Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη
«Ο Υπουργός της Εθνικής Οικονομίας κ. Δουζίνας ανεκοίνωσε σήμερον το εσπέρας ότι δημοσιευθέντος εν τη “Εφημερίδι της Κυβερνήσεως” του Νόμου περί επεκτάσεως εις Θεσσαλονίκην του Νόμου περί Κυριακής αργίας, ισχύει ούτος από τούδε. Συνεπώς από της προσεχούς Κυριακής, θ’ αργήσουν εν Θεσσαλονίκη όλα τα καταστήματα, Χριστιανικά και Ισραηλιτικά. Η Κυβέρνησις θεωρεί πλέον λήξαν εντελώς το ζήτημα»,[1] όπως μας πληροφορεί η «Μακεδονία» την Παρασκευή, 18 Ιουλίου 1924. Επομένως, η Κυριακή 20.7 έπρεπε να είναι η πρώτη Κυριακή που όλη η αγορά της Θεσσαλονίκης θα ήταν κλειστή. Μόνο που το θέμα δεν ήταν τόσο απλό.
Σήμερα η αργία της Κυριακής αμφισβητείται από ιδιοκτήτες πολυκαταστημάτων και εμπορικών κέντρων που επιδιώκουν να μην υπάρχει καμία παύση στην κατανάλωση και φέρνουν ως δικαιολογία την κρίση, λες και στους άνεργους, π.χ., αυτό που λείπει για να ψωνίσουν είναι ο χρόνος. Προφανώς, επιδιώκουν την εξόντωση των μικρών επιχειρήσεων αλλά και το ξεζούμισμα των εργαζόμενων στις δικές τους αλυσίδες. Έναν αιώνα πριν το ζήτημα ήταν περισσότερο εθνοθρησκευτικό. Στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, κάθε μιλλέτ είχε τις δικές του αργίες, γιορτές και πανηγύρια. Επειδή, όμως η πλειονότητα του πληθυσμού, άρα και των εμπόρων κι εργαζόμενων εν γένει, ήταν Εβραίοι, η μέρα του Σαββάτου (που σύμφωνα με το θρησκευτικό τελετουργικό αρχίζει με τη δύση του ηλίου την Παρασκευή) ήταν η μέρα που σχεδόν νέκρωνε η κίνηση στην αγορά της πόλης. Όμως δώδεκα χρόνια μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος τα πράγματα είχαν αλλάξει άρδην, καθώς η μία από τις τρεις μεγάλες θρησκευτικές ομάδες δεν υπήρχε πια, ενώ η ισραηλιτική πλειονότητα είχε πλέον καταστεί μειονότητα, αρκετά μεγάλη –βέβαια– μειονότητα.
Τον Φεβρουάριο του 1924, χριστιανοί έμποροι μαζεύουν 500 υπογραφές και θέτουν στο δημοτικό συμβούλιο το ζήτημα του υποχρεωτικού κλεισίματος των καταστημάτων τις Κυριακές. Ο αντιπρόεδρος του συμβουλίου Μπενσουσάν, δεν έθεσε το αίτημα προς συζήτηση (να θυμίσουμε ότι όλα τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ήταν διορισμένα, όπως κι ο δήμαρχος Πέτρος Συνδίκας), προκαλώντας την μήνιν της «Μακεδονίας»: «Δεν είναι δυνατόν να μας διευθύνουν αλλόθρησκοι», έγραφε στις 29.2.1924.[2] Έτσι φτάνουμε στον Ιούλιο όταν κατατέθηκε και ψηφίστηκε γρήγορα ο νόμος που αναφέρεται στην αρχή του άρθρου (3103/1924 «περί αναδημοσιεύσεως εις εν ενιαίον κείμενον των νόμων περί Κυριακής αναπαύσεως εις Θεσσαλονίκην και λοιπάς πόλεις εχούσας πληθυσμόν διαφόρων θρησκευμάτων»).[3]
Τελικά, στις 20.7 δεν έκλεισαν τα καταστήματα. «Κατ’ ανακοινώσεις των αρμοδίων η Κυριακή αργία δεν εφηρμόσθη ακόμη καθότι δεν εκοινοποιήθη εισέτι ενταύθα ο ψηφισθείς υπό της Συνελεύσεως νόμος», διαβάζουμε στον Τύπο δυο μέρες αργότερα.[4] Την επομένη, φθάνει «εις την Αστυνομικήν Διεύθυνσιν […] τηλεγράφημα εντελλόμενον την έναρξιν της εφαρμογής της Κυριακής αργίας», οπότε το μέτρο εφαρμόζεται από τις 27.7, με μερικές εξαιρέσεις. Πιο συγκεκριμένα, τα εμπορικά καταστήματα γενικά «θέλουν μείνη ανοικτά από 10ης μέχρι 12ης πρωινής», ενώ «θ’ ανοίγωσιν επιπλέον τα παντοπωλεία και αποικιακά 10-2 μ.μ. Οινοπωλεία, μαγειρεία 10-2 ως και 6-10 τον χειμώνα και 7-11 το θέρος. Ζαχαροπλαστεία, γαλακτοπωλεία, ζυθοπωλεία 10 πρωϊνήν μέχρι 12 μ.μ. Καφενεία 9 πρωϊνήν μέχρι 12 μ.μ. Καπνοπωλεία, κουρεία 10-1 μ.μ. Κρεοπωλεία ανοίγουν την 2 μ.μ. τον χειμώνα και 4 μ.μ. το θέρος προς παρασκευήν του κρέατος το οποίον θα πωληθή την Δευτέραν. Λαχανοπωλεία 10-1 μ.μ. Φαρμακεία, ανοικτά όσα θα ορίζωνται υπό της Αστυνομίας. Αρτοπωλεία 9-2 και μόνον εκείνα τα οποία πωλούσιν άρτον. Όσα παρασκευάζουσιν άρτον θα παραμένωσι γενικώς κλειστά».[5] Όσο να πεις, υπήρχε έδαφος για ασάφειες στο ωράριο, γεγονός που φαίνεται και από μια αναδημοσίευση της «Μακεδονίας» από την «Προγκρέ», όπου αναφέρεται πως η γαλλόφωνη ισραηλιτική εφημερίδα «εξήρε την αξίαν συγχαρητηρίων στάσιν των Αρχών της πόλεώς μας, αίτινες είχον διατάξει τα αστυνομ. όργανα να δειχθώσι επιεική απέναντι των Ισραηλιτών, επειδή ούτοι ηγνόουν ακόμη τας λεπτομερείας του νέου νόμου ως και επακριβώς τας ώρας καθ’ ας έπρεπε να κλείσωσι τ’ ανήκοντας εις διαφόρους κατηγορίας καταστήματα».[6]
Πρωτύτερα, η «Αρχιρραβινεία δι’ εγκυκλίου της εγνώρισεν εις τους Ισραηλίτας ότι ψηφισθείσης της Κυριακής αργίας πρέπει πάντες οι Ισραηλίται να σεβασθώσιν τον Νόμον αλλά να εξακολουθήσουν κλείοντες και το Σάββατον»,[7] κάτι που προφανώς δεν ήθελαν να κάνουν οι έμποροι. Παράλληλα, «αι ενταύθα ισραηλιτικαί οργανώσεις απηύθυναν προς τον Πρωθυπουργόν και τους υπουργούς Εξωτερικών και Εθν. Οικονομίας τηλεγραφήματα διά των οποίων ζητούσιν επ’ ευκαιρία της ανόδου εις την αρχήν της νέας Κυβερνήσεως, όπως αύτη λάβη τα δέοντα μέτρα ώστε οι Ισραηλίται να δύνανται να αναπαύωνται μόνον το Σάββατον».[8]
Ακολούθησαν συζητήσεις, αντεγκλήσεις, δημιουργία επιτροπών, ένα ψήφισμα του δημοτικού συμβουλίου που ομόφωνα (καθώς απείχαν όλοι οι Εβραίοι σύμβουλοι) ζητούσε να απαγορευτεί και το κατ’ εξαίρεση δίωρο άνοιγμα των εμπορικών, για να φτάσουμε –σχεδόν ένα χρόνο αργότερα (25.5.1925)– στην εφαρμογή του πλήρους κλεισίματος των καταστημάτων τις Κυριακές, γεγονός που προκάλεσε την παραίτηση του διοικητικού συμβουλίου της Ισραηλιτικής Κοινότητας.[9]
Παραπομπές:
[1] Μακεδονία, 18.7.1924.
[2] Ευάγγελος Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος και ο Μεσοπόλεμος στη Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 177.
[3] ΦΕΚ Α΄ 165/21.7.1924, Μακεδονία, 24.7.1924..
[4] Μακεδονία, 22.7.1924.
[5] Μακεδονία, 24.7.1924.
[6] Μακεδονία, 30.7.1924.
[7] Μακεδονία, 22.7.1924.
[8] Μακεδονία, 30.7.1924.
[9] Ευ. Χεκίμογλου, Ο Νικόλαος Μάνος…, ό.π., σ. 179-181.