22 Ιουλίου

Ο Έρικ Πόουπ γυρίζει τον χρόνο πίσω κι αποφασίζει να αγγίξει μία πολύ ευαίσθητη πτυχή της τραγωδίας που συγκλόνισε τη Νορβηγία το καλοκαίρι του 2011. Αφήνει εκτός κάδρου το κυβερνητικό μέγαρο και κεντράρει στο νησί Ουτόγια. Εκεί ακολουθεί τη διαδρομή μίας νεαρής έφηβης από τον παράδεισο στην κόλαση και πάλι πίσω. Η ταινία κρατάει μόλις 93΄, είναι ικανή όμως να ταράξει τον θεατή και να τον κάνει να αποχωρήσει με το στομάχι σφιχτό. Η τεχνική του αυθεντικού μονοπλάνου μας εγκλωβίζει στο δράμα. Πρεμιέρα στο 68ο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Tι έγινε όμως εκείνη την μοιραία ημέρα;

Γράφει ο Μίλτος Τόσκας

Την ηρεμία του Όσλο και της ευρύτερης περιφέρειας ταράζει μία διμέτωπη τρομοκρατική επίθεση. 77 νεκροί συνολικά, 69 στην κατασκήνωση που φιλοξενείται η νεολαία του εργατικού κόμματος. Στην πλειοψηφία τους αθώες ψυχές, παιδιά. Η καθυστέρηση της επέμβασης της αστυνομίας έδωσε την ευκαιρία στον παρανοϊκό-ακροδεξιό Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ να αιματοκυλήσει το νησί δίχως έλεος. Όσοι δεν έπεσαν νεκροί από τα πύρα του βρέθηκαν βαριά σωματικά και ψυχικά τραυματισμένοι. Ακριβώς αυτές τις στιγμές αποφασίζει να περιγράψει με παραστατικότητα και ζωντάνια ο σκηνοθέτης.

Σε μία εποχή σκεπτικισμού και ξενοφοβίας έρχεται να μιλήσει για αλληλεγγύη. Δεν έχει σκοπό να ωραιοποιήσει ούτε μία στιγμή. Η ματιά του είναι κυνική. Σκληρή απόδοση των γεγονότων που αγγίζει τα όρια του ντοκιμαντέρ. Μουσική και μοντάζ απουσιάζουν. Δυσκολεύεσαι να πάρεις ανάσα. Νιώθεις πως κάποιος κυνηγάει και σένα τον ίδιο. Δεν υπάρχει διαφυγή. Σύντομα η ξεγνοιασιά κι η ανεμελιά των πρώτων λεπτών δίνουν τη θέση της στον φόβο και στο ένστικτο της επιβίωσης. Οι έφηβοι μετατρέπονται σε "ζώα" που ο κυνηγός τα εκτελεί χωρίς δεύτερη σκέψη σαν σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Το έσχατο σημείο της ανθρώπινης φύσης.

Το κακό μοιάζει να μεταφέρεται μέσω των τηλεφωνικών γραμμών με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η Κάγια επικοινωνεί με την μητέρα της. Τη διαβεβαιώνει πως όλα είναι καλά. Τραγική ειρωνεία. Κανείς δε φαντάζεται όσα θα ακολουθήσουν μέσα σε λίγα λεπτά. Ο διευθυντής φωτογραφίας, Μάρτιν Ότενμπεργκ μένει στο πρόσωπο σαν ένας άλλος "πολεμικός ανταποκριτής" πιστός στο καθήκον πάνω στο πεδίο της μάχης. Θέλει να μεταφέρει τα συναισθήματα, την αίσθηση του χάους, την απόγνωση, τι συμβαίνει όταν χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου.

Σε αντίθεση με την επίσης προ διετίας ταινία (παραγωγή Νetflix) του Paul Greengrass για την ίδια πολύκροτη υπόθεση, δεν ασχολείται με τον θύτη. Υιοθετεί συγκεκριμένη οπτική γωνία με σαφήνεια. Δε χάνεται στον χωροχρόνο. Έχει ξεκάθαρο στόχο και τέλος (σκοπό). Τα κίνητρα που οδήγησαν τον δράστη στην εκατόμβη συνοψίζονται στο εξής ένα: την πλήρη απαγόρευση της μετανάστευσης στην πατρίδα του. Αυτός ο κόσμος ξημερώνει και θέλει μεγάλη προσοχή και αντοχή να διασωθείς από τη φρίκη του εθνικισμού.

Ο Pope ρίχνει φως το σκοτάδι με θάρρος. Δημιουργεί ένα θρίλερ στα όρια. Θέτει σε ρόλο πρωταγωνιστή τη νέα γενιά. Αυτή που πρέπει να βρει τη δύναμη να πάρει τις τύχες της στα χέρια της δίχως να μεμψιμοιρεί. Να νικήσει το γενικό αίσθημα παραίτησης. Δεν είναι καιρός άλλωστε για εύκολες απαντήσεις. Για να κλείσεις μία ανοιχτή πληγή πρέπει πρώτα απ’ όλα να τραβήξεις το μαχαίρι από το κόκκαλο. Όσο το καθυστερείς τόσο λιγότερες οι πιθανότητες να επιβιώσεις.