«Το άνοιγμα δύο νέων «στρατοπέδων συγκέντρωσης» έχει ήδη δρομολογηθεί στη Δυτική Αθήνα.
Το πρώτο στις κτηριακές εγκαταστάσεις ιδιοκτησίας του ΟΑΕΔ επί της λεωφόρου Σχιστού στο Σκαραμαγκά. Στο χώρο στεγάζεται το Θεραπευτήριο Χρόνιων Παθήσεων Παίδων.
Το δεύτερο σε δύο κτήρια του Νοσοκομείου Αγία Βαρβάρα (Λοιμωδών), ένα για άντρες και ένα για γυναίκες. Πρόκειται για κτήρια στην πτέρυγα που φιλοξενεί ασθενείς με τη νόσο του Χάνσεν.»
Διαβάζοντας αυτή την είδηση στο left.gr μού φάνηκε πιο εύκολο να πιστέψω ότι πρόκειται για κριτική κάποιου φιλμ που κάνει αυτή τη διεστραμμένη επιστροφή στην ιστορία. Δυστυχώς όμως είναι απλώς μια ξεκάθαρη επιβεβαίωση ότι η ιστορία δεν έχει μια καθορισμένη πορεία προς «τα μπρός». Η ταχύτατη επιστροφή προς τη βαρβαρότητα είναι πια γεγονός. Η κυβέρνηση με μια και μόνον κίνηση μας απέδειξε ότι από τη μεσαιωνική βαρβαρότητα στην αντιμετώπιση των αρρώστων με νόσο του Hansen (κοινώς λέπρα), αλλά και άλλων λοιμωδών νοσημάτων, μέχρι τη σύγχρονη βαρβαρότητα του άρειου ναζιστικού πολιτισμού δεν υπάρχει καμία απόσταση ούτε χρόνου, ούτε προσέγγισης. Ο εξοστρακισμός των αρρώστων και η αναγκαστική εξορία –απομόνωσή τους συνήθως σε νησιά (που δυσκολεύουν την απόδραση), εδραιώθηκε ως προσέγγιση το μεσαίωνα και ήταν συνέπεια ενός μίγματος φόβου, άγνοιας και δεισιδαιμονίας. Με άλλα λόγια, του ιδανικού μίγματος για την άνθιση του ρατσισμού και την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού.
Ειδικά οι άρρωστοι με νόσο του Hansen, που έχουν την ατυχία να εμφανίζουν σοβαρές παραμορφώσεις από τις δερματολογικές βλάβες που προκαλούν τα βακτήρια, αποτέλεσαν το κλασσικό παράδειγμα απέχθειας αλλά και φόβου από τους ίδιους τους δικούς τους ανθρώπους, οι οποίοι ακόμη και σήμερα αρνούνται να τους εντάξουν στη ζωή τους. Στο σημείο αυτό, προφανώς και συχνά, μπαίνει το ερώτημα: Μήπως όντως η απομόνωση των αρρώστων είναι επιβεβλημένη ώστε να ελεγχθεί η διασπορά τους στον πληθυσμό; Η μελέτη των επιδημιών και οι γνώσεις που έχουμε σήμερα για τη διασπορά των λοιμωδών νοσημάτων, οδηγούν με σαφήνεια στο συμπέρασμα ότι η απομόνωση, εκτός του ότι είναι απάνθρωπη, δεν έχει και ουσιαστική επίπτωση στη διασπορά των νοσημάτων. Τα λοιμώδη νοσήματα μεταδίδονται πριν εμφανιστούν τα συμπτώματά τους, με άλλα λόγια από φαινομενικά υγιείς ανθρώπους. Παράλληλα, οι άρρωστοι που σήμερα έχουν διαγνωσμένη νόσο του Hansen, φυματίωση κλπ και παίρνουν την ενδεικνυόμενη αγωγή, δεν μεταδίδουν τη νόσο σε κανέναν. Άρα το μόνο που μένει είναι ο φόβος της άγνοιας, η βαρβαρότητα των πολλών και δυνατών απέναντι στους λίγους και ευπαθείς, ο ρατσισμός των «καθαρών» απέναντι στους «βρώμικους», των λευκών απέναντι στους μαύρους…
Και να που από το μεσαίωνα ερχόμαστε σήμερα να βάλουμε στη θέση των αποδιοπομπαίων «λεπρών», τα «κοινωνικά παράσιτα», τους «απρόσκλητους παρείσακτους», τους «μελαψούς», τους «ξένους βρε παιδί μου».
Και με την ίδια ευκολία δαιμονοποιούμε τα θύματα αντί να τα αγκαλιάσουμε και να προσπαθήσουμε μαζί να ανατρέψουμε τις αιτίες της αρρώστιας τους. Τα θύματα, είτε μιας βιολογικής, είτε μιας κοινωνικής νόσου. Οι μετανάστες λοιπόν, θύματα ενός βίαιου κοινωνικού και ταξικού πολέμου, αντιμετωπίζονται ως οι σύγχρονοι «λεπροί» που πρέπει να απομονωθούν για να μη «μολύνουν» κοινωνικά, πολιτισμικά αλλά και γονιδιακά τους «καθαρόαιμους έλληνες». Βέβαια, η ναζιστική τεχνογνωσία των στρατοπέδων συγκέντρωσης έχει ακυρώσει την ανάγκη μετατοπίσεων, νησιών κοκ. Στρατόπεδα λοιπόν παντού; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι στρατόπεδα πουθενά και ποτέ πια. Όχι για να «μη φέρουν ξένους κοντά στα σπίτια μας», αλλά για να μην ξαναζήσουμε τη ναζιστική βαρβαρότητα, την εξαθλίωση, την καταστροφή. Το αντιρατσιστικό κίνημα αντίστασης και αλληλεγγύης βρίσκεται μπροστά σε μια σοβαρή πρόκληση που δεν είναι άλλη από την ανατροπή αυτών των πολιτικών.
* Ο Αλ. Μπένος είναι καθηγητής στο ΑΠΘ.
Αναδημοσίευση από την Εποχή.
