπτο, κυνηγημένοι από τον Ηρώδη, ήταν πρόσφυγας.

Κι ούτε είναι δυνατό να είστε αφιλόξενοι, εσείς οι κάτοικοι της  Άρνισσας, αφού «Σ’ αυτά τα χώματα», όπως έγραψαν και οι φίλοι του Συλλόγου Προστασίας Βεγορίτιδας, «γεννήθηκαν και θα γεννηθούν άνθρωποι για ν’ αγαπούν, να σέβονται τον πόνο του άλλου, του όποιου άλλου».

Εγώ αυτά είχα να σας γράψω.   

Αν έχετε κάτι να μου απαντήσετε, πείτε το σε όποιον ξένο, πρόσφυγα ή μετανάστη, βρεθεί μπροστά σας. Το ίδιο είναι.

Να είστε πάντα καλά. 

Άντελ

(και για την αντιγραφή Θ. Αχτσιόγλου)