[Μετά από διακομματική συμφωνία για το έγκλημα της έμφυλης βίας, την οποία προώθησαν η Μελόνι και το δημοκρατικό κόμμα, η αντικατάσταση της «συναίνεσης» με τη «διαφωνία» αποκαλύπτει μια σαφή πολιτική επιλογή, κάνοντας την αρχική πρόταση να μοιάζει με έναν ακόμη ελιγμό gender washing.
Πριν από λίγες ημέρες, η γερουσιάστρια Giulia Bongiorno (Lega) ξαναέγραψε το νομοσχέδιο που αφορά την έμφυλη βία αντικαθιστώντας τη λέξη «συναίνεση» με την φράση «πρόθεση κατά της σεξουαλικής πράξης», εισάγοντας την έννοια της «διαφωνίας» και θέτοντας την αξιολόγηση του εγκλήματος στη διακριτική ευχέρεια κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, με βάση τη «συγκεκριμένη κατάσταση και το πλαίσιο στο οποίο διαπράχθηκε το έγκλημα».
Η μετατόπιση της εστίασης από την έλλειψη συναίνεσης στην έκφραση διαφωνίας σημαίνει ότι η ευθύνη επιστρέφεται σε όσ*ς υφίστανται τη βία. «Αυτή η αναδιατύπωση χρησιμεύει μόνο για την προστασία των πιθανών βιαστών, επικυρώνοντας το πιο αφόρητο προνόμιό τους: αυτό της κυριαρχίας επί των σωμάτων». Όσο και αν τροποποιηθεί η γλώσσα, η δομή παραμένει η ίδια: για να θεωρηθεί έγκυρη η άρνηση συναίνεσης, πρέπει απαραίτητα και κατηγορηματικά να γίνει, να ειπωθεί ή να εκδηλωθεί κάτι. Οποιοσδήποτε δισταγμός, σιωπή ή αδράνεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί νόμιμα και στα μέσα ενημέρωσης ως μέσο απαλλαγής των δραστών και μετατόπισης της ευθύνης στο θύμα].
Η Emilia De Rienzo γράφει με αφορμή αυτό:
Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από το 1996*, όταν πιστέψαμε ότι είχαμε επιτέλους μετακινήσει τον βιασμό από τον βάλτο της «δημόσιας ηθικής» στην αξιοπρέπεια του ατόμου, σήμερα, όμως, ο άνεμος έχει αλλάξει.
Χθες, σε 44 ιταλικές πόλεις, χιλιάδες σώματα και φωνές ξεσηκώθηκαν όχι για να γιορτάσουν μια επέτειο, αλλά για να υψώσουν ένα ανάχωμα ενάντια σε μια οπισθοχώρηση που έχει την πικρή γεύση της προδοσίας.
Μια ξεκάθαρη οργή διασχίζει τους δρόμους, που τροφοδοτείται από την επίγνωση ότι η πατριαρχία δεν χρειάζεται πλέον να φοράει παντελόνια για να χτυπήσει. Σήμερα χρησιμοποιεί τα πρόσωπα και τις φωνές γυναικών όπως η Τζόρτζια Μελόνι και η Τζούλια Μποντζιόρνο** για να κάνει την πιο βρώμικη δουλειά της.
Η ιταλική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η πιο αντιδραστική δεξιά εργάζεται παντού – από την Αμερική του Τραμπ μέχρι την Ευρώπη των εθνικισμών – για να «ξαναβάλει στη θέση της» την αυτοδιάθεση των γυναικών.
Είναι ένα πολιτισμικό σχέδιο πριν καν γίνει πολιτικό. Επιχειρεί να επαναφέρει τα σώματα των γυναικών υπό ανδρικό έλεγχο, ένα βήμα τη φορά, με τη βαθμιαία προσέγγιση όσων γνωρίζουν ότι οι απότομες αλλαγές κάνουν θόρυβο.
Η υπόθεση Επστιν δεν αποτελεί μια τερατώδη εξαίρεση. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που αποτελείται από κουλτούρες που βλέπουν τη σιωπή ως συναίνεση και την εξουσία ως συγκατάθεση. Η ίδια κουλτούρα χτυπά σήμερα τις πόρτες του Ιταλικού Κοινοβουλίου.
Πήραν την έννοια της «συναίνεσης» – αυτό το ελεύθερο και πραγματικό «ναι», που είναι η μόνη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μια πράξη αγάπης και τη βία – την έσβησαν με μια μονοκονδυλιά, και την αντικατέστησαν με τη λέξη «διαφωνία».
Μια μόνο λέξη που ανατρέπει τον κόσμο. Δεν είσαι πλέον ελεύθερος εξ ορισμού, αλλά είσαι θήραμα εξ ορισμού μέχρι να μπορέσεις να αποδείξεις ότι πάλεψες, φώναξες, αντιστάθηκες. Είναι η ίδια κουλτούρα που επέτρεψε σε ισχυρούς άνδρες να κακοποιούν για χρόνια σιωπηλά, γνωρίζοντας ότι χωρίς μια «απόδειξη αντίστασης», το έγκλημά τους θα γλιστρούσε σε μια γκρίζα ζώνη ατιμωρησίας.
Και είναι η ίδια λογική που καθιστά αόρατα τα θύματα όπως η Ζιζέλ Πελικότ – την οποία νάρκωνε για χρόνια ο σύζυγός της και την διέθετε σε δεκάδες άνδρες ενώ ήταν αναίσθητη – επειδή στην πατριαρχική κουλτούρα, όποι@ δεν μπορεί να εκφράσει διαφωνία, δεν υφίσταται ως θύμα.
Η Μελόνι και η Μποντζιόρνο δανείζουν τα ονόματά τους σε αυτή την επιχείρηση, λειτουργώντας ως ανθρώπινες ασπίδες ενός συστήματος που θέλει να κανονικοποιήσει τη σιωπή ως συναίνεση.
Αλλά οι χθεσινές διαμαρτυρίες απάντησαν με μια θέρμη που είναι πυρκαγιά: καλύτερα να μην υπάρξει νέος νόμος, καλύτερα να παραμείνουμε στους παλιούς κανόνες που ενσωματώθηκαν στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, παρά να δεχτούμε μια οπισθοδρόμηση που μας θέλει ξανά σιωπηλές και υποταγμένες. Το να δώσουμε ένα ισχυρό μήνυμα σήμερα δεν είναι πλέον επιλογή, είναι καθήκον επιβίωσης.
Δεν θα επιτρέψουμε να ακυρωθεί μια τριαντάχρονη πορεία από όσους επέλεξαν να γίνουν υπηρέτες μιας εξουσίας που μας θέλει χωρίς φωνή.
Διότι και χωρίς ένα απερίφραστο «ναι», σήμερα και πάντα, το μόνο που μένει είναι ο βιασμός.
* Το 1996 ήταν μια καθοριστική χρονιά για τη νομοθεσία στην Ιταλία, η οποία σηματοδοτήθηκε ιδιαίτερα από την έναρξη ισχύος στις 15 Φεβρουαρίου του νόμου 66/1996, ο οποίος έφερε επανάσταση στο ποινικό δίκαιο ορίζοντας τη σεξουαλική βία ως «έγκλημα κατά του προσώπου» και όχι ως «έγκλημα κατά της ηθικής».
** Η Τζούλια Μποντζιόρνο (Παλέρμο, 1966) είναι δικηγόρος, πολιτικός και γερουσιάστρια της Λέγκας, εισηγήτρια της προτεινόμενης νομοθετικής τροποποίησης για τη σεξουαλική βία, η οποία συχνά αναφέρεται ως «νομοσχέδιο Μποντζιόρνο» ή τροπολογία Μποντζιόρνο. Πρότεινε μια τροποποίηση στο νομοσχέδιο για τον βιασμό (μεταρρύθμιση του άρθρου 609 bis του Ποινικού Κώδικα), η οποία έχει προκαλέσει εκτεταμένες αντιπαραθέσεις. Η πρότασή της στοχεύει στην αντικατάσταση του όρου της «συναίνεσης» με αυτό της «διαφωνίας».
πηγή: Comune-info.net


