Από το θέαμα των Δεκεμβριανών στα Δεκεμβριανά του θεάματος

 

 

Στις εννέα το βράδυ, έξι Δεκέμβρη 2008 χρόνος, στα Εξάρχεια, Αθήνα -τόπος- ένα αγόρι δεκαπέντε χρονών δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από δύο μπάτσους -γεγονός. Από αυτή τη στιγμή και μετά δεν υπάρχει ούτε χρόνος, ούτε τόπος που καθορίζουν την πραγματικότητα, υπάρχει η πραγματικότητα που καθορίζει τον χρόνο και τον χώρο. Κι αυτή είναι η βάση για την απόπειρα εστίασης μας στο Θέαμα κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Το Θέαμα όχι «ως συμπλήρωμα του πραγματικού κόσμου» αλλά ως Τον πραγματικό κόσμο, «ως κοινωνική σχέση διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες», που με τη δύναμη της φαινομενικότητας (και φυσικά την εξέλιξη των μηχανών της Εικόνας) αδειάζει το περιεχόμενο των εννοιών, των πραγμάτων, των σχέσεων, των καταστάσεων και των γεγονότων από την αλήθεια τους για να τα νοηματοδοτήσει με τις κυρίαρχες ερμηνείες, σημασίες κι εν τέλει αυτή η νέα, αλλοτριωμένη μορφή τους να επιστρέφει, να διαχέεται, με τελικό στόχο να εγγραφεί ως Η
έννοια. Το πράγμα, Η σχέση, Η κατάσταση, Το γεγονός, Η πραγματικότητα.
 
Όπως σε κάθε σύγχρονη ιστορική πράξη, έτσι και από τις εννέα το βράδυ εκείνου του Σαββάτου, το Θέαμα (αρχικά μέσω του κύριου μηχανισμού του, των μέσων μαζικής ενημέρωσης) προσπάθησε αρχικά να κινηθεί προς την συγκάλυψη του εγκλήματος και την αποδυνάμωση των αιχμηρών χαρακτηριστικών του. Η πρώτη κίνηση ήταν να ενεργοποιηθούν τα κλασσικά στερεότυπα που έχουν εγχαραχθεί στην κοινωνική συνείδηση ώστε να εφαρμοστούν οι δυναμικές τους στην συγκυρία. Τόπος: Εξάρχεια. Το Αβατον που σηματοδοτεί μια ιδιότυπη πολιτική παραβατικότητα με ιστορικό βάθος. Οι σφαίρες λοιπόν είναι φυσικό να μην λείπουν από το «μενού» απλώς αντιστοιχούν στην σπανιότητα των ακρωρειών της σύγχρονης πολιτικής παραβατικότητας. Κλασσική περίπτωση κυριαρχικού στερεότυπου είναι οι σφαίρες των αστυνομικών που όταν πετυχαίνουν το στόχο τους έχουν σίγουρα “εξοστρακιστεί”. Η πρώτη υπονόμευση της κλασσικής συνταγής είναι ο αστυνομικός που δηλώνει αμετανόητος! Ο ένας πόλος στην διαμεσολαβητική διαλεκτική παίρνει την χειρότερη δυνατή τροπή για κάθε προσπάθεια συγκάλυψης του γεγονότος. Ο άλλος πόλος, ο 15χρονος νεκρός μαθητής δεν χωράει με κανέναν τρόπο σε οποιοδήποτε στερεότυπο ικανό για την ανάσχεση της γενικευμένης κοινωνικής συγκινησιακής αντίδρασης. Δεν πρόκειται ούτε για μετανάστη, ούτε για εργάτη, ούτε για “περιθωριακό”…
Πρόκειται για ένα παιδί που αναδύεται από τα σκοτάδια της εφηβείας όπως και όσο σπασμωδικά μπορεί και να επιλέγει, τόσο γνώριμα σε όλους, τόσο αθώα ακόμη και για τα πιο στενά στερεότυπα της πιο συντηρητικής παιδαγωγικής πρόσληψης. Οι έφηβοι αναγνωρίζουν στον Αλέξη πολύ περισσότερο τον εαυτό τους απ’ ότι οι ενήλικες στον Κορκονέα. Και οι χειρισμοί, χωρίς τη συνείδηση αρχικά του μεγέθους των αδιεξόδων, περνάνε εκτεθειμένοι στους αυτοσχεδιασμούς.
 
Τα πρώτα δελτία ειδήσεων ενημέρωναν πως, «σύμφωνα με τις αρχικές πληροφορίες που προέρχονται από την Αστυνομία εναντίον του περιπολικού, με πλήρωμα δύο ειδικούς φρουρούς, επιτέθηκε ομάδα 25-30 ατόμων με πέτρες και ξύλα»1 και οι οποίοι επειδή «είχαν εγκλωβιστεί από τους νεαρούς, απάντησαν αρχικά με χειροβομβίδα κρότου λάμψης και έπειτα με πυροβολισμό εκφοβισμού. Όπως τονίζουν, η σφαίρα εξοστρακίστηκε και βρήκε το νεαρό στο στομάχι». Η εξέλιξη όμως των γεγονότων δεν τους επέτρεψε να συνεχίσουν την συνήθη, γνώριμη τακτική διαστρέβλωσης, που επενδύει στην συγκάλυψη με ψευδείς «πληροφορίες» και τελικά στο «θάψιμο» ενός γεγονότος. Το σενάριο περί εκφοβισμού και εξοστρακισμού αναιρούνταν στις απευθείας ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνδέσεις από τους αυτόπτες μάρτυρες που εμφανίζονταν ο ένας μετά τον άλλο, αλλά και με τα αυτοσχέδια βίντεο που «έδειχναν», μιλούσαν για την εν ψυχρώ δολοφονία. Εν τούτοις, δεν ήταν το ακλόνητο των «αποδείξεων» για την εν ψυχρώ δολοφονία που πτόησε και ανάγκασε τους χειραγωγικούς μηχανισμούς να «αλλάξουν ρότα πλεύσης» -άλλωστε ποικίλουν τα παραδείγματα κρατικών ή εργοδοτικών δολοφονιών που αν και υπήρχαν αδιάσειστα στοιχεία αποσιωπήθηκαν- αλλά, ο συνδυασμός της ακαριαίας έκφρασης της κοινωνικής οργής -που είχε ήδη εξαπλωθεί στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας με την ακηδεμόνευτη παρουσία αδιάσειστων αυτόπτων μαρτύρων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
 
Η εξαναγκασμένη «αλλαγή ρότας» των μέσων μαζικής ενημέρωσης εμφανίστηκε από αργά το βράδυ του Σαββάτου που η πλειονότητα των μικροφώνων, των καμερών και των παρουσιαστών έπαψαν πλέον να αναφέρονται στο σενάριο περί εξοστρακισμού. Σε πλήρη αντιστοιχία και διόλου τυχαία, δεν υπήρξε ούτε μία φορά στις περιγραφές τους η λέξη δολοφονία. Μπορεί να γνώριζαν πολύ καλά ότι «κάτι συμβαίνει» και ότι η επιμονή διαστρέβλωσης ή αιτιολόγησης της δολοφονίας θα επέφερε έναν περαιτέρω ερεθισμό του πλήθους και άρα «αρνητικότερα» αποτελέσματα, όμως μέχρι και τη Δευτέρα το πρωί η κατάσταση δεν ήταν τέτοια ώστε να αναγκάσει, τουλάχιστον, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να αποδεχτούν ότι το σύστημα, η δημοκρατία δολοφονεί, απεναντίας… Από εκείνη τη στιγμή και καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέγερσης, η υπεράσπιση, όχι πλέον των στόχων του συστήματος αλλά του ίδιου πια του συστήματος, θα ήταν η μόνιμη και διαρκής πρεμούρα της θεαματικής διαδικασίας σε κάθε της μορφή και απ’ όλους τους μηχανισμούς της. Οι μηχανισμοί χρειάζονται χρόνο και, παραδοσιακά, η καταστολή καλύπτει την υστέρηση τους. Η υπεράσπιση βασίστηκε αρχικά, στην φαινομενική θυματοποίηση της δημοκρατίας.
 
Έτσι, ήδη από την Κυριακή το απόγευμα και αφού είχε ξεσπάσει μια πρωτόγνωρη οργή στις πανελλαδικές πορείες από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, επιτάχθηκαν όλοι οι θεσμικοί φορείς και αντιπρόσωποι κάθε είδους, για να «αναγνωρίσουν», να «εξαιρέσουν», να «δεσμευτούν» απέναντι στην κοινωνία για το γεγονός αυτό καθεαυτό. «Πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό» που είναι «πλήγμα της δημοκρατίας και των θεσμών» και γι’ αυτό «σύσσωμη η πολιτική ηγεσία εκφράζει τη θλίψη της για το θάνατο του 15χρονου παιδιού που έπεσε νεκρό από τις σφαίρες του ειδικού φρουρού στα Εξάρχεια» ενώ η υπόσχεση ότι «θα βρεθούν και θα τιμωρηθούν οι ένοχοι» ήταν ο σταθερός μεγά-τίτλος. Μέθοδος αποκλιμάκωσης της έντασης που για να επιτευχθεί όμως απαιτεί σε παραλληλία την σκηνοθετημένη αντίθεση μεταξύ της «μεγαλόψυχης θεσμικής αναγνώρισης και συγνώμης» με των ζουμαρισμάτων στις «λιπόψυχες» μολότοφ και τους λοστούς με τον ανάλογο
σχολιασμό: «όμως οι κουκουλοφόροι, οι ταραξίες, οι γνωστοί-άγνωστοι, οι αναρχικοί εκμεταλλεύονται αυτό το τραγικό συμβάν για να καταστρέφουν…». Ωστόσο, δεν ήταν τυχαίο ότι νωρίς το βράδυ της Κυριακής, ήρθε και η πρώτη θεσμική έκκληση, διά στόματος του υπουργού ανάπτυξης Σιούφα «αυτή τη στιγμή έχει ιδιαίτερη σημασία η κοινωνία να δείξει ψυχραιμία για να μην φθάσουμε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Είναι ανάγκη να γίνονται σεβαστοί οι νόμοι από όλους». Αν μη τι άλλο αυτό ήταν και το πρώτο σημάδι ότι, η συνήθης συνταγή αποκλιμάκωσης της έντασης που δοκιμαζόταν από τους μηχανισμούς του Θεάματος, ενδεχομένως και να μην επιτύχαινε τόσο εύκολα. Χαρακτηριστικός δείκτης για μία τέτοια εκτίμηση ήταν, ότι αν και όλοι μείωναν τα ποσοτικά μεγέθη των συμμετεχόντων στις καταλήψεις, τις πορείες και τις επιθέσεις στα γνώριμα τυποποιημένα νούμερα των 200-300 αναρχικών, ήξεραν πολύ καλά πως η πραγματικότητα διαμορφωνόταν από χιλιάδες
ανθρώπων. Ήταν τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην εξέγερση ώστε οι απόπειρες διαστρέβλωσης αύξαναν την δυναμική της, ενίσχυαν τις πεποιθήσεις και τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, εξόργιζαν περισσότερο και, τελικά, αντέστρεφαν τα επιθυμητά αποτελέσματα.
 
Είναι η στιγμή που πρέπει να επιστρατευτούν τα προσχηματικά ιδελογήματα.
Σύγχρονο και τακτικό ιδεολόγημα που συνοδεύει της κοινωνικές εντάσεις είναι η σημασιοδότηση του κουκουλοφόρου. Αναφέρεται σε ανθρώπους στο δρόμο, στις
διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις που καλύπτουν τα χαρακτηριστικά τους. Μια εξέλιξη που προκύπτει ως ευθεία απόρροια της επιθετικότητας των κατασταλτικών μηχανισμών και των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου, ως τρόπος να στέκεσαι στο δρόμο χωρίς να συλλαμβάνεσαι εκ των υστέρων από τους -παραδοσιακά χωρίς διακριτικά ή με κουκούλες, ήτοι με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους- φρουρούς του κράτους. Η αντιστοίχισή τους με δήμιους, με συνεργάτες των γερμανών στην κατοχή, με εγκληματίες αποτελούν ευτράπελη επιχειρηματολογία που, ωστόσο, πεισματικά εκπέμπεται διαρκώς από τις μηχανές του Θεάματος. Προσχηματική σημασιοδότηση που «απειλεί» όσες και όσους δεν χωράνε -με τις θεωρήσεις και τις πράξεις τους- στα κυριαρχικά σχέδια και τις προσταγές, τα στερεότυπα και
τους ρόλους. Πέραν λοιπόν των αρνητικών χαρακτηριστικών που τους προσδίδει, κυρίως, προσπαθεί να τους αποκλείσει, απονοηματοδοτώντας κάθε φορά τις αντιλήψεις και τις πρακτικές τους και επανοηματοδοτώντας τες με περιεχόμενα εγκληματικής αντικοινωνικότητας -στο προκείμενο με αυτήν της «τυφλής βίας». Στόχος φυσικά, να προκληθεί ένας κοινωνικός αυτοματισμός, που να νομιμοποιήσει μια σειρά χειρισμών, από την κοινωνική συναίνεση στην καταστολή των «κουκουλοφόρων», μέχρι την επιθετική αυτενέργεια εναντίον τους. Γι’ αυτό λοιπόν και δεν ήταν καθόλου πρωτότυπο ή πρωτόγνωρο που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης από το Σάββατο το βράδυ, μεταξύ άλλων, παρείχαν αξιοσέβαστο χρόνο και χώρο στην ανάπτυξη αυτού του ιδεολογήματος. Η κατάσταση όμως, ακόμα και σε αυτό το κατά τ’ άλλα προνομιακό πεδίο τους, δεν άργησε να ξεφύγει των αυτονόητων δεδομένων τους, με αποκορύφωμα τη Δευτέρα το πρωί, που μαθητές σωρηδόν επιτέθηκαν σε αστυνομικά τμήματα των περιοχών τους. Οι κουκουλωμένοι μαθητές δεν μπορούσαν να χωρέσουν σε τέτοια φτηνά ιδεολογήματα, όπως ούτε και σε άλλα συναφή
σενάρια που ήθελαν να «τα ελέγχουν οι κουκουλοφόροι». Πώς θα μπορούσε λοιπόν κάποιος θεσμός, φορέας, κόμμα, μέσο μαζικής ενημέρωσης, ο οποιοσδήποτε να κατηγορήσει τους χιλιάδες μαθητές ότι είναι φορείς «τυφλής βίας» ή προβοκάτορες και ενεργούμενα πρακτόρων; Απλούστατα κανείς. Βεβαίως αυτό δεν σηματοδοτούσε την παραίτηση των μηχανισμών του θεάματος σχετικά με την ανάδειξη αυτού του ιδεολογήματος κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και τον εμπλουτισμό του μέχρι σήμερα.
 
Αν όσες και όσοι βρίσκονταν στους δρόμους, τις καταλήψεις και τις επιθέσεις αντιλήφθηκαν, μετά τις επιθέσεις των μαθητών, πως δεν πρόκειται απλώς για ημέρες οργής αλλά εξέγερσης, τότε ήταν και η στιγμή που το κατάλαβε και ολόκληρο το σύστημα. Τα πρωτοσέλιδα της Τρίτης 9 Δεκέμβρη δείχνουν με ξεκάθαρη σαφήνεια το απόλυτο της αμηχανίας που κατέκλυσε τους χειραγωγικούς μηχανισμούς. Τη Δευτέρα δοκιμάστηκαν τα όρια των αντοχών της κυρίαρχης προπαγάνδας. Από τις μαθητικές επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα -την ώρα που το υπουργείο παιδείας σε ρόλο προληπτικής καταστολής, ούτως ώστε να μην έρθουν σε επαφή οι μαθητές και μαθήτριες μεταξύ τους, ανακοίνωνε ότι τα σχολεία θα παραμείνουν την επόμενη ημέρα κλειστά, ως ένδειξη πένθους. Από τις απογευματινές πορείες χιλιάδων ανθρώπων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που κατέστρεφαν βιτρίνες, μαγαζιά, τράπεζες, κυβερνητικά κτίρια και συγκρούονταν με τις δυνάμεις καταστολής, χειροκροτούσαν, γελούσαν και στέκονταν στους δρόμους παρά την χρήση εκατοντάδων χημικών και δακρυγόνων. Από την πρωτοφανή εμφάνιση μεταναστών που συγκρούονταν και λεηλατούσαν. Από το καμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο, την ώρα που τα δελτία ειδήσεων πραγματοποιούσαν διάλειμμα θεματολογίας με σκοπό τον επαναπροσανατολισμό στο κλίμα των Χριστουγέννων. Από τη συνεύρεση, το ίδιο βράδυ, στις κατειλημμένες πανεπιστημιακές σχολές χιλιάδων ανθρώπων την ώρα που συνεδρίαζε έκτακτα η κυβερνητική επιτροπή αφήνοντας να διαρρεύσει ότι μπορεί να τεθεί η χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
 
Η διαχείριση όλων αυτών των γεγονότων, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει δυνατή, όχι μόνο εξαιτίας του πλήθους και του εύρους των γεγονότων (που ολοφάνερα έπαιξε κι αυτή η παράμετρος το δυναμικό ρόλο της), όσο εξαιτίας της ίδιας της ουσίας των γεγονότων.
Γεγονότα-καταστάσεις-σχέσεις που προκαλούσαν άνθρωποι κι όχι στερεοτυπικές κατηγορίες, γεγονότα που διαχέονταν και δεν απομονώνονταν, γεγονότα που συνέβαιναν και δεν κατέληγαν… Μια εκπληκτική αυταξία της εξεγερσιακής κίνησης που καταποντίζει τις ασφυκτικές οριοθετήσεις για τη ζωή και τον άνθρωπο, οριοθετήσεις που πρεσβεύονται και παράγονται μέσα στον θεαματικό κόσμο.
 
Η εξέγερση είναι γεγονός. Το κυριαρχικό πλέγμα δονήθηκε, μπορεί ελάχιστοι από αυτούς να το ξεστόμισαν αλλά με αδιαμφισβήτητο τρόπο όλοι, ανεξαιρέτως, θέλησαν να την ελέγξουν, να την καταστείλουν, να την χειραγωγήσουν, να την αφομοιώσουν και να την εκμεταλλευτούν. Η Θεαματική διαδικασία, όπως ήδη έχει αναφερθεί, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ειδικότερα των ηλεκτρονικών και έντυπων εκδοχών τους, των δελτίων ειδήσεων και ενημερωτικών εκπομπών, είχε εξαρχής τον πρώτο, αντανακλαστικό και κύριο λόγο σ’ αυτήν την προσπάθεια εκμετάλλευσης και χειραγώγησης της πραγματικότητας.
 
Εντούτοις, εμφανίζεται μια διαφοροποίηση σ’ αυτή την μέχρι τότε μονοπωλιακή σχέση. Από την Τρίτη και μετά ενεργητικό ρόλο έλαβε το σύνολο πια των μορφών και μηχανισμών του Θεάματος κι όχι μόνο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η πρωταρχική έκπληξη μπρος στην πρωτόγνωρη αντίδραση για μία κρατική δολοφονία, έκπληξη που επέφερε σύγχυση και πρόχειρους «χειρισμούς», προφανώς και έπρεπε να ξεπεραστεί οδηγώντας σε μια συνολική αναδιοργάνωση.
 
Έτσι, η εξεγερσιακή πραγματικότητα προβάλλεται σε όλο το βεληνεκές των θεαματικών μηχανών, ξεφεύγει από τα δελτία ειδήσεων και διαχέεται στην «ψυχαγωγία», τη διαφήμιση, τον μετασχηματισμό των στερεότυπων. Η σύγκρουση πρέπει να χάσει τη δραματικότητά της και να γίνει γραφική, εφηβική, διασκεδαστική, αστεία. Η εξέγερση πρέπει να γίνει μια καρικατούρα. Κίνηση απολύτως ορθολογική, τόσο λόγω της αμείωτης έντασης των συγκρούσεων που παρήγαγαν διαρκώς συμβάντα, όσο και γιατί διεμβολίστηκε το καθεστώς μονοπωλιακής πληροφόρησης από τους ίδιους τους εξεγερμένους. Οι επιλογές των καταλήψεων -που πλήθαιναν μέρα με την μέρα, κατασκευάζοντας θύλακες απελευθερωμένων χώρων στην κυριαρχική χωροταξία – να εκμεταλλευτούν στο έπακρο των δυνατοτήτων τους όλο το εύρος των μέσων αντιπληροφόρησης, το διαδίκτυο με την άμεση ενημέρωση και αποτύπωση θέσεων, απόψεων και τη μετάφραση σε άλλες γλώσσες για την ενημέρωση στο εξωτερικό, τη δημιουργία ραδιοφωνικών σταθμών με έκτακτες εκπομπές και τη δυνατότητα αρχειοθέτησης τους μέσω διαδικτύου, την έκδοση αφισών και εντύπων δρόμου με την οικειοποίηση των τεχνικών μέσων που προσέφεραν τα πανεπιστήμια και που μοιράζονταν σε χιλιάδες αντίτυπα, τις καταλήψεις σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς
σταθμούς, όχι μόνο κατάφεραν να ενημερώνουν και να επικοινωνούν με αμεσότητα αλλά, επί της ουσίας, κατήργησαν στην πράξη την διαμεσολάβηση στη ροή των πληροφοριών. Για πρώτη φορά η εξέγερση δραπετεύει από τους φακούς των Μ.Μ.Ε. και μιλάει η ίδια για τον εαυτό της, διατυπώνει τις σαφήνειες και τις ασάφειες της, καταθέτει τις βεβαιότητες και τις ανασφάλειες της, ζωγραφίζει η ίδια το σχήμα της με φόντο την αδιαπραγμάτευτη βούληση για μια ακηδεμόνευτη ζωή. Η εξέγερση αυτή τη φορά δραπέτευσε ακόμη κι από τα σύνορα της επικράτειας κι ενέπνευσε διεθνείς δράσης αλληλεγγύης σε δεκάδες μέρη σε ολόκληρο τον
κόσμο. Το βεληνεκές των μηνυμάτων της έθεσε κεντρικούς εθνικούς και διεθνικούς σχεδιασμούς σε περίσκεψη, ενίσχυσε τα δεδομένα της αντίστασης σε διεθνείς μεταβλητές. Κι αν το στοίχημα για τις οθόνες του ελληνικού καπιταλισμού ήταν να μείνει αυτή η εξέγερση βουβή για να μπουν εκ των υστέρων οι υπότιτλοι, οι διεθνείς δράσεις δεν έπρεπε να υπάρχουν καν ως εικόνα.
 
Στην μάχη της προπαγάνδας, σε όλο το φάσμα της από τους υπέρμαχους της καταστολής της εξέγερσης μέχρι όλους όσοι ήθελαν μια νηφάλια χειραγώγηση υπήρξε
σύγκλιση ανεξαρτήτως ιδεολογικής βάσης. Βασική μεθοδολογία της θεαματικής διαδικασίας στο προκείμενο είναι η εισαγωγή διακριτών ταυτοτήτων ανάμεσα στους εξεγερμένους ώστε να προωθηθούν ως διαχωρισμοί που θα εξυπηρετούν την ηγεμονική μακιαβελική τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Οι εξεγερμένοι τις μέρες του Δεκέμβρη δεν ακολούθησαν τις συνήθεις εξουσιαστικές αναγωγές της αντιπροσώπευσης, των αιτημάτων και της ανάδειξης ηγετών κι αυτό ήταν άκρως προβληματικό στην όποια προσπάθεια ποδηγέτησης και αφομοίωσης των περιεχομένων της εξέγερσης από την δημοκρατική θυμοσοφία. Οι εύκολες συνταγές δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν. Έπρεπε να διασπαστεί η πολυδιάστατη βάση των εξεγερμένων. Οι μαθητές, δηλαδή τα Παιδιά που είναι φυσικοί φορείς της εφηβικής αθωότητας, οι συμμαθητές του νεκρού Παιδιού που γίνονται αποδεκτοί μέσα στο πλαίσιο της οργισμένης αυτοδικίας. Οι διαδηλωτές, δηλαδή οι αυτενεργοί πολίτες που παρεμβαίνουν στα κοινά, συνομιλητές σε έναν ψευδεπίγραφο διάλογο που αυτόματα αναλαμβάνουν την απαίτηση για συγκρότηση αιτημάτων και θεσμικής έγκλησης, τόσο με την ειρηνική όσο και με την ευπρόσωπη παρουσία τους. Οι μετανάστες, δηλαδή οι άλλες «εθνικές» ταυτότητες, οι «ξένοι» και άρα -κατοχυρωμένα στην κοινωνική συνείδηση μέσω της κυρίαρχης προπαγάνδας- εν δυνάμει «εγκληματίες», «που βρήκαν την ευκαιρία να μπουκάρουν, να αρπάξουν και να λεηλατήσουν. Οι πλιατσικολόγοι». Και φυσικά, οι κουκουλοφόροι, οι επαγγελματίες καταστροφείς, οι εγκάθετοι των μυστικών υπηρεσιών, οι υπάλληλοι ξένων κέντρων αποσταθεροποίησης… Η «ποιοτική» καινοτομία του Δεκέμβρη ήταν ότι η εισαγωγή των διαχωρισμών έφτασε τόσο βαθιά που οι κουκουλοφόροι-καταληψίες έπρεπε να γίνονται αναγνώσιμοι με διακεκριμένα χαρακτηριστικά άλλοι ως συνεπείς εργατιστές, άλλοι ως χαλαροί και άλλοι ως ζοφεροί. Μέσα σε όλα αυτά δεν παραλείφθηκε ποτέ η επιχειρηματολογία του φόβου. Ευθύς εξαρχής με τις απειλές για ανεξέλεγκτες συνέπειες της πολιτικής αστάθειας, με την φαντασιοκοπία της διάχυτης «τυφλής βίας», με ενεργοποίηση της πιο χυδαίας πλευράς του κοινωνικού ενστίκτου της αυτοσυντήρησης επιχειρήθηκε η ενίσχυση της προπαγάνδας που εξυπηρετεί την εποχή του φόβου.
Και καταλήγουμε σε ένα από τα βασικά όπλα της θεαματικής διαδικασίας που είναι η προσφορά ψευτοδιλημμάτων: ή με τα απεχθή ιδιώνυμα (κουκουλοφόροι, πλιατσικολόγοι) με ό,τι σημαίνει αυτή η επιλογή για τα υποκείμενα (καταστολή, ιδεολογική απομόνωση κλπ) ή με τις κυρίαρχες κατακερματισμένες ταυτότητες, όπου η μοναδικότητα επαφίεται στην ασφάλεια των ρόλων, επιβεβαιώνει το ρόλο της ασφάλειας, δικαιώνει τη δειλία και βυθίζει τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής στο κυνήγι ενός τυχάρπαστου Τίποτα.
 
[…]
 
Μέχρι τις μέρες μας έχουν εκδηλωθεί ήδη πολλές κυριαρχικές κινήσεις διαχείρισης του θεάματος της εξέγερσης. Έχουν εμφανιστεί βιτρίνες καταστημάτων με «ριζοσπαστική» σκηνοθεσία, διαφημίσεις με «επαναστατική» επιθετικότητα, κινηματογραφικές ταινίες με «ανατρεπτικά» διακυβεύματα.
Είναι προφανές ότι στην εξέγερση του Δεκέμβρη δεν αποσαθρώθηκε ο πολιτισμός του Θεάματος. Όμως, η εξέγερση του Δεκέμβρη ήταν μια ιστορική πράξη που για πρώτη φορά μπορούμε να βεβαιώσουμε, ότι δεν υπήρξε μόνο το θέαμα των Δεκεμβριανών, αλλά ότι υπήρξαν και λειτούργησαν τα Δεκεμβριανά του Θεάματος. Κι αυτήν την παρακαταθήκη οφείλουμε να την επεξεργαστούμε, να την αναλύσουμε, να την επεκτείνουμε..
 
1 Η αναφορά αυτή βρίσκεται στην σελίδα του σκαι.
 
*Το κείμενο είναι μέρος της πτυχιακήςεργασίας με θέμα την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 του Βαγγέλη Γκαγκέλη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αντίθετη στις επενδύσεις χρυσού η ΔΗΜΑΡ Κεντρ. Μακεδονίας

Σκουριές 6/12