in

Αντιδράσεις για την απόρριψη του δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ από τρεις συνταγματολόγους

Προχειρότητα και βιασύνη που έχει οδηγήσει σε σφάλματα καταλογίζουν στον Δήμο

Για προχειρότητα και βιασύνη του Δήμου να απορρίψει το αίτημα 23.214 πολιτών για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος κάνουν λόγο τρεις συνταγματολόγοι, μέλη της ομάδας νομικής υποστήριξης της Οργανωτικής Επιτροπής Δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ. Μάλιστα σχολιάζοντας την επιστολή  που δέχθηκε η ΟΕΔ από τον Γενικό Γραμματέα του Δήμου τονίζουν ότι «οι αρχές του Δήμου που εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες, αποφάσισαν να υπάγουν τη δημοκρατία στην τυπολατρία. Ακόμη και αυτό, όμως, απέτυχαν να το κάνουν σωστά» καλώντας τον Δήμο να αναθεωρήσει την απόφασή του.

Υπενθυμίζεται ότι με τη χθεσινή επιστολή του ο Γενικός Γραμματέας του Δήμου προς την Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος  ανακοίνωνε ότι η Διεύθυνση Μητρώου Πολιτών της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής διαπίστωνε, κατ’ επίκληση του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, την απουσία νόμιμων υπογραφών στη λίστα που κατατέθηκε για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος για την ανάπλαση της ΔΕΘ.

Οι τρεις νομικοί Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ακρίτας Καιδατζής, Χαράλαμπος Κουρουνδής στην απάντησή τους προς τον Δήμο Θεσσαλονίκης εκφράζουν την έκπληξή τους για το περιεχόμενο της επιστολής δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι η βιασύνη για την απόρριψη του αιτήματος έχει οδηγήσει τον Δήμο σε σοβαρά σφάλματα.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν οι νομικοί «το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας -που προβλέπει ότι “Αίτηση του ενδιαφερομένου, για την έκδοση διοικητικής πράξης, απαιτείται όταν το προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις”- εφαρμόζεται όταν ο πολίτης αιτείται την έκδοση διοικητικής πράξης. Η αίτηση που αναφέρει το άρθρο 134 ν. 4555/2018 δεν αφορά, όμως, στην έκδοση διοικητικής πράξης αλλά στην έκδοση προκήρυξης για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Η προκήρυξη δημοψηφίσματος δεν αποτελεί διοικητική πράξη, όπως έχει αποφανθεί πρόσφατα η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 2787/2015). Συνεπώς, το άρθρο 3 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δεν εφαρμόζεται σε αυτήν την περίπτωση»

Όπως προσθέτουν: «Ακόμα και εάν δεν ίσχυε τούτο όμως, ούτως ή άλλως, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού δικαστηρίου, η ανυπόγραφη αίτηση πληροί την απαίτηση του νόμου για υποβολή έγγραφης αίτησης, όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία προκύπτει η ταυτότητα και η σοβαρότητα της βούλησης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ 2524/2003). Εν προκειμένω, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα συγκέντρωσης των αιτήσεων, ζητούνταν από τους δημότες να συμπληρώσουν το ονοματεπώνυμό τους, το πατρώνυμό τους, το μητρώνυμό τους, το έτος γέννησής τους και να δηλώσουν ότι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης. Ακόμη, ζητούνταν από τους αιτούντες και αιτούσες να δηλώσουν ότι «Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ν. 4555/2018, αιτούμαι από το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης τη διεξαγωγή δημοτικού δημοψηφίσματος με το παρακάτω ερώτημα:» και ακολουθούσε επι λέξει το ερωτημα του δημοψηφίσματος. Δεν καταλείπεται επομένως καμιά αμφιβολία για την ταυτότητα και την σοβαρότητα της βούλησης των 23.214 δημοτών. Αντίθετα, όλα αυτά τα στοιχεία αρκούν, φυσικά, για να ασκήσει ο Δήμος την αρμοδιότητα που του απονέμει ο νόμος: Να ελέγξει, δηλαδή, αν οι αιτούντες είναι δημότες του Δήμου Θεσσαλονίκης».

«Από την απάντηση της ως άνω υπηρεσίας του Δήμου προκύπτει ότι οι αρχές του Δήμου, που εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες, αποφάσισαν να υπάγουν τη δημοκρατία στην τυπολατρία. Ακόμη και αυτό, όμως, απέτυχαν να το κάνουν σωστά. Καλούμε τον Δήμο να αναθεωρήσει την απόφασή του για να περισώσει τη θεσμική αξιοπρέπεια που στιγμάτισε με την προαναφερθείσα απάντησή του».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Η Πρόοδος ως Πηγή Δυστυχίας

Κατασκευάζοντας τον εχθρό. Του Andrea Cegna