Από τη Μόσχα στη Μέκκα; Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Olivier Roy, Η τζιχάντ και ο θάνατος (μτφρ.: Κιττυ Ξενάκη), Πόλις  2017, σσ. 168

Μετά τις σφαγές στο Σαρλί και το Μπατακλάν, ο φρικαλέος αποκεφαλισμός του Σαμυέλ Πατύ, στις 16 Οκτωβρίου, συνέχισε να προσθέτει μαύρο πάνω στο μαύρο, στη Γαλλία και την Ευρώπη. Άμαχοι, άνθρωποι «της διπλανής πόρτας», πλήρωσαν μια ακόμα φορά με τη ζωή τους την αποκρουστική μηδενιστική τρομοκρατία των τζιχαντιστών. Δέκα μέρες μετά, όμως, είμαστε ήδη στην «επόμενη μέρα»: με τη γαλλική κυβέρνηση να αναρτά σκίτσα του Μωάμεθ στα δημόσια κτίρια (προς υπεράσπιση της ελευθερίας του κράτους να προκαλεί μια θρησκευτική μειονότητα), την ίδια να κλείνει το τζαμί της Παντέν για έξι μήνες (για «συλλογική τιμωρία» μιλούν οι πιστοί) και τον Μακρόν να ανακαλεί τον Γάλλο πρέσβη από την Τουρκία, βεβαιώνοντας ότι τα τεκταινόμενα έχουν παγκόσμια εμβέλεια.

Όσα συμβαίνουν μας αφορούν και ειδικότερα. Στην Ελλάδα λέγεται και γράφεται με νόημα ότι «κάποιοι ευαίσθητοι σιώπησαν», τάχα γιατί θεωρούν τους τζιχαντιστές φωνή των φτωχών. Αναπαράγοντας προειδοποιήσεις του Αιγύπτιου δικτάτορα Σίσι, το πρωτοσέλιδο των Νέων συνδέει ανοιχτά τον τζιχαντισμό με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις («Προετοιμαστείτε για τζιχαντιστές – Πώς τους χρησιμοποιεί η Τουρκία», 24.10.2020). Όπως συμβαίνει διεθνώς, ο τζιχαντισμός μπαίνει κι εδώ όλο και συχνότερα δίπλα στη λέξη «ριζοσπαστισμός»: ήδη από το 2016, η ελληνική Αστυνομία υλοποιεί το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Δράσεις κατά της ριζοσπαστικοποίησης και του εξτρεμισμού». Αξίζει να αναζητήσετε το σχετικό βίντεο του Δικτύου Ευαισθητοποίησης για τον Ριζοσπαστισμό (Radicalism Awareness Network, RAN), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γιατί μας «ευαισθητοποιεί» ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο κάποιας θρησκείας: υπάρχουν επίσης δεξιοί εξτρεμιστές, όπως και αριστεροί, και ο εξτρεμισμός όλων αυτών, λέγεται, είναι το ανώτατο στάδιο του ριζοσπαστισμού τους (βλ. εδώ).

Ο αντι-τζιχαντισμός δεν σταματά στα σύνορα της Γαλλίας· δεν σταματά, όμως, ούτε στους τζιχαντιστές. Η Γαλλία δείχνει έναν δρόμο για την ενοποίηση όχι μόνο του δικού της πολιτικού κόσμου –φιλελεύθερων, συντηρητικών και ακροδεξιών–, αλλά και μιας διαιρεμένης Δύσης: Στο εσωτερικό, συνεχίζοντας τον αντι-ισλαμικό ρεπουμπλικανισμό τύπου Σαρκοζί. Και διεθνώς, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον αμερικανικό «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Ιδίως μετά το 2015, το γαλλικό κράτος αναστέλλει ελευθερίες και ανοίγει πολεμικά μέτωπα για να προστατέψει ελευθερίες και ανθρώπινες ζωές. Μετά το Μπατακλάν, ανάμεσα στα πρώτα σημάδια ριζοσπαστικοποίησης θεωρείται ως και το να μην ακούς πια μουσική (βλ. εικόνα από την ιστοσελίδα της κυβέρνησης Stop-Djihadisme.gouv.fr):

Μπροστά στην αποτυχία του φαρμάκου, σήμερα διπλασιάζει τη δόση: αναρτώντας παντού σκίτσα του Μωάμεθ δηλώνει τη στράτευση –απέναντι σε ένα μειονοτικό θρησκευτικό δόγμα–, ενός κράτους θεωρητικά ουδέτερου μπροστά στην πίστη και τη μη πίστη. Δεν συμβαίνει πρώτη φορά: λίγο πριν από τον φρικαλέο αποκεφαλισμό του Σαμυέλ Πατύ, ο σημαντικός Γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά επισήμανε το πρόβλημα, με αφορμή το πρόσφατο νομοσχέδιο κατά του «ισλαμιστικού αυτονομισμού».

Υπεράσπιση της κοσμικότητας ή κρατική παρέμβαση στη θρησκεία;

«Το παράδοξο», σχολίαζε ο Ρουά πριν την 16η Οκτωβρίου, «είναι ότι ο Μακρόν υπερασπίζεται την κοσμικότητα με ένα σχέδιο που βασίζεται στην κρατική παρέμβαση στη θρησκεία» (Το Βήμα, 15.10.2020). Μια από τις προβλέψεις του νομοσχεδίου που ξεσήκωσε αντιδράσεις μουσουλμάνων είναι η προώθηση ιμάμηδων εκπαιδευμένων και πιστοποιημένων στη Γαλλία –σε αντικατάσταση των ιμάμηδων που ορίζουν Τουρκία, Αλγερία και Μαρόκο–, προκειμένου να περιοριστεί η ξένη επιρροή στο γαλλικό Ισλάμ. Ήταν ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα: νόμοι για την απαγόρευση της μαντίλας, γεύματα με χοιρινό στο σχολείο, χωρίς εξαιρέσεις για τα παιδιά των μουσουλμάνων («αυτή είναι η Δημοκρατία!», δήλωνε το 2016 ο Σαρκοζί), και πρόταση του σοσιαλιστή Ολάντ να αφαιρείται η γαλλική ιθαγένεια από καταδικασθέντες για τρομοκρατικές ενέργειες.

Η αρχή του ουδετερόθρησκου κοσμικού κράτους (laïcité), σήμα-κατατεθέν της Γαλλίας των «Φώτων», είναι καιρό τώρα εργαλείο που σπρώχνει τη θρησκευτικότητα εκτός δημόσιου χώρου και βάζει τους μουσουλμάνους στο μικροσκόπιο: δεν πρόκειται πια για αρχή διαχωρισμού θρησκείας και πολιτικής, αλλά για κρατικό παρεμβατισμό που εκβιάζει την αφοσίωση των θρησκευόμενων στις αξίες του γαλλικού ρεπουμπλικανισμού (βλ. Jim Wolfreys, Republic of Islamophobia, Oxford University Press 2018). 

Μπορεί να νικηθεί έτσι ο τζιχαντισμός; Ο Ολιβιέ Ρουά προτείνει μια διαφορετική διάγνωση με πτυχές άλλοτε πολύ ενδιαφέρουσες – και άλλοτε πολύ προβληματικές.

Ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός δεν οδηγεί απαραίτητα στην πολιτική βία

Ο Ρουά μεταφράζεται στην Ελλάδα ήδη από το 2003 και το τελευταίο βιβλίο του κυκλοφόρησε στα ελληνικά μέσα στη χρονιά (Η Ευρώπη είναι χριστιανική;, μτφρ. Βάλια Καϊμάκη, Πόλις). Αν γυρνάμε σε προηγούμενο έργο του, τη Τζιχάντ και τον θάνατο (μτφρ.: Κίττυ Ξενάκη, Πόλις 2017), είναι γιατί ο Γάλλος ισλαμολόγος υποστηρίζει εκεί ότι

η βίαιη ριζοσπαστικοποίηση δεν αποτελεί συνέπεια της θρησκευτικής ριζοσπαστικοποίησης, παρότι δανείζεται πολύ συχνά τα μονοπάτια και τα πρότυπά της […] Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός υπάρχει, φυσικά, και προκαλεί σοβαρά κοινωνικά προβλήματα […] Δεν καταλήγει, όμως, αναγκαστικά στην πολιτική βία (σ. 19-20).

Για τον Ρουά, ό,τι ονομάζουμε σήμερα τζιχαντισμό, έχει αλλάξει δραστικά το περιεχόμενο της παραδοσιακής τζιχάντ. Φυσικά, αυτή είχε «εξαρχής στρατιωτική έννοια». Όμως, ήδη από τον καιρό του Μωάμεθ

άρχισε να αναπτύσσεται μια ολόκληρη νομική βιβλιογραφία για τη ρύθμιση της τζιχάντ, με στόχο φυσικά να μη χρησιμοποιείται ως άλλοθι για εξεγέρσεις και να μη συντηρεί τον φίτνα (βίαιο διχασμό) εντός της κοινότητας […] Κατά την επικρατέστερη άποψη των λογίων, λοιπόν, η τζιχάντ δεν είναι ένας από τους πέντε πυλώνες του Ισλάμ· δεν είναι ατομική, αλλά συλλογική υποχρέωση· αφορά μια συγκεκριμένη περιοχή που απειλείται από μη μουσουλμάνους και περιλαμβάνει, πρώτα απ’ όλα, τους μουσουλμάνους της περιοχής αυτής. Δεν μπορεί να διεξαχθεί εναντίον μουσουλμάνων. Πρέπει να κηρυχθεί από τις αρμόδιες θρησκευτικές αρχές. (σ. 26).

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή τζιχάντ, ο τζιχαντισμός είναι θεωρία που αναπτύσσεται από τη δεκαετία του 1950, μετά την νάκμπα (σ. 31), μετά δηλαδή τον ξεριζωμό των Παλαιστινίων για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, που δεν απέτρεψαν τα αραβικά κράτη. Από τότε, και ιδίως μετά την καταστολή των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτου του Νάσερ, η τζιχάντ πέρασε από τα κράτη στα χέρια των μαχητών (σ. 27), για να καταλήξει «ένα ατομικό, διαρκές και παγκόσμιο καθήκον» (σ. 29), συνυφασμένο –να μια ακόμα τομή– με την επιδίωξη του θανάτου:

αυτή η επιδίωξη του θανάτου (το περίφημο «Εμείς αγαπάμε το θάνατο όσο εσείς αγαπάτε τη ζωή») εδράζεται ταυτόχρονα σε μια πολιτική αποτυχία και μια βαθιά θρησκευτική απαισιοδοξία […] δεν θα υπάρξει νέος προφήτης, διότι ο Μωάμεθ είναι ο τελευταίος προφήτης. Ο καιρός γαρ εγγύς [άρα] πρέπει να σκεφτεί κανείς την προσωπική του σωτηρία, και όχι να αφοσιωθεί στη δημιουργία μιας καλύτερης κοινωνίας (σ. 32).

Χωρίς ελπίδα για μια άλλη, καλύτερη κοινωνία, η αξία της ζωής γίνεται αφόρητα σχετική.

Οι δύο γενιές τζιχαντιστών και η αποσύνδεση της θρησκείας από την κουλτούρα

Ο Ρουά διακρίνει μια σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των τζιχαντιστών. Ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ένας πρώτος κύκλος «μαχητών» προερχόταν από τη Μέση Ανατολή, πήγε για τζιχάντ στο Αφγανιστάν, και στη συνέχεια επέστρεψε: αυτοί οργάνωσαν τις πρώτες «παγκοσμιοποιημένες» επιθέσεις – στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου (1993), σε πρεσβείες των ΗΠΑ στην Αν. Αφρική (1998) ή εναντίον του καταδρομικού Cole του αμερικανικού ναυτικού (2000): Μπιν Λάντεν, Ραμζί Γιουσέφ, Σεΐχ Μοχάμεντ.

Από το 1995, μια δεύτερη γενιά περιλαμβάνει ανθρώπους χωρίς δεσμούς με τη χώρα καταγωγής – άλλους γεννημένους στη Δύση, άλλους δυτικοποιημένους, κάποιους προσήλυτους, και μετά το 2012, ορισμένες γυναίκες (σ. 34-35). Για τον Ρουά, δεν πρόκειται για θύματα ιμπεριαλιστικής/ρατσιστικής βίας, αλλά για εκδικητές, που μάχονται για λογαριασμό των θυμάτων. Μαχητές της δεύτερης γενιάς και προσήλυτοι ριζοσπαστικοποιούνται – υποστηρίζει ο Ρουά– γιατί

έχουν χάσει, εκ των πραγμάτων ή από επιλογή, την πολιτισμικά ριζωμένη θρησκεία των γονιών τους. Ανασυνθέτουν, λοιπόν, με το μυαλό τους μια θρησκεία χωρίς κοινωνικά και πολιτισμικά σημεία στήριξης […] πλέκουν μάλιστα το εγκώμιο αυτής της διαδικασίας διότι τους μεταμορφώνει από περιθωριακούς losers σε τέλειους πρωταγωνιστές μιας ομογενοποιητικής παγκοσμιοποίησης (σ. 112).

Η υπερεκπροσώπηση Τσετσένων στις τάξεις των τζιχαντιστών (ας θυμηθούμε την τσετσένικη καταγωγή του 18χρονου Αμπντουλάχ Αμπουγέντοβιτς που αποκεφάλισε τον Πατύ), εξηγείται για τον Ρουά ως αποτέλεσμα της ρήξης των γενεών: η απέλαση των Τσετσένων από τη σοβιετική Ρωσία έγινε το 1944, δεν βιώθηκε δηλαδή από τους σημερινούς τζιχαντιστές (σ. 113). Εκείνοι «απλά» εκδικούνται γι’ αυτήν.

Αντίθετα, οι Τούρκοι της Ευρώπης υποεκπροσωπούνται στον διεθνή τζιχαντισμό, διότι γ’ αυτούς η μετάδοση της γλώσσας και της παραδοσιακής θρησκείας είναι εξασφαλισμένη (σ. 114).

Διάδοχος της επανάστασης ή εχθρός και προϊόν της ήττας της;

Ο Ρουά παραδέχεται ότι η εξήγηση του πώς ριζοσπαστικοποιούνται θρησκευτικά οι νέοι και οι προσήλυτοι δεν ερμηνεύει και το πέρασμα των ριζοσπαστικοποιημένων στην τρομοκρατία. Η ερμηνεία που προτείνει ο ίδιος για το πέρασμα αυτό, ωστόσο, είναι πολλαπλά προβληματική. Ενώ ο συγγραφέας σκιαγραφεί τους τζιχαντιστές ως περιθωριακούς losers, ενώ δηλαδή υπαινίσσεται κοινωνικές ρίζες, ο ίδιος καθηλώνεται σε μια επιφανειακή ψυχανάλυση της πολιτικής βίας, απ’ όπου συμπεραίνει συνδέσεις του τζιχαντισμού με την επαναστατική παράδοση:

Ήδη από τη δεκαετία του 1960, βλέπουμε να αναδύεται ένα πεδίο αμφισβήτησης των γονέων το οποίο καταλαμβάνεται αρχικά από την Άκρα Αριστερά, και κατόπιν, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, από τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό […] Από την κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση μέχρι τους Ερυθρούς Χμερ και το Daech, οι εξεγέρσεις των νέων ενάντια στους γονείς τους χαρακτηρίζονται από την επιθυμία τους να διαγράψουν το παρελθόν, να σβήσουν τη μνήμη, να γίνουν οι κύριοι της αλήθειας σε σχέση με τους γονείς. Περισσότερο από συνέχιση της παράδοσης, περισσότερο από μεταβίβαση της εξέγερσης είναι το κενό μνήμης, η σιωπή ή η δειλία των γονέων τα στοιχεία που κάνουν τους νεαρούς ριζοσπαστικοποιημένους να εξεγείρονται […] Οι δύο μορφές αμφισβήτησης (Άκρα Αριστερά και ριζοσπαστικός ισλαμισμός) έχουν κοινή δομή (σ. 119-121).

Ριζοσπαστικό Ισλάμ: αλληγορία του Εχθρού, κοινωνικού, πολιτισμικού και γεωπολιτικού

Η διάγνωση αυτή ταιριάζει γάντι με αντίστοιχες της δεκαετίας του ’90, πολύ πριν από τη φρίκη των Δίδυμων Πύργων, όταν για παράδειγμα οι New York Times σημείωναν: «Η Κόκκινη Απειλή Τελείωσε – Αλλά Υπάρχει το Ισλάμ» (21.1.1996). Το σχήμα του «ισλαμο-αριστερισμού» είναι από χρόνια στη Γαλλία σημαία νέο-συντηρητικών, συχνά πρώην αριστεριστών, που αυτοπροσδιορίζονται ως νέο-ρεπουμπλικάνοι, ενώ πρόκειται απλά για ισλαμοφοβικούς, αντικομμουνιστές και υπερασπιστές της πολιτικής του Ισραήλ. Σε ένα διαβόητο άρθρο του 2006 στη Figaro, ο άλλοτε συντάκτης του Les Temps Modernes, της επιθεώρησης του Ζαν-Πολ Σαρτρ, σημείωνε ότι το Ισλάμ ασκεί ιδεολογική επιτήρηση στη Δύση, με βάση ένα βιβλίο μίσους και βίας, υποδυόμενο τη φωνή των φτωχών του κόσμου: η φωνή αυτή ερχόταν χτες από τη Μόσχα – σήμερα έρχεται από τη Μέκκα (19.9.2006). Δεν θα είχε τόση σημασία αυτη η αρθρογραφία, αν οι κρατικοί μηχανισμοί στη Δύση δεν ενοποιούνταν πράγματι απέναντι γενικά στους «ριζοσπαστισμούς» και ό,τι (τους) θυμίζει επικίνδυνες τάξεις. Αλλά, εκτός από κοινός εχθρός αστυνομίας και δικαστικής εξουσίας, το φάντασμα του «ισλαμο-αριστερισμού» καθοδηγεί κυβερνητικές πολιτικές και Μέσα κατά του «εσωτερικού εχθρού, γεωπολιτικές αναλύσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα, η παρουσίαση του αυταρχικού Ερντογάν ως συνώνυμου του στυγερού τζιχαντισμού θα είναι όλο και πιο συστηματική – ιδίως όσο ο ελληνικός τυχοδιωκτισμός διεκδικεί πάση θυσία τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.