«…Δεν είναι καθόλου σωστό ένας δάσκαλος να περπατάει ξυπόλυτος στους ουρανούς». Του Χρήστου Φωτογλίδη

«…Δεν είναι καθόλου σωστό ένας δάσκαλος να περπατάει ξυπόλυτος στους ουρανούς». Του Χρήστου Φωτογλίδη

Eduardo Rosenzvaig, Η κάμπια πάνω στο μαυροπίνακα (μτφρ.: Βασίλης Αλεξίου), Πανοπτικόν, 2019

Ο Eduardo Rosenzvaig είχε γράψει πλήθος βιβλίων και άρθρων, δοκιμίων, μελετών και μυθιστορημάτων. Βραβεύτηκε (αν μία βράβευση λέει κάτι από μόνη της) αρκετές φορές και, ανάμεσα στις βραβεύσεις, οι δύο ήταν με το βραβείο Casa de las Americas. Η γραφή του θα λέγαμε ότι ανήκει σε εκείνη τη κλασική λατινοαμερικάνικη σχολή και πολλές φορές ο ίδιος «συγκρίθηκε» με τον φίλο και συνονόματό του, τον Εντουάρνο Γκαλεάνο. Και όμως, ο Rosenzvaig παραμένει εν πολλοίς άγνωστος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό: ενώ μέχρι τώρα είχαν μεταφραστεί αποσπάσματα από δουλειές του, οι οποίες δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά (Πανοπτικόν, Ουτοπία κ.ά.), το βιβλίο για το οποίο γράφεται το παρόν κείμενο είναι το πρώτο βιβλίο του που μεταφράζεται στα ελληνικά.

Είναι δύσκολο να τοποθετήσει κανείς την Κάμπια πάνω στο μαυροπίνακα σε ένα κειμενικό είδος. Πρόκειται για ένα «παράξενο βιβλίο», όπως σημειώνει ο μεταφραστής του στην εισαγωγή του βιβλίου, δανειζόμενος τον όρο της Άνα Βερόνικα Χουλιάνο. Με την ανάγνωση των πρώτων σελίδων, γίνονται φανερές οι λογοτεχνικές του αρετές: ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μετακινείται ανάμεσα σε τόπους, χρονικότητες και καταστάσεις είναι συγκλονιστικός. Παράλληλα, ο ίδιος υφαίνει την ιστορία σε δύο κύρια επίπεδα: Αφενός, σε σχέση με τον πρωταγωνιστή του και τη ζωή του (που δεν είναι ένας πρωταγωνιστής με την κλασική έννοια, αφού στο πρόσωπό του πρέπει να δούμε όλους εκείνους τους αφανείς ήρωες), τον Ισάουρο Αρανσίμπια, δάσκαλο και συνδικαλιστή. Αφετέρου, σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αφήγηση στέκεται στις τελευταίες ώρες της κυβέρνησης της Ισ. Περόν και της επιβολής της στρατιωτικής χούντας του Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα. Η μεγάλη εικόνα περνάει μέσα από τη μικρή, αν μπορούμε καταχρηστικά να τη χαρακτηρίσουμε μικρή: η πραγματοποίηση ενός πραξικοπήματος περνά από τη δολοφονία ενός δασκάλου και μάχιμου συνδικαλιστή, που κατέληξε «να περπατάει ξυπόλυτος στους ουρανούς».

Ωστόσο, θα ήταν άδικο να μείνουμε μόνο στη λογοτεχνική μαεστρία του συγγραφέα. Ο Rosenzvaig, γράφοντας αυτό το βιβλίο, ενσωματώνει την ιστορική έρευνα τόσο σε αρχειακά τεκμήρια, όσο και σε μαρτυρίες, στην αφήγησή του, κάνοντας το κείμενο τόσο πυκνό σε ιστορική πληροφορία, που μπορεί να διαβαστεί και ως εισαγωγικό σημείωμα σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο της αργεντίνικης ιστορίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας, ως ιστορικός, καταφέρνει να περάσει στον αναγνώστη το κλίμα της κοινωνίας αλλά και να παρουσιάσει μια σειρά από σημαντικά γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις. Η σπουδαία δουλειά του μεταφραστή της ελληνικής έκδοσης Βασίλη Αλεξίου, με τον υπομνηματισμό του κειμένου, βοηθά τον Έλληνα αναγνώστη να κατανοήσει πλήρως κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρόσωπο, γεγονός ή κατάσταση όπου, όπως σημειώνει ο ίδιος στην έκδοση (σ. 18) «διευκολύνουν (σ.σ. οι υπό-σημειώσεις) τον απομακρυσμένο πραγματολογικά και όχι πραγματικά – αφού αντίστοιχες μνήμες και εμπειρίες δεν του είναι καθόλου ξένες Έλληνα αναγνώστη».

Ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο έχει ενδιαφέρον και για έναν ακόμα λόγο: γιατί μοιάζει να αφορά την «ανοιχτή» συζήτηση ανάμεσα στους ιστορικούς για το πως πρέπει να γράφεται και να μεταφέρεται η Ιστορία, με ποιο τρόπο να παρουσιάζονται οι μαρτυρίες και πως πρέπει –ή αν– να βγάζουμε γενικότερα συμπεράσματα από τη «μικρή» εικόνα. Ο τρόπος που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μικροϊστορία δεν οδήγησε σε παραπλανητικά συμπεράσματα σε σχέση με τις κοινωνικές διεργασίες της περιόδου, το χτίσιμο της ιστορίας γύρω από έναν άνθρωπο των «από τα κάτω», που όμως η ιστορία του αφορά τους πολλούς και όχι μόνο αυτή (ή μία σε κάθε περίπτωση) την εξέχουσα προσωπικότητα, και η παρουσίαση σειράς μαρτυριών, όχι με έναν φορμαλιστικό λόγο, αλλά με αμεσότητα, μπορούν να χαράξουν δρόμους για την εξοικείωση των πολλών με την ιστορία και την ιστορική πραγματικότητα και παράλληλα να διαμορφώσει νέους όρους σχετικά με τη δημόσια ιστορία αλλά και τη μνήμη.

Ο Ισάουρο Αρανσίμπια, λοιπόν, ήταν αυτός ο μάχιμος συνδικαλιστής δάσκαλος που έμαθε στους μαθητές του ότι δύο συν δύο κάποιες φορές μπορεί να μην κάνει τέσσερα, και στους συναδέλφους του ότι «τα παιδιά πρέπει να εκπαιδεύονται για να σκέφτονται και να αλλάζουν τη ζωή και όχι για να την απαγγέλλουν» (σ.61). Αυτός που, για το «Πρακτικόν» της γραφειοκρατίας, ήταν απλά ένας κατεσβησμένος, αλλά για εμάς ένας δολοφονημένος δάσκαλος, που έπρεπε να πεθάνει για να μπορέσει να επιβληθεί ένα καθεστώς (όπως και πολλοί άλλοι). Και έπειτα, η ιστορία θάφτηκε μέσα σε τόνους λάσπης και ανακρίβειας. Εκεί ακριβώς έρχεται και αυτό το βιβλίο, όπως και άλλα: είναι ο τρόπος να θυμηθούμε ξανά.

Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό με τα προηγούμενα: το βιβλίο αυτό εκδίδεται σε μία εποχή που ο μαχητικός δάσκαλος Ισάουρο και τα διδάγματά του έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη διαρκή καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και με τη συνολική απαξίωση αυτής της στάσης ζωής. Μπορεί, λοιπόν, αυτός να είναι ο τρόπος να εμπνευστούμε ξανά. Και ίσως, αφού «όλοι οι Κιχώτες είναι νεκροί» (σ.47), όπως και ο κιχώτης Ισάουρο Αρανσίμπια, να πρέπει να ξεθάψουμε κάποιον, και να του δώσουμε ζωή, «για να απελευθερώσει και να απελευθερωθεί».