Απόφαση του ΣτΕ δείχνει ότι η Ελληνικός Χρυσός παραβιάζει τη σύμβασή της και.. όχι τυχαία

Με απόφασή του το ΣτΕ δικαιώνει τους κατοίκους της Χαλκιδικής που τόσα χρόνια υποστήριζαν ότι η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός όχι μόνο καταστρέφει το περιβάλλον αλλά ταυτόχρονα δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην οικονομία του τόπου και της χώρας.

Και αυτό γιατί στην απόφασή του το ΣτΕ επικυρώνει την απόφαση Σκουρλέτη που τον Ιούλιο του 2016 απέρριψε και επέστρεψε την τεχνική μελέτη της Μονάδας Μεταλλουργίας της Ελληνικός Χρυσός στην περιοχή του Μαντέμ Λάκκου. Επέστρεψε δηλαδή την μελέτη με την οποία η εταιρεία ισχυριζόταν ότι μπορεί να φτιάξει μονάδα παραγωγής καθαρών μετάλλων στην Ελλάδα, κάτι που αποτελούσε και την «καρδιά» του επενδυτικού της σχεδίου, συμβατική υποχρέωσή της την οποία δεν έχει ακόμη υλοποιήσει.

Η Ελληνικός Χρυσός στην προσφυγή της στο ΣτΕ ζητούσε την ακύρωση της απόφασης Σκουρλέτη. Δύο χρόνια μετά την εκδίκαση της υπόθεσης, το ΣτΕ αποφαίνεται ότι το Υπουργείο έκρινε τότε σωστά ανεπαρκή τρία σημεία της τεχνικής μελέτης της εταιρείας σχετικά με την πυρομεταλλουργική μέθοδο ακαριαίας τήξης «flash smelting» για την παραγωγή καθαρών μετάλλων.

Να σημειωθεί ότι στην απόφαση του Υπουργείου για επιστροφή της τεχνικής μελέτης της εταιρείας υπήρχε αναφορά στις επιπτώσεις που θα υπάρξουν στο περιβάλλον και στην υγεία των εργαζομένων και των κατοίκων από την μέθοδο αυτή, δεδομένης της ταυτόχρονης ύπαρξης αρσενικού στα πετρώματα της Ολυμπιάδας.

Συγκεκριμένα το ΣτΕ συμφωνεί με τη θέση του τότε Υπουργείου ότι εκ μέρους της εταιρείας κατατέθηκαν στοιχεία ανεπαρκή ως «προς την αντιμετώπιση, κατά το πρόγραμμα δοκιμών της μεθόδου, των ειδικών τεχνικών ζητημάτων της εκτιμώμενης, με βάση την υψηλή περιεκτικότητα του μίγματος σε σίδηρο, θείο και αρσενικό, υποβαθμισμένης ποιότητας της μάτας».

Κρίνει ακόμη αμφίβολη τη διαδικασία της ίδιας της παραγωγής καθαρών μετάλλων καθώς, όπως αναφέρεται, «κατατέθηκαν ανεπαρκή στοιχεία ως προς την αντιμετώπιση των υψηλών απωλειών χαλκού, χρυσού και αργύρου στη σκωρία και στη σκόνη και της παρουσίας μαγνητίτη και ανεπαρκή στοιχεία ως προς την αντιμετώπιση των διαφυγών αρσενικού τόσο στη μάτα όσο και στη σκωρία».

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το ΣτΕ κρίνει «ανεπαρκή τα στοιχεία που κατατέθηκαν από την εταιρεία ως προς την αντιμετώπιση του ζητήματος της διαχείρισης των σημαντικών ποσοτήτων έντονα τοξικών απαερίων και των επικίνδυνων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, πιθανών διαφυγών αυτών στους χώρους του εργοστασίου».

Περαιτέρω, σύμφωνα με την περίληψη της απόφασης του ΣτΕ, «απερρίφθη και ο λόγος με τον οποίον είχε προβληθεί ότι, με την επιστροφή της τεχνικής μελέτης, η Διοίκηση απαραδέκτως αμφισβήτησε, ευθέως ή εμμέσως, την εφαρμοσιμότητα της μεταλλουργικής μεθόδου ακαριαίας τήξης, που είχε αποτελέσει αντικείμενο της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων του έργου, και δεν συμμορφώθηκε προς τα κριθέντα με τις αποφάσεις 1492/2013 και 3191/2015 του Δικαστηρίου».

Οι κάτοικοι χρόνια τώρα με στοιχεία που προέβαλαν είχαν αποδείξει ότι η μέθοδος αυτή δεν έχει εφαρμοστεί πουθενά στον κόσμο σε συνύπαρξη με τεράστια ποσοστά αρσενικού στα συμπυκνώματα, όπως συμβαίνει στην ΒΑ Χαλκιδική.

Με την απόφαση του ΣτΕ απορρίπτεται και ο βασικός ισχυρισμός της εταιρείας ότι μπορεί με την δραστηριότητά της να προσφέρει αντισταθμιστικά οφέλη στην οικονομία της χώρας. Πρόκειται για ισχυρισμό που δυστυχώς αναφέρονταν και σε παλαιότερες αποφάσεις του ίδιου του Ανώτατου Δικαστηρίου με τις οποίες απορρίπτονταν προσφυγές των κατοίκων ενάντια στην εξόρυξη οι οποίες περιέγραφαν την αποικιοκρατικού τύπου σύμβαση και λογική με την οποία δρα η εταιρεία. Με την τελευταία απόφαση του ΣτΕ τέτοια παραγωγή και μέθοδος που να καλύπτει την συμβατική υποχρέωση της εταιρείας ουσιαστικά δεν υπάρχει και αποδεικνύεται ότι τόσα χρόνια και σε αυτό το ζήτημα η εταιρεία παραβίαζε την σύμβασή της.

Η απόφαση αυτή του ΣτΕ ανακοίνωνεται, ίσως όχι τυχαία, σε μία περίοδο που η εταιρεία, γνωρίζοντας τον σκόπελο της αδυναμίας της να προτείνει μια εφαρμόσιμη μέθοδο για την συμβατική της υποχρέωση, συζητά με την κυβέρνηση την τροποποίηση του επενδυτικού της σχεδίου. Είναι, επιπλέον, παραπάνω από σίγουρο ότι η εταιρεία επιθυμεί να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της αυτή και να συνεχίσει, όπως κάνει χρόνια τώρα, να εξάγει τα συμπυκνώματα των εξορύξεων στο εξωτερικό, μια διαδικασία από την οποία η περιοχή λαμβάνει ήδη αντί οικονομικών οφελών, μόνο ...τοξικά απόβλητα και μπόλικη ρύπανση. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι πρόκειται για μία διαπραγμάτευση που κρατιέται κρυφή τόσο από τους κατοίκους αλλά και τις τοπικές αρχές μιας περιοχής που δεν έχει συμμετάσχει ποτέ σε πραγματική διαβούλευση για μια εξορυκτική δραστηριότητα που καθημερινά καταστρέφει ολοένα και περισσότερες πτυχές της ζωής της.

Σταυρούλα Πουλημένη