Εκπαίδευση προσαρμογής και υποταγής. Του Δημοσθένη Δαγκλή

Κυρίως στη μετά τον πόλεμο χρονική περίοδο, μέχρι τις μέρες μας, ο προοδευτικός κριτικός στοχασμός προοιωνίστηκε αρκετές καταστάσεις που βιώνει σήμερα ο άνθρωπος της λεγόμενης δυτικής κοινωνίας και όχι μόνο. Επίσης τις τελευταίες δεκαετίες με την πρωτοφανή εξέλιξη του τεχνοκαπιταλισμού, αυτές οι κριτικές εκτιμήσεις εμπλουτίζονται και εξειδικεύονται στα νέα τεχνο-δεδομένα που έχουν βασικό γνώρισμα την εικονοποίηση και ψηφιοποίηση των πάντων.

Η κοινωνική, πολιτική, εργασιακή, σχολική κ.λπ. ζωή, αλλά και η προσωπική, ελάχιστα μπορεί πλέον να αποδράσει από την ψηφιακή αιχμαλωσία ελεγχόμενων δικτύων και μηχανών. Οι υποκειμενικότητες οφείλουν να γίνουν data και να εκφράζονται αλγοριθμικά. Η γλώσσα πρέπει να περιοριστεί σε χαρακτήρες μηχανής. Η αισθητική πρέπει να συγκλίνει με την κυβερνητική. Η πολιτική η ίδια οφείλει να μετατραπεί σε τεχνικό πρόβλημα. Κορωνίδα του σημερινού τεχνοφουτουριστικού οράματος που λανσάρεται αποτελεί η επίτευξη της περίφημης ένωσης «σάρκας-μηχανής».

Ανθρωπολογικά, στον σφυρηλατούμενο νέο άνθρωπο η προσαρμογή αυτή γίνεται παγκυρίαρχη και έτσι συνιστά το νέο σχήμα κυριαρχίας (Τ. Αντόρνο). Στο νέο υποκείμενο, η σκέψη δεν θα επιχειρεί πλέον να σκέφτεται ελεύθερα το πραγματικό καθεαυτό, αλλά θα το αφήνει αυτό στους ειδικούς και… καλύτερα πληρωμένους.

Αντ’ αυτού θα πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την καταλληλότητα και αποδοτικότητά της,και κάπου θα πρέπει να υπάρχουν ήδη γραμμένες οι απαντήσεις(!). Στον χώρο της εργασίας ο νέος «εξελιγμένος» άνθρωπος θα πρέπει να είναι ικανός να διαχειρίζεται βραχυπρόθεσμες υποθέσεις και τον εαυτό του, ενώ μετακινείται από ένα καθήκον σε ένα άλλο, από μία θέση εργασίας σε μία άλλη, από ένα μέρος σ’ ένα άλλο. Να μπορεί να αναπτύσσει νέες δεξιότητες, αφού πολλές απαξιώνονται γρήγορα και έτσι η «διά βίου μάθηση» ενσωματώνεται στον ορισμό της εκπαίδευσης.

Προφανώς στην εκπαίδευση και στην παιδεία γενικότερα εκβάλλουν όλες οι παραπάνω εκτιμήσεις και πολλές άλλες βέβαια, αφού το πλαίσιο άσκησης της εξουσίας συνίσταται στην «καθοδήγηση των διαγωγών» και τη διαχείρισή της (M. Φουκώ). Η ανάγκη, βέβαια, μιας όσο το δυνατόν ήπιας προσαρμογής, ουσιαστικά υποταγής, του νέου υποκειμένου επιβάλλεται από την αντίφαση που διαρκώς εντείνεται.

Η τελευταία αφορά την ελευθερία του ατόμου, που από τη μία πρέπει να υπάρχει, για να εξασφαλίζει την κινητικότητα που προαναφέραμε, αλλά ταυτόχρονα να ελαχιστοποιεί την αντίδρασή του στις νέες συνθήκες. Αυτή η σχιζοφρενής κατάσταση του υποκειμένου σηματοδοτεί κατά μία άποψη και τη διαφορά μεταξύ των εννοιών «νεοφιλελεύθερο» και «φιλελεύθερο».

Οσον αφορά τη γενική παιδεία ως κουλτούρα, ήδη υπάρχει στα καθ’ ημάς η υπεροχή των εξουσιαστών στα συμβατικά μέσα επικοινωνίας -στον έντυπο και απόλυτα στον τηλεοπτικό χώρο- που συνετέλεσε και στην πρόσφατη ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τον νεοφιλελεύθερο πολιτικό χώρο που τους εκφράζει.

Η παρέμβαση στην ιδρυματική- θεσμική παιδεία (σχολεία, σχολές κ.λπ.) έρχεται να ολοκληρώσει την παραπάνω «καθοδήγηση των διαγωγών». Το πνεύμα του νέου νομοθετήματος είναι αυτό του (τεχνο)καπιταλισμού της αγοράς, όπου η εμπορευματοποίηση κυριαρχεί και γίνεται πλέον εμφανής στα ανώτερα επίπεδα. Το ερώτημα για τη γνώση αντικαθίσταται σταδιακά όχι στο αν αυτή αληθεύει αλλά σε τι χρησιμεύει, που μεταφράζεται στο αν μπορεί τελικά να πουληθεί. Η ενδυνάμωση της «προσαρμογής» παράλληλα με την αποδυνάμωση της κριτικής σκέψης και του «επικίνδυνου» συναισθήματος είναι προφανείς.

Ετσι, π.χ., αφού η Ιστορία αποτελούσε πάντα μέτρο αποτίμησης μιας αλλαγής ή καινοτομίας θα πρέπει το μάθημα αυτό να μεροληπτεί, να διαστρεβλώνει και βέβαια να περιοριστεί! Πολύ περισσότερο η ιδεολογικά επικίνδυνη Κοινωνιολογία πρέπει να καρατομηθεί! Ο εκπαιδευόμενος πρέπει να απολέσει τη δυνατότητα να αναγνωρίζει άμεσα το σημαντικό και το ασήμαντο, το ασύμβατο και το συμπληρωματικό, το αναγκαίο και το απαγορευτικό μιας συνέπειας. Και οι μορφές τέχνης -κύρια υπεύθυνες στη διέγερση συναισθημάτων αλλά και φυτώριο προοδευτικών ιδεών- οφείλουν επίσης να καρατομηθούν!

Ο παραμερισμός κάθε μαθησιακού εμποδίου για την ένταξη του νέου data-ποιημένου ανθρώπου στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης αποτελεί ύψιστο νεοφιλελεύθερο καθήκον. Τέτοιες καταργήσεις «επικίνδυνων» μαθημάτων ανιχνεύονται και στο πρόσφατο παρελθόν.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (ΑΣΠΑΙΤΕ) διακρίνουμε π.χ. την κατάργηση της αυτονομίας μαθημάτων, όπως η «Φιλοσοφία της Παιδείας» και η «Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης» το 2013 επί παρόμοιας κυβέρνησης νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού. Τέλος, το μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει, αντίθετα, να ενισχυθεί και να ανταποκρίνεται στον πατροπαράδοτο σφικτό εναγκαλισμό κράτους-εκκλησίας. Η θρησκευτική διδασκαλία με την απολεσθείσα εδώ και αιώνες κοινωνικοεξισωτική της διάσταση, αλλά με το λατρευτικό και λυτρωτικό της πνεύμα παρέχει πάντα εκείνο το «βάλσαμο» στους σημερινούς κολασμένους της Γης που αυξάνονται και πληθύνονται ραγδαία.

Στην εποχή μας, η ιστορικά πρωτοφανής αποικιοκρατική εισβολή στη φύση συμπληρώνεται με την αναγκαία αντίστοιχη εισβολή στη σκέψη και στο υποσυνείδητο που ανήκει -πρωτίστως- στην αρμοδιότητα της παιδείας-εκπαίδευσης. Πρόθυμοι εκτελεστές αυτών των σκοπών -δυστυχώς- πάντα υπάρχουν.

* Φυσικός, Dr. Φιλοσοφίας

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών