Τραγωδία σημειώθηκε το βράδυ της Τρίτης 3 Φεβρουαρίου 2026 στη θαλάσσια περιοχή ανοιχτά του Μερσινιδίου, στο Βροντάδο της ανατολικής Χίου, μετά από σύγκρουση σκάφους του Λιμενικού Σώματος με σκάφος στο οποίο επέβαιναν πρόσφυγες και προσφύγισσες.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, 15 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Από τη θάλασσα ανασύρθηκαν 14 νεκροί (11 άνδρες και 3 γυναίκες), ενώ ακόμη μία γυναίκα κατέληξε στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου, όπου είχε διακομιστεί βαριά τραυματισμένη. Επιπλέον, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, 24 άτομα νοσηλεύονται τραυματισμένα, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον 11 παιδιά. Τέσσερις τραυματίες νοσηλεύονται σε κρίσιμη κατάσταση εκ των οποίων τρεις έχουν ήδη υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις, ανάμεσα τους κι ένα ανήλικο, ενώ δύο έγκυες γυναίκες απέβαλαν και νοσηλεύονται. Επισης, με ελαφρύ τραυματισμό διεκομίσθησαν δύο μέλη του Λιμενικού Σώματος. Καθοριστική υπήρξε η άμεση και συντονισμένη ανταπόκριση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Χίου, το οποίο κλήθηκε να διαχειριστεί μεγάλο αριθμό σοβαρά τραυματισμένων σε εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες και παρά τις σοβαρές ελλείψεις.
Το περιστατικό καταδεικνύει για ακόμα μια φορά, την παραβίαση της υποχρέωσης έρευνας και διάσωσης από τις αρμόδιες αρχές δηλώνει η Refugee Support Aegean . Από τα διαθέσιμα στοιχεία και την αρχική ανακοίνωση του Λ.Σ. προκύπτει ότι, αντί για επιχείρηση διάσωσης, αναπτύχθηκε από την πρώτη στιγμή επιχείρηση αποτροπής από το ΠΛΣ 1077 του Λιμενικού που είναι ταχύπλοο περιπολικό σκάφος. Και τούτο ενώ το σκάφος των προσφύγων βρισκόταν σε προφανή κίνδυνο, ήταν υπερφορτωμένο και σε κοντινή απόσταση από τις ελληνικές ακτές, και συγκεκριμένα από την παραλία Μυρσινιδίου Χίου. «Υπενθυμίζουμε ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα αποτελεί απόλυτη νομική υποχρέωση, ανεξαρτήτως του καθεστώτος των επιβαινόντων. Η επαναπροώθηση, δε, προσφύγων απαγορεύεται από το διεθνές, ενωσιακό και Συνταγματικό δίκαιο» σημειώνει η οργάνωση δηλώνοντας ότι:
«Η τραγωδία στη Χίο δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Οι συστηματικές πρακτικές αποτροπής και μη διάσωσης που εφαρμόζονται στην Ελλάδα και γενικά στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά παράβαση στοιχειωδών κανόνων δικαίου, οδηγούν επανειλημμένα σε απώλειες ανθρώπινων ζωών. Δυόμιση χρόνια μετά το πολύνεκρο ναυάγιο στην Πύλο, όπου πάνω από 600 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, τα ναυάγια και οι θάνατοι στα σύνορα εξακολουθούν να αποτελούν σχεδόν καθημερινότητα στα σύνορα μας, απόρροια και των πρακτικών αποτροπής και της ανυπαρξίας ασφαλών και νόμιμων διαδρομών για τους ανθρώπους που αναζητούν άσυλο στην ΕΕ. Υπενθυμίζουμε ότι υπάρχουν επανειλημμένες καταγγελίες και σχετική νομολογία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (για παράδειγμα, η υπόθεση A.R.E. κατά Ελλάδας κ.α.) που επιβεβαιώνει ότι οι επαναπροωθήσεις στα ελληνικά σύνορα αποτελούν συστηματική πρακτική των ελληνικών αρχών».
Η οργάνωση ζητά την άμεση διεξαγωγή ανεξάρτητης, ενδελεχούς και αποτελεσματικής διερεύνησης των συνθηκών του περιστατικού, ώστε να αποδοθούν ευθύνες και να διασφαλιστεί η λογοδοσία. Η διερεύνηση οφείλει να εξετάσει και τυχόν πράξεις ή παραλείψεις των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρίες επιζώντων, καθώς και το οπτικοακουστικό υλικό από τις καταγραφικές συσκευές (κάμερες, VDR κλπ) που τα σκάφη του Λιμενικού Σώματος υποχρεούνται να φέρουν και να λειτουργούν.
Επιπλέον, όπως αναφέρει η RSA,προηγούμενες περιπτώσεις ναυαγίων στην Ελλάδα, στις οποίες έχουμε παράσχει νομική συνδρομή, έχουν αναδείξει σοβαρές ελλείψεις στην ενημέρωση, την υποστήριξη και την περίθαλψη των επιζώντων και των συγγενών των θυμάτων, καθώς και στην ταυτοποίηση των νεκρών. Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί άμεσα η παροχή όλων των απαιτούμενων συνθηκών για την υποδοχή και φιλοξενία των επιζώντων και επιζωσών, καθώς και η ουσιαστική ψυχοκοινωνική και νομική τους υποστήριξη, και βέβαια εν προκειμένω η χορήγηση ασύλου.

