Κατά τη διάρκεια του 53ου φεστιβάλ κινηματογράφου είχαμε την χαρά να συναντήσουμε τον Χουσείν Ταμπάκ, σκηνοθέτη της ταινίας “Η ομορφιά σου δεν αξίζει τίποτα” ο οποίος μας μίλησε για την ταινία του καθώς και για το ζήτημα της μετανάστευσης το οποίο θίγει με έναν ιδιαίτερα σύνθετο τρόπο.
Λίγα λόγια για την ταινία
Ο σκηνοθέτης διηγείται την ιστορία ενός δωδεκάχρονου αγοριού μισού Κούρδου-μισού Τούρκου το οποίο φτάνοντας με την οικογένεια του στην Αυστρία αντιμετωπίζει τόσο το ζήτημα της προσαρμογής όσο και αυτό του κινδύνου απέλασης. Στο σχολείο δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τους συμμαθητές του καθώς δεν μιλά τη γλώσσα, πολλά από τα παιδιά τον κοροιδεύουν ενώ παράλληλα στο σπίτι υπάρχουν εντάσεις εξαιτίας της σύγκρουσης που έχει προκύψει στην οικογένεια του ανάμεσα στον μεγάλο του αδελφό και τον πατέρα του. Ο μεγάλος του αδελφός έχει απαρνηθεί τον πατέρα του που ήταν κούρδος αντάρτης και έχει φύγει από το σπίτι. Ο μικρός Βεισέλ νιώθει χαρούμενος μόνο όταν σκέφτεται την Άννα, συμμαθήτρια του στο σχολείο από την Γιουγκοσλαβία με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο μικρός Βεισέλ καταφεύγει στην φαντασία του προκειμένου να ανταπεξέλθει την πραγματικότητα που συνεχώς τον προδίδει ενώ η μουσική του ποιητή Ασίκ Βεισέλ ενώνει όλους τους διαφορετικούς χαρακτήρες της ταινίας με έναν μαγικό τρόπο.
Συνέντευξη στην Σταυρούλα Πουλημένη
Τι σας ενέπνευσε να γυρίσετε αυτήν την ταινία. Συνδέεται με κάποιον τρόπο με την προσωπική σας ζωή;
Το 2010 έκανα τα γυρίσματα για ένα μουσικό βίντεο στο κούρδικο χωριό μου το Κασανλί στην Ανατολική Τουρκία. Ένας από τους βασικούς ηθοποιούς ήταν ένα 12χρονο αγόρι που ζούσε στο χωριό, αλλά ονειρευόταν να ζήσει στην Γερμανία. Η μαμά του έμενε εκεί για 4 χρόνια και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βγάλει βίζα για τον γιό της, πράγμα που δεν ήταν εύκολο. Με την σκέψη αυτή γύρισα πίσω στην Γερμανία και αναρωτιόμουν τι είδους ονειρεμένη χώρα έβλεπε το παιδί στο όνειρό του αλλά και πόσο σκληρή ήταν η πραγματικότητα για έναν ξένο σε μια νέα χώρα.Σκεφτόμουν ακόμη ότι οι άνθρωποι όταν μεταναστεύουν δεν παίρνουν μαζί τους μόνο τις βαλίτσες τους αλλά και τα προβλήματα που είχαν στην πατρίδα τους και αποκτούν νέου τύπου προβλήματα μαζί με τα ήδη υπάρχοντα, για παράδειγμα την μη γνώση της γλώσσας κ.α. Όταν μεταναστεύεις κουβαλάς μαζί σου και την κουλτούρα σου που είναι η μόνη σύνδεση που έχεις με την πατρίδα.
Στην ταινία σας αφηγείστε την ιστορία ενός νεαρού μετανάστη ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος τόσο με το ζήτημα της προσαρμογής του σε μια ξένη χώρα καθώς και με το ζήτημα της απέλασης. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για την κατάσταση που βιώνουν σήμερα οι μετανάστες στην Αυστρία;
Η ταινία εστιάζει στην προσπάθεια ενός μικρού μετανάστη να προσαρμοστεί σε μια ξένη χώρα. Αν δεν έχεις άδεια εργασίας δεν μπορείς να παραμείνεις ως μετανάστης στην Αυστρία. Και αν είσαι μετανάστης δεν μπορείς να αποκτήσεις άδεια εργασίας. Είναι κάτι σαν φαύλος κύκλος. Είναι δύσκολο να έρθεις στην Αυστρία και να μείνεις αλλά είναι πιο δύσκολο όταν έχεις ζήσει εκεί για περισσότερα από πέντε χρόνια, τα παιδιά σου γεννιούνται εκεί και μιλούν καλά τη γλώσσα και για κάποιο λόγο δεν σου ανανεώνουν την βίζα. Αυτό συμβαίνει συχνά σε οικογένεις από την Γιουγκοσλαβία που κατέφυγαν εκεί για να σωθούν από τον εμφύλιο πόλεμο και τώρα εξαναγκάζονται να γυρίσουν πίσω .
Μετά την προβολή της ταινίας δηλώσατε ότι η ταινία ήταν η πτυχιακή σας εργασία στην Ακαδημία κινηματογράφου και ότι όλοι οι ηθοποιοί συμμετείχαν εθελοντικά. Πως τελικά κατάφερε να βγει η ταινία σας στον κινηματογράφο;
Ακόμα προσπαθούμε να βγει η ταινία στους κινηματογράφους. Δεν έχουμε πωλήσεις στον υπόλοιπο κόσμο ακόμη, και παρά το γεγονός ότι κερδίσαμε το βραβείο της καλύτερης τούρκικης ταινίας, δεν έχουμε βρει ακόμη διανομέα. Η αγορά του σινεμά είναι πολύ σκληρή και αν δεν κάνεις ταινίες με διάσημους ηθοποιούς και κωμωδίες είναι δύσκολο να έχεις πρόσβαση στους κινηματογράφους. Παρ`όλα αυτά ελπίζουμε ακόμη για το καλύτερο.
Η ποίηση του Ασικ Βεισέλ διατρέχει όλη την ταινία και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο όλων των πρωταγωνιστών της. Για ποιον λόγο επιλέξατε αυτόν τον καλλιτέχνη και ποια η ιδιαίτερη σημασία έχει η ποίηση του για εσας;
Πάντα ακούω μουσική όταν γράφω σενάριο. Και από την πρώτη μέρα του γραψίματος που ήδη ήξερα ότι χρειάζομαι ένα ποίημα, άκουγα τον Ασικ Βεισέλ. Και μετά όλη η ταινία εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου. Αυτός είναι ο λόγος που η μουσική γίνεται η συνδετική γραμμή στην ιστορία και την διαρθώνει μέχρι το τέλος. Τα ποιήματα του Βεισέλ είναι διαχρονικά. Ο Βεισέλ τυφλώθηκε σε ηλικία 7 χρονών αλλά μπορούσε να περιγράψει την αγάπη και την φύση μέσα από την καρδιά του από τα συναισθήματά του. Έτσι συνδέει όλους τους πρωταγωνιστές της ταινίας με κάποιο τρόπο.
Η σύγκρουση μεταξύ Τούρκων και Κούρδων μεταφέρεται στην ταινία με έναν τρόπο που δεν αναλύεται περισσότερο και μάλιστα παρατηρείται η προσπάθεια να ξεπεραστεί η συγκρουση των δύο ταυτοτήτων στις νέες γενιές. Ποιο είναι το ιδιαίτερο μήνυμα που δίνετε με αυτήν την αναφορά σας;
Στην ταινία λέω την ιστορία ενός δωδεκάχρονου παιδιού. Και το δωδεκάχρονο παιδί δεν βλέπει Κούρδους ή Τούρκους, μαύρους ή λευκούς. Βλέπει μόνο τον πατέρα του και την μητέρα του που τους αγαπάει και τους δύο. Και από αυτήν την οπτική θέτω την προβληματική της ταινίας. Θέλω να υπενθυμίσω ότι το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή είναι όχι από που προέρχεσαι αλλά ποιος είσαι και τι είσαι.
Η φαντασία του μικρού Βεισέλ παίζει κεντρικό ρόλο και στο πως εξελίσσεται η ταινία αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ξεπερνά τις καθημερινές δυσκολίες ακόμα και όταν η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Για ποιο λόγο επιλέξατε να δώσετε τόσο κεντρικό ρόλο στην φαντασία;
Επειδή η φαντασία είναι ο μόνος τρόπος που ένα παιδί μπορεί να δραπετεύσει από την πραγματικότητα σε μια ξένη χώρα όπου νοιώθει μόνο. Είναι ο μόνος τρόπος να διατηρεί την ελπίδα. Η ελπίδα του μικρού Βεισέλ βρίσκεται στην αγάπη η οποία σε όλες τις χώρες δεν έχει γλώσσα.