Του Βασίλη Κεχαγιά
Λίγο προτού οι φεστιβαλικοί «Αλέξανδροι» αρχίσουν να αναπαύονται στα χέρια των νικητών, ο Πύργος του Άιφελ σκέπασε με τη μεγάλη σκιά του την επικείμενη τελετή λήξης. Μιά γιορτή, κατά τεκμήριο, έμελλε να κυλήσει με συνεχείς αναφορές – από βραβευόμενους και βραβεύοντες – σε ό,τι βύθισε την «πόλη του φωτός» στο ζόφο. Χαρακτηριστικότερη στιγμή η τήρηση ενός λεπτού σιγής, κατά την έναρξη της τελετής, μετά από προτροπή του προέδρου του Φεστιβάλ Γιώργου Αρβανίτη.
Δίπλα στο γεγονός αυτό το ατύχημα του διευθυντή Δημήτρη Εϊπίδη, που τον καθήλωσε στο κρεβάτι του νοσοκομείου, χαμήλωσε ακόμη περισσότερο το βαρομετρικό της αίθουσας.
Παρά ταύτα, τα βραβεία βρήκαν το σωστό δρόμο και έφτασαν στις ταινίες που έτσι κι αλλιώς τους διεκδικούσαν με την επιμονή της κινηματογραφικής τους ανωτερότητας.
Οι «Δεσμοί αίματος» του Ισλανδού Γκρίμουρ Χακόναρσον άξιζαν και με το παραπάνω το «Χρυσό Αλέξανδρο» που κατέκτησε, μετά το βραβείο του τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα» στις Κάννες. Ήταν η ταινία με την πιο εύχυμη και φρέσκια κινηματογραφική άποψη, εξελισσόμενη στην ισλανδική επαρχία με αφορμή την εξάπλωση μιάς επιδημίας τρομώδους πυρετού στα αιγοπρόβατα της περιοχής. Όπως συμβαίνει με κάθε “εξωτερικό εχθρό, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί σφίγγουν τα λουριά, επιβάλλουν εξοντωτικά μέτρα «προστασίας». Τα μαλωμένα και διχασμένα αδέλφια του φιλμ ενώνονται με την τελική αγκαλιά των γυμνών τους σωμάτων, όπως στη μήτρα της μάνας τους. Η αλληλεγγύη μόνη απάντηση στην κρίση…
Από την άλλη, η Κριτική Επιτροπή, υπό την προεδρία της Μισέλ Γαβράς, σωστά παρέβλεψε την ταινία του Λορένζο Βίρχας από τη Βενεζουέλα «Από μακριά», παρ´ ότι ερχόταν τιμημένη με το Χρυσό Λιοντάρι από τη Βενετία. Αδύνατον να καταλάβει κάποιος πως αυτή η κοινότοπη ταινία της εξημέρωσης ενός «κοινωνικού αγριμιού» από έναν ομοφυλόφιλο βρέθηκε βραβευμένη με ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά βραβεία της χρονιάς. Από τη Θεσσαλονίκη έφυγε με τα δευτερεύοντα βραβεία σεναρίου και ανδρικής ερμηνείας, για τον ρόλο του Αλφρέντο Κάστρο. Τέλος, ο Σεζαρ Ασεβέδο από την Κολομβία άκουσε αρκετές φορές τον τίτλο του αξιοπρόσεκτου έργου του («Γη και σκιά») στα βραβεία, τιμημένο κι αυτό με τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες.
Παρά το υψηλό επίπεδο όλων αυτών των ταινιών, δε θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε το γεγονός της προηγειθείσας διεθνούς αναγνώρισής τους, κάτι που αδυνατίζει το χαρακτήρα ενός Φεστιβάλ πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών, όπως της Θεσσαλονίκης, που σκοπό του έχει την εξόρυξη ανεκμετάλλευτων κοιτασμάτων.
Η φετινή ελληνική «σοδειά»
Από την άλλη το Φεστιβάλ φέτος, μετά από πολλά χρόνια, κέρδισε τις ελληνικές ταινίες, γεγονός ευπρόσδεκτο, αφού καταγωγικά ο θεσμός προβάλλει και προωθεί την εγχώρια παραγωγή. Δεκατέσσερις πρεμιέρες ελλήνων δημιουργών και έξι επιπλέον προβολές αποτελούν καλή σοδειά, η οποία επιτρέπει αισιοδοξία για τη διαταραγμένη τα τελευταία έτη σχέση των ελληνικών έργων με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, τον φυσικό τους συμβίο.
Ως προς τα βραβεία, ευάριθμα ποσοτικά, έδωσαν πρωτοκαθεδρία στο «Τετάρτη 4.45» του Αλέξη Αλεξίου, με την πιστοποίηση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και στον «Καύσωνα» της καταγόμενης από τη Βηρυττό, Ελληνίδας, Τζόις Νασουάτι, βραβευμένου από τη Διεθνή Ενωση Κριτικών. Το πρώτο από τα φιλμ εκμεταλλεύεται τη μεθοδολογία και τους χαρακτήρες του φιλμ νουάρ για να αναδείξει το σαρακοφαγωμένο τοπίο της Ελλάδας της κρίσης, το δεύτερο παλεύει να εικονογραφήσει τις υψηλές θερμοκρασίες του μεταναστευτικού ζητήματος. Έστω και με αρκετές αστοχίες και τα δύο πετυχαίνουν να κερδίσουν τελικά τη μάχη τους.
Μεγάλη διάκριση για το ελληνικό σινεμά και το βραβείο της Διεθνούς Ενώσεως των Κριτικών ( FIPRESCI ) στον έλληνα σκηνοθέτη Γιώργο Γκικαπέππα για το «Silent», για την αφωνία μιάς σοπράνο, που δίνει την ευκαιρία να αναδειχθούν τα οικογενειακά αίτια του «ευνουχισμού» της. Γιατί, όμως, τόσοι αγγλόφωνοι τίτλοι ελληνικών ταινιών, τόσο αναίτια;
Photo Credit: Konstantinos Tsakalidis / SOOC
