Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη
Είχε ήδη συμπληρωθεί ένας χρόνος που βαστούσε ο Μεγάλος Πόλεμος (ο οποίος αργότερα πήρε την ονομασία Α΄ Παγκόσμιος), όταν μια βρετανική και τρεις γαλλικές μεραρχίες αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η Ελλάδα, βέβαια, ήταν ακόμη ουδέτερη παρά την επιθυμία του πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου να συμπράξει με την Εγκάρδια Συνεννόηση, που προσέκρουε όμως στη συμπάθεια του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ (γαμπρού του κάιζερ) προς τις Κεντρικές Δυνάμεις. Οι μεραρχίες αυτές –που είτε προορίζονταν για (οι γαλλικές 55η, 122η και 156η, συνολικά 34.000 άντρες), είτε προέρχονταν από (η 10η ιρλανδική, 10.000 άντρες), το μέτωπο της Καλλίπολης– έσπευσαν προκειμένου να βοηθήσουν τον σερβικό στρατό που, αφού επί ένα χρόνο άντεξε στην αυστροουγγρική πίεση, τώρα απειλούνταν με πλαγιοκόπηση από τη Βουλγαρία.[1]
Η κυβέρνηση Βενιζέλου έδωσε τη σχετική άδεια για την αποβίβαση «λίγες μόνο ώρες πριν εξαναγκαστεί σε παραίτηση».[2] Όμως οι δυνάμεις των Αγγλογάλλων που είχαν προωθηθεί στην κοιλάδα του Αξιού δεν στάθηκαν ικανές να βοηθήσουν ουσιαστικά τους Σέρβους κι έτσι άρχισαν να υποχωρούν. Καθώς, μάλιστα, η νέα (φιλοβασιλική) κυβέρνηση Ζαΐμη δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Σερβίας μετά την βουλγαρική επίθεση (13.10.1915),[3] οι Σύμμαχοι φοβούμενοι ενδεχόμενη ελληνική επίθεση εναντίον τους επέβαλλαν αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών.[4] Εντωμεταξύ ο σερβικός στρατός κατέρρευσε κι αναγκάστηκε να υποχωρήσει με πολλούς κόπους κι απώλειες μέσα από τα βουνά της Αλβανίας στις ακτές της Αδριατικής. Εκεί τα απομεινάρια του περιμαζεύτηκαν από γαλλικά πλοία και μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα (τμήμα κι αυτό της ουδέτερης Ελλάδας). Τα στρατεύματα που είχαν αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, αφού απέτυχαν στον αρχικό τους σκοπό, κατόπιν οχυρώθηκαν γύρω από την πόλη, σκάβοντας χαρακώματα κι αποκτώντας έτσι τον σκωπτικό τίτλο «περιβολάρηδες της Θεσσαλονίκης».
Σταδιακά κατέφθασαν στην πόλη κι άλλες συμμαχικές δυνάμεις, έτσι ώστε τον Μάιο του 1916 ο συνολικός αριθμός των αγγλογαλλικών στρατευμάτων στην ευρύτερη περιοχή έφτανε τις 300.000. Σ’ αυτούς προστέθηκαν οι 80.000 άντρες του ανασυγκροτημένου σερβικού στρατού, ενώ στις 30.7.1916 αποβιβάστηκαν δυο ρωσικές ταξιαρχίες (στις οποίες όμως από την άνοιξη του 1917 εμφανίστηκαν σοβαρά κρούσματα απειθαρχίας, με αποτέλεσμα να καταστούν ουσιαστικά ανενεργές). Στις 11.8.1916 έφτασε μια ενισχυμένη ιταλική μεραρχία (αποτελούμενη από δυο ταξιαρχίες πεζικού, ένα σύνταγμα ορεινού πυροβολικού, δυο τάγματα ιππικού κι άλλες μονάδες) και μέσα στο φθινόπωρο έφθασε μια ακόμα ιταλική ταξιαρχία.[5] Προς το τέλος του πολέμου εμφανίστηκε και μια τσεχοσλοβακική λεγεώνα (6.000 στρατιώτες), συγκροτημένη από αιχμαλώτους πολέμου του αυστροουγγρικού στρατού από το Ανατολικό Μέτωπο.[6]
Παράλληλα (Μάιος 1916) βουλγαρικές και γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν τα οχυρά του Ρούπελ στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο κι έφτασαν μέχρι την Καβάλα, όπου μια ολόκληρη ελληνική μεραρχία αφοπλίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας ως «φιλοξενούμενη», αφού –ας το ξαναπούμε– η Ελλάδα ήταν ακόμη ουδέτερη. Τότε διαμορφώθηκε και το Μακεδονικό Μέτωπο (ή Μέτωπο της Θεσσαλονίκης) που ξεκινούσε από την (αναγνωρισμένη ως ανεξάρτητη αλλά χωρίς καθορισμένα σύνορα ή κεντρική διοίκηση) Αλβανία κι έφτανε ως τον Στρυμόνα και τον κόλπου του Ορφανού. Με το ξέσπασμα του Κινήματος της Εθνικής Αμύνης και την εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης (Τριανδρίας), που έγιναν εφικτά χάρη στην παρουσία των δυνάμεων της Αντάντ, η παρουσία αυτών των δυνάμεων απέκτησε μια εκ των υστέρων νομιμοποίηση, που έγινε πιο στέρεα όταν η ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ εκδιώχτηκε κι ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός μιας νέας κυβέρνησης στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1917.[7]
Κάπως έτσι, στην ήδη πολυπολιτισμική, Θεσσαλονίκη για ένα διάστημα τριών τουλάχιστον ετών ακούγονταν μερικές δεκάδες γλώσσες. Γιατί πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στους στρατούς των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων περιλαμβάνονταν και πολλά αποικιακά στρατεύματα, όπως π.χ. Σενεγαλέζοι, Ζουάβοι (Βορειοαφρικανοί) και Ανναμίτες (Βιετναμέζοι) στον γαλλικό και Ινδοί (αλλά και Καναδοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί) στον βρετανικό. Η παρουσία τόσων δεκάδων χιλιάδων αντρών οδήγησε και στη δημιουργία πολλών υποδομών για την εξυπηρέτηση του εφοδιασμού, της τροφοδοσίας αλλά και… της ψυχαγωγίας τους: από το τραινάκι της παραλίας, που συνέδεε το λιμάνι με τα στρατόπεδα στη Μίκρα, ως τη σιδηροδρομική σύνδεση Αρσακλί (Πανοράματος) – Σταυρού μέσω των στενών της Ρεντίνας αλλά και μια κανονική «μπουρδελοπολιτεία»,[8] τη μεγαλύτερη στα Βαλκάνια που είχε στηθεί στον βούρκο της Μπάρας, όπου ακόμα και μετά το τέλος του πολέμου υπήρχαν πάνω από χίλιες πόρνες.[9]
Οι διαθέσεις του πληθυσμού απέναντι στην πολύχρωμη αυτή Στρατιά της Ανατολής υπό τον στρατηγό Μωρίς Σαράιγ, ήταν αντίστοιχα πολυποίκιλη. Δεν βρήκαμε κάτι σχετικά με τη στάση των, αρκετών ακόμα, μουσουλμάνων της πόλης, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα ήταν άκρως επιφυλακτική (καθώς μάλιστα η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη ταχθεί στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων), με εξαίρεση ίσως τους μουσουλμάνους των βρετανικών και γαλλικών αποικιακών στρατευμάτων. Αξιοσημείωτη είναι η αλλαγή που θα παρατηρηθεί στην πλειοψηφία του εβραϊκού πληθυσμού υπό την επίδραση του σιωνιστικού κινήματος, το οποίο γνωρίζει ταχεία ανάπτυξη μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος. Τα αρχικά φιλογερμανικά αισθήματα θα μεταστραφούν βαθμιαία σε φιλοαντατικά, ιδιαίτερα μετά τη δήλωση Μπάλφουρ «υπέρ της εγκαθίδρυσης εβραϊκής εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη» (2.11.1917).[10]
Για τις τάσεις του ελληνικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης έχουμε τις γλαφυρές περιγραφές του Τομανά. «Τους ιταλούς δεν τους συμπαθούσαν, επειδή η γλώσσα τους έμοιαζε με των εβραίων και έκαναν τις εμπορικές δοσοληψίες τους με τους εβραίους […] Τους γάλλους […] δεν τους πολυσυμπαθούσαν, επειδή τους θεωρούσαν δημοκρατικούς και γυναικάδες», ας μην ξεχνάμε πως στις εκλογές του 1915 στη Θεσσαλονίκη επικράτησαν οι φιλοβασιλικοί του Γούναρη (με τους οποίους είχε συνεργαστεί εκλογικά κι η Φεντερασιόν). «Τους εγγλέζους», από την άλλη, «κυριολεκτικά τους λάτρευαν και τους είχαν όλους για λόρδους. Ήταν όλοι καλά παιδιά, σέβονταν τις γυναίκες και ήταν βολικοί: τους μεθούσαν, τους έκλεβαν και τους παρατούσαν μισόγυμνους στον δρόμο». Όσον αφορά, τώρα, τα «εξωτικά» αποικιακά στρατεύματα, για τους Ανναμίτες θεωρούσαν ότι έτρωγαν ποντίκια (επειδή τους είχε ανατεθεί η συγκέντρωση και εξόντωση των τρωκτικών για να μην εξαπλωθούν επιδημίες), ενώ τους «σενεγαλέζους τούς έτρεμαν, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι άρπαζαν τα παιδάκια, τα έσφαζαν και τα έψηναν στον φούρνο με πατάτες».[11]
Σήμερα, βασικό σημάδι της παρουσίας όλων αυτών των στρατιωτών είναι (τι άλλο;) τα νεκροταφεία. Του Ζεϊτενλίκ (επί της οδού Λαγκαδά) όπου βρίσκονται τα οστά των Ευρωπαίων νεκρών αλλά και του χαμένου, κάπου κάτω από την οδό Μοναστηρίου και πέρα από τον σταθμό των ΚΤΕΛ, ινδικού νεκροταφείου.
Παραπομπές:
[1] A.J. Mann, Το μέτωπο της Θεσσαλονίκης: Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918, μτφρ. Ευν. Μίχα, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 63.
[2] Βασίλης Κόντης, «Η Μακεδονία από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τη Συνθήκη της Λωζάννης (1912-1923)» στο Ιω. Κολιόπουλος, Ιω. Χασιώτης (επιμ.), Η νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, τόμος Β΄: Η Μακεδονία από την απελευθέρωση ως τις μέρες μας, Παπαζήσης – Παρατηρητής, σ. 49.
[3] Βασ. Κόντης, «Η Μακεδονία από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τη Συνθήκη της Λωζάννης (1912-1923)»,ό.π., σ. 49.
[4] A.J. Mann, Το μέτωπο της Θεσσαλονίκης…, ό.π., σ. 64.
[5] A.J. Mann, Το μέτωπο της Θεσσαλονίκης…, ό.π., σ. 67, 85, 87.
[7] Βασ. Κόντης, «Η Μακεδονία από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τη Συνθήκη της Λωζάννης (1912-1923)»,ό.π., σ. 49-52.
[8] Ο όρος είναι του Ηλία Πετρόπουλου, βλ. Χρίστος Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 44.
[9] Mark Mazower, Salonica City of Ghosts: Christians, Muslims and Jews 1430-1950, Harper Perennial, Λονδίνο 2005, σ. 391.
[10] Ρένα Μόλχο, Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης 1856-1919: Μια ιδιαίτερη κοινότητα, Θεμέλιο, Αθήνα 2006, σ. 275-279.
[11] Κώστας Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1875-1920), Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 192-193.