Του Τόνι Νέγκρι
Μερικοί σύντροφοι από την Αμερική και την Ευρώπη με έχουν ρωτήσει: Γιατί δεν είχατε ένα κίνημα καταλήψεων στην Ιταλία; Γιατί το κίνημα NO TAV [1] είναι η μοναδική έκφραση κοινωνικής αντίστασης; Τα κινήματα NO TAV, παρά τη μεγάλη επιτυχία τους, παρά την αρχική έκφραση ενός μετα-μοντέρνου ταξικού πολέμου, στερούνται τα χαρακτηριστικά των κινημάτων καταλήψεων: μια επέκταση της κοινωνικής πρότασης, μια δύναμη αποδέσμευσης από τις παλιές ιεραρχίες, και, πάνω απ’ όλα, ένα μερίδιο και μια «κοινή» πολιτική δυναμική ανοιχτή στις ριζοσπαστικές πολιτικές ανακατατάξεις.
Αλλά υπάρχει και ένα άλλο παράδοξο: τι νόημα έχει αυτή η ερώτηση σήμερα; Τα κινήματα καταλήψεων φαίνονται ήδη να έχουν πεθάνει. Η Αραβική άνοιξη έχει κυρίως συντριβεί από στρατιωτικά πραξικοπήματα και εμφύλιους πολέμους, ή έχει καταλήξει στη δημιουργία ισλαμικών καθεστώτων τα οποία προδιαγράφουν την καταπίεση των ελευθεριών και των πολιτικών πρακτικών που μόλις αναδύθηκαν – η συνέχιση του καθεστώτος κάτω από ένα άλλο όνομα, ενδεχομένως ακόμα χειρότερου από τις παλιές θεολογικο-πολιτικές δικτατορίες. Στην Ευρώπη, τα κινήματα έχουν καταπνιγεί από τη νοσηρή ατμόσφαιρα της οικονομικής κρίσης, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμα να αφομοιωθούν από τις πολιτικές δομές που σήμερα κυριαρχούν στα εκλογικά χρονικά όρια.
Ίσως, υπάρχει ένας άλλος τρόπος να δούμε αυτό το ζήτημα. Το κίνημα καταλήψεων, όταν υπήρξε και ακόμα κι αν ίσως έχει πια ηττηθεί, μολαταύτα έχει αναζωογονήσει τις δυναμικές της πολιτικής δράσης, έχει ξεριζώσει το οικοδόμημα των συνταγματικών προγραμμάτων, έχει επιβάλλει μια νέα ιδέα δημοκρατίας: αυτή που θέτει το «κοινό» στο κέντρο της, στην καρδιά της και στον ορίζοντα κάθε κοινωνικού προγράμματος. Απ’ όλα τα κινήματα, αυτό των καταλήψεων είναι το πιο συγγενικό στην εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας: σημάδεψε μια μετατόπιση που, παρά την ήττα του, δεν μπορεί να αντιστραφεί και είναι ανοιχτό σε ένα κόσμο δυνατοτήτων που θα προσδιορίσει τον κόσμο που αναδύεται. Από αυτή την άποψη, έχει νικήσει: έχει δημιουργήσει μια νέα πολιτική γραμματική του κοινού. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο σημείο πριν την Κατάληψη.
Έτσι, για να επανέλθουμε στο βασικό σημείο: Γιατί δεν είχαμε ένα κίνημα Καταλήψεων στην Ιταλία; Αυτό είναι άσχετο με το αν είναι της μόδας. Αλλά είναι σημαντικό να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πολιτική ατζέντα με την οποία θα συμβιώσουμε τους επόμενους μήνες. Μια ατζέντα από την οποία δεν μπορούμε να αγνοούμε την άμεση, συγκεκριμένη επίδραση πάνω στην ύπαρξη, στον τρόπο ζωής, στα όνειρα και στην απελπισία.
Πιθανώς, δεν έχουμε ένα κίνημα καταλήψεων στην Ιταλία, γιατί τα περισσότερα κινήματα στην Ιταλία δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί πέρα από τον σοσιαλιστικό ορίζοντα του 19ου αιώνα: η συνέχεια και η σημασία της παράδοσής τους, καταπνίγει το νέο καθεστώς των επιθυμιών, φιλοδοξιών και πειραματισμών (που προηγουμένως αποκαλέσαμε δύναμη του κοινού) τις οποίες οι νέες γενιές κουβαλάνε όταν εμπλέκονται με την πολιτική. Αυτή η συνέχεια μετέτρεψε την Ιταλία σε μια χώρα όπου η παράδοση των κινημάτων, παρά την πικρή καταστολή τους, έχει καταφέρει να επιβιώσει και να υπερπηδήσει την πάλη της γνώσης και των ικανοτήτων, αλλά, την ίδια στιγμή, έχει παραδόξως εμποδίσει να λάβουν χώρα νέοι πειραματισμοί. Η πολύτιμη κληρονομιά των αντιστάσεων δεν μπορεί να γίνει ιδιοκτησία: αν το κάνει αυτό, αρχίζει να υποφέρει – όπως έχει γίνει και στο παρελθόν – και κρύβεται, παραμένει σιωπηλή και τυφλή.
Στη μακριά τους ιστορία, τα ιταλικά κινήματα έχουν εκφραστεί, είτε την ίδια στιγμή είτε σε διαφορετικές στιγμές, κυρίως σε τρεις «τόπους» πολιτικής πρακτικής: στα εργοστάσια, τα πανεπιστήμια και τα κοινωνικά κέντρα.
Τώρα, λοιπόν, στα εργοστάσια έχουν συχνά συντριβεί από απερίσκεπτες συμμαχίες, τις οποίες έκαναν με τις σοσιαλιστικές οργανώσεις εντός τους εργασιακού χώρου. Πολύ σπάνια έχουν την ιδεολογία της παραγωγικότητας, την οποία θεωρούν εχθρό που πρέπει να αντιμάχονται μέσα στα εργοστάσια και, όταν την αποκτούν, την έχουν ήδη ξεχάσει. Η αλλαγή στα εργασιακά μεταξύ του 20ου και 21ου αιώνα δεν έχει αναγνωριστεί για αυτό που πραγματικά είναι (και 30 χρόνια πριν τα κινήματα το διατύπωναν αυτό ξεκάθαρα και με σαφήνεια): μια ριζοσπαστική αλλαγή από τον «μαζικό» εργάτη στον «κοινωνικό» εργάτη, από την υλική εργασία στην «μη – υλική», γλωσσική, συνεργατική, αφοσιωμένη εργασία, μέχρι να φτάσουμε στην κατάσταση της ηγεμονίας του διανοητικού εργάτη. Τα σοσιαλιστικά και εργοστασιακά συνδικάτα εξακολουθούν σε πολλές περιπτώσεις να θεωρούν την εργασία ως «κοινό καλό», το οποίο δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από το «σωστό μέτρο» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Τα κινήματα στα σχολεία και τα πανεπιστήμια ποτέ δεν έχουν καταφέρει πραγματικά να ενσαρκώσουν, να πραγματώσουν και να οργανώσουν μια πραγματική απαίτηση για ελευθερία της γνώσης, ακόμα και όταν παλεύουν ενάντια στην αρχή της «αξίας» (και σπανίως έχουν παλέψει ενάντια σ’ αυτήν αποτελεσματικά και ανοιχτά). Σπανίως έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν μια αντίσταση γύρω από τα θέματα της μελέτης, της διαμόρφωσης, του τίτλου σπουδών σαν προγράμματα πολιτικής οικοδόμησης του κοινού. Πολύ συχνά έχουν προσκολληθεί στην υπεράσπιση της ελεύθερης δημόσιας παιδείας, αδυνατώντας να προστατέψουν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια από τη διάλυση – έχουν μετατραπεί σε κύρια εργαλεία κοινωνικής παραγωγής στην πράξη. Ο ρεφορμισμός δεν είναι ποτέ καλό πράγμα. Μερικές φορές, αν προσπαθήσουμε, μπορούμε να τον αντιληφθούμε όταν απεγνωσμένα προσπαθεί να διασώσει ότι μπορεί να διασωθεί, αλλά κάποιος τον απεχθάνεται όταν ο ρεφορμισμός γίνεται συνένοχος σε χειρότερες πολιτικές: υποταγή, υποβιβασμός, πειθαρχία, εκμετάλλευση, αηδία, και όλα αυτά για να σωθεί το Κράτος το οποίο δεν φαίνεται καθόλου ανήσυχο για τη σωτηρία των δικών του «πολιτών».
Όσον αφορά στα κοινωνικά κέντρα, ήταν σημαντικά, ιδιαιτέρως στην προ-καταπιεστική φάση, στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, αλλά έχουν συχνά απωλέσει κάθε πολιτική προοπτική που να είναι άσχετη με τη δική τους επιβίωση και αναπαραγωγή. Τα κοινωνικά κέντρα ήταν κυρίως τόποι, εργαλεία, προϊόντα μιας εποχής αντίστασης η οποία συνέχισε επιτυχώς, παρά την ήττα τη δεκαετία του ΄70, χρησιμοποιώντας άλλα εργαλεία, αλλά έχουν συχνά αυτοκαταργηθεί- και ο μόνος εμφανής ορίζοντας είναι η θέλησή τους να συνεχίσουν με κάθε δυνατό τρόπο. Πολλά από αυτά, επομένως, υποτάχθηκαν στην επιχειρηματική δραστηριότητα, χάνοντας κάθε πολιτική προοπτική. Έχουν χάσει όλη την ικανότητα δράσης και δεν είναι σύμπτωση ότι πολλά από αυτά επέλεξαν πρόσφατα θεσμικές γραμμές και σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Σε τοπικό επίπεδο αυτή η ανάλυση ίσως να είναι άδικη, και σε πολλές περιπτώσεις είναι. Αλλά η ερώτηση παραμένει η ίδια: είμαστε σίγουροι ότι το μοντέλο «slow food» είναι κατάλληλο για τις προκλήσεις και τα ρίσκα που δημιουργεί η κρίση; Ή είναι αρκετή αυτή η «καλή» επιχειρηματικότητα για να ξεχάσουμε το σφαγιαστικό παιχνίδι που παίζεται έξω από τους τοίχους μας, στις ζωές μας;
Έτσι, λοιπόν, έχουμε αυτούς τους τρεις «ιστορικούς» τόπους της κοινωνικής αυτονομίας που έχουν επιτρέψει την αντίσταση και οργάνωση, τις πρακτικές πειραματισμού και τους τρόπους δράσης. Τρεις τόποι που ακριβώς επειδή είναι «ιστορικοί», φαίνονται όλο και πιο πολύ ανεπαρκείς σήμερα. Τρεις τόποι που τόσο συχνά μοιάζουν σαν αντίκες στη μνήμη μας, σαν ταριχευμένη κληρονομιά: το φύλλο συκής είναι τόσο αδύναμο να αντιμετωπίσει το δυνατό αεράκι της πραγματικότητας. Τρεις τόποι οι οποίοι έχουν γίνει «κοινά αγαθά», όπως οι εκκλησίες, οι εργασιακοί χώροι, τα σχολεία, οι επιχειρήσεις, όταν το «κοινό αγαθό» απλώς σημαίνει ένα αγαθό που είναι κοντά μας, που μπορούμε να το μοιραστούμε με την οικογένειά μας. Το κοινό, αν δεν είναι το προϊόν μιας συγκεκριμένης δυναμικής, υποβιβάζεται σε αυτό: σε μια σειρά κοινών με συγκεκριμένο λαϊκό πλαίσιο, όπως η υπεράσπιση της φύσης, της καλής ζωής, των αυθεντικών πραγμάτων, του καλού γούστου. Συχνά διαστρεβλώνονται από τον έπαινο του Παλαιού Καθεστώτος: οι παλιοί καλοί καιροί, (πόσο καλοί ήταν!), πριν από την Ευρώπη, πριν από τις μηχανές, πριν από την τεχνολογία, πριν από τη νεοτερικότητα, πριν από την παγκοσμιοποίηση, πριν από τον βιομηχανικό εργάτη, πριν από τον μαζικό καταναλωτισμό. Ζήτω!: ας επιστρέψουμε πίσω στον Peppone και τον Don Camillo [2], στην αξιοπρέπεια της εργασίας στο εργοστάσιο, σε μια Ιταλία που ζει με τα λίγα και εργάζεται πολύ, στις αίθουσες χορού. Για όνομα του Θεού, ας αφήσουμε αυτή τη γελοία και θανατηφόρα νοσταλγία της Εκκλησίας και της Βόρειας Κοινωνίας, ή του ό,τι έχει απομείνει από το παλιό Κομμουνιστικό Κόμμα (που συνεχίζει να επιβιώνει μετά το θάνατό του).
Καμιά ευχαρίστηση από αυτό, αφού πολλά κοινωνικά κινήματα έχουν πάρει ένα μπερδεμένο και σκοτεινό μονοπάτι. Έχουν αποδεχθεί τον εκβιασμό σχετικά με την ερώτηση για τη «βία», με την αποτίμηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των θεσμών της. Έχουν τυφλωθεί μπροστά στη διαφθορά που τους κατακλύζει. Πραγματικά χρειαζόμασταν την τελευταία καταδίκη στη Γένοβα για να αντιληφθούμε με ποιου το μέρος ήταν η βία; Για να καταλάβουμε το σάπιο παιχνίδι που παίχτηκε από όλους εκείνους οι οποίοι, μπροστά στο αναπτυσσόμενο κίνημα (αναπτυσσόμενο με τον ίδιο βηματισμό, όπως η κοινωνική δυστυχία, η απελπισία και ο θυμός αυτών που δεν αντέχουν άλλο), συνέχισαν εκβιάζοντας κάθε συγκρουσιακό σύνθημα με το δικό τους «ναι στη βία, όχι στη βία»;
Πολλοί εντός των κοινωνικών κέντρων αναζήτησαν συμμαχίες με τα σάπια πολιτικά κόμματα και έκαναν συμμαχίες με εργατικά συνδικάτα, οι οποίες είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που είχαν ευχηθεί: απλώς πίεσαν τα συνδικάτα σε πιο ακραίες συνεργατικές θέσεις, αρνούμενοι κάθε πιθανότητα για κοινωνική ευημερία ή συμμαχίες με επισφαλείς εργαζόμενους. Πολλοί από αυτούς καταδίκασαν ακόμα και την Αραβική άνοιξη, τις συγκρούσεις στην Αγγλία και άλλες μορφές αυτοοργάνωσης ως αρνητικά στάδια, πολιτικές οπισθοδρομήσεις, απολιτίκ αυθόρμητη αναταραχή. Είμαστε σίγουροι ότι δεν θα ήταν καλύτερα προτού κρίνουμε να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε; Ή είμαστε τόσο εμμονικοί με την επιβίωσή μας που οτιδήποτε άλλο είναι δευτερεύον;
Μέχρι τις τελευταίες ανατροπές: πολλοί τώρα διαμαρτύρονται ότι δεν ήταν αρκετά διαλεκτικοί απέναντι στον εκβιασμό που υπέστησαν «στην ερώτηση για τη βία». Διαμαρτύρονται ότι με την τόσο μεγάλη εμπλοκή τους στα κοινωνικά κινήματα ήταν γι’ αυτούς αδύνατο να παραμείνουν αμερόληπτοι και κριτικοί απέναντι στις «ασήμαντες αποτυχίες» που συνεχώς ανέχονταν, τώρα αναρωτιούνται εάν πρέπει να επαναφέρουν τη «μαζική παρανομία»….φαίνεται σαν μόνο ένα βογκητό, όπως το άλλο που έχουμε ακούσει τους τελευταίους μήνες και μας αφήνει κατάπληκτους: Ο Θεός είναι βίαιος!
Για κάποιον που έχει βιώσει όλα αυτό μέσα από τα κινήματα, αυτή η φάση είναι αρκετά όμοια με αυτήν που ακολούθησε τη διάλυση των ομάδων του 1968, στην αρχή της δεκαετίας του ΄70. Όπως για τα κοινωνικά κέντρα που προέρχονταν από το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης, ακόμα και τότε, την περίοδο 1973-74, τα μικρά κόμματα επιβίωσαν. Κάποια από αυτά σαρώθηκαν στις εκλογές, κάποια παραδόθηκαν στο έλεος των μίντια και σε άλλες πρωτοβουλίες. Ο κόσμος της εργατικής τάξης και των κοινωνικών αγώνων συνέχισε χωρίς αυτά. Γι’ αυτό σήμερα αναδύθηκαν τα αυτόνομα κινήματα, ξεκινώντας από εκείνα τα χρόνια, και έδειξαν την τεράστια ικανότητα αντίστασης και νεωτερισμών (η αντίσταση οδηγεί στην αλλαγή), τουλάχιστον μέχρι το 1977. Μετά από αυτό επέζησε σαν έναν εθνικό και οργανωτικό μοντέλο για την ήττα των κινημάτων, και αυτό είναι το σημείο που μας επαναφέρει στην αρχή της ανάλυσής μας.
Σήμερα, αυτό σχετίζεται με την επανεφεύρεση εκείνου του μοντέλου. Τα όριά του – τόσος ατομικός αυθορμητισμός, τόση μαζική βία – ήδη έχουν ξεπεραστεί από τα νέα κινήματα, τα οποία είναι πλατιά διαδεδομένα και πολιτιστικά συγκλίνοντα (δεν είναι σύμπτωση ότι τα λίγα ατυχήματα που πρόσφατα έλαβαν χώρα συνέβησαν ανάμεσα στους πολιτιστικούς εργάτες). Τα νέα κινήματα είναι πολιτικά προσανατολισμένα στην οικοδόμηση του «κοινού». Αυτό είναι που θέλουμε να χαρακτηρίσουμε Κατάληψη.
Χρειαζόμαστε νέους πρωταγωνιστές. Προτείνουμε μια ευρεία αυτονομία των κινημάτων και γνωρίζουμε ότι η αναζήτηση νέων στόχων και ενωτικού πειραματισμού για νέους αγώνες είναι η πρώτη φάση που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε. Η «επισφαλής απεργία», το «ελάχιστο εγγυημένο καθολικό εισόδημα», το άμεσο ξέσπασμα νέων εργατικών αγώνων σχετικά με τους μισθούς, η πρακτική αποτελεσματικών απαντήσεων στο καπιταλιστικό επιθετικό χρέος, η κοινωνική υπεράσπιση της ευημερίας, κλπ: αυτά είναι βασικές ρίζες από τις οποίες θα αναπτυχθούν ενωτικές αναζητήσεις και αγώνες. Η κοινή οργάνωση των φτωχών και της εργατικής τάξης, όχι μόνο για τους μισθούς, αλλά για την ευημερία, η κοινή οργάνωση των φοιτητών και των κάθε είδους χρεοκοπημένων ανθρώπων, όχι μόνο να τους υποστηρίζουμε, αλλά να απαιτούμε ένα ελάχιστο εγγυημένο καθολικό εισόδημα, η κοινή οργάνωση μεταναστών και συνταξιούχων, γιατί δεν είναι μόνο η ιθαγένεια που αφορά τους πρώτους, και δεν είναι μόνο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αφορούν τους τελευταίους, αλλά ολόκληρη η βιοπολιτική οργάνωση της ύπαρξης.
Τα αυτόνομα κινήματα πρέπει να κατευθύνουν ξανά τους αγώνες τους μπροστά στον πολιτικό στόχο μιας νέας σύνθεσης. Για να είναι αυτό χρηστικό πρέπει να είναι η έκφραση μιας συντακτικής δύναμης η οποία να μπορεί να μετασχηματίσει ριζοσπαστικά την οργάνωση της ζωής μέσα στους χώρους εργασίας και στην κοινωνία.
Σημειώσεις
1. Τα κινήματα NO TAV είναι συλλογικότητες, βαθιά ριζωμένες σε τόπους της Βόρειας Ιταλίας, από τους οποίους σχεδιάζεται να περάσει η σιδηροδρομική γραμμή υπερ-υψηλής ταχύτητας που θα συνδέσει την Ιταλία με την Γαλλία και την Ελβετία. Η συγκεκριμένη γραμμή είναι εξαιρετικά επιβλαβής για το οικοσύστημα και την καθημερινή ζωή των κατοίκων. Τα κινήματα αυτά προβαίνουν συχνά σε σαμποτάζ των έργων.
2. Ο Ντον Καμίλο είναι γνωστή σειρά έργων του Γκουαρέσκι. Πρόκειται για την αφήγηση της ιδιότυπης σχέσης ενός καθολικού ιερέα κι ενός κομμουνιστή δήμαρχου, σε ένα χωριό τη δεκαετία του 1950. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, παρά τις συγκρούσεις τους, μας λέει ο συγγραφέας, οι δυο τους, ο καθένας από τη σκοπιά του, επιδιώκουν το “κοινό καλό” των συμπολιτών τους (και τη διατήρηση της παράδοσης και του κοινωνικού status quo). Στην Ελλάδα, το ρόλο του Ντον Καμίλο τον υποδύθηκε θαυμαστά στην τηλεόραση ο Μίμης Φωτόπουλος, τη δεκαετία του 1970.
Πηγή:http://libcom.org/library/state-movements-italy-let%E2%80%99s-open-debate
Μετάφραση: Αιμιλία Κουκουμα
Πηγή: Rednotebook