Αφιέρωμα 2012: Γιασσασσίν Χουρριέτ: Ξεσπά η νεοτουρκική επανάσταση (1908)

 

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη
 
Όταν στις 3 Ιουλίου 1908 ο Αλβανός υπολοχαγός Αχμέτ Νιαζί μπέης έπαιρνε τα βουνά στην περιοχή του Ρέζεν (ή Ρέσνας επί το ελληνικότερον) με καμιά διακοσαριά στρατιώτες,[1] ο Αμπντούλ Χαμίντ Β΄ μάλλον δεν είχε ιδιαίτερο λόγο ν’ ανησυχεί. Μερικές δεκάδες ένοπλοι παραπάνω με επικεφαλής ένα δυσαρεστημένο αξιωματικό κάπου μεταξύ Οχρίδας και Πρέσπας, τη στιγμή που στην ύπαιθρο των τριών μακεδονικών βιλαετιών της οθωμανικής Ρούμελης υπήρχαν πάμπολλες –κι αλληλοσυγκρουόμενες– ομάδες ληστών κι ανταρτών (σε εναλλασσόμενους, ενίοτε, ρόλους), δεν φαινόταν να αποτελούν αξιοσημείωτη απειλή για την απολυταρχική εξουσία του σουλτάνου. Τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά και με αστραπιαία (ιδίως αν λάβουμε υπόψη την εποχή) ταχύτητα, προκαλώντας έκπληξη τόσο στο εσωτερικό της –αχανούς ακόμη– Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και στην Ευρώπη. 
 
Σίγουρα η οθωμανική κυβέρνηση είχε τις πληροφορίες της από το ευρύ δίκτυο χαφιέδων που είχε αναπτύξει σ’ όλους τους χώρους, αλλά μάλλον δεν περίμενε αυτή την αντίδραση από το στρατό. Αρχικά στo Μοναστήρι και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη και σ’ άλλες πόλεις της Μακεδονίας, οι στρατιωτικές μονάδες στασίασαν υπό την ηγεσία αξιωματικών μελών της Επιτροπής «Ένωση και Πρόοδος», απαιτώντας Σύνταγμα. Όταν το δεύτερο σώμα στρατού από την Αδριανούπολη διατάχθηκε να βαδίσει εναντίον του τρίτου στη Θεσσαλονίκη, στασίασε κι αυτό με τη σειρά του. Ο σουλτάνος κατάλαβε ότι έχασε το παιχνίδι κι αφού πρώτα προσπάθησε να ελιχθεί απολύοντας το μεγάλο βεζίρη και τον αρχιστράτηγο, τη νύχτα της 23ης Ιουλίου εξέδωσε διάταγμα που επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1876.[2] Το σχετικό τηλεγράφημα που στάλθηκε στις 2 τα ξημερώματα της επόμενης μέρας στον γενικό επιθεωρητή των τριών βιλαετιών της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Κοσόβου) Χιλμί πασά έγραφε: «Κωνσταντινούπολις 11/24 Ιουλίου 1908 – Γενικόν Επιθεωρητήν Θεσσαλονίκην, Επί τη εκδηλωθείση υπό του λαού επιθυμία και διαταγή της Α.Μ. του Σουλτάνου το Σύνταγμα, το διακηρυχθέν την 11/23 Δεκεμβρίου 1876, και το οποίον ανεβλήθη διά λόγους τινάς, αποκαθίσταται εκ νέου. Η Γενική Συνέλευσις (Βουλή και Γερουσία) θέλει συγκληθή κατά τας διατάξεις του νόμου. Παρακαλώ δε όπως την είδησιν τούτην γνωστοποιήσετε εις τον λαόν. Ο Μέγας Βεζίρης Σαΐτ».[3]
 
Η εύκολη επικράτηση του κινήματος έδωσε το έναυσμα για ένα πρωτόγνωρο πανηγύρι καθώς οι, διαφορετικής θρησκείας και εθνότητας, κάτοικοι των πόλεων αγκαλιάζονταν και φώναζαν «Ζήτω το Σύνταγμα» σε μια δεκάδα διαφορετικές γλώσσες. Σε κάποιες περιπτώσεις ο λαός γκρέμισε τις πύλες των φυλακών απελευθερώνοντας όλους τους κρατούμενους. Επίσημα δόθηκε γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους. Έτσι αποφυλακίστηκαν από τους αντάρτες που δρούσαν στη Ρούμελη μέχρι τους επιζώντες συνεργάτες του Μιντάτ πασά, που είχαν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια στα μπουντρούμια. Σχεδόν παντού ξέσπασαν αυθόρμητες απεργίες που πέτυχαν αυξήσεις μισθών και αναγνώριση δικαιωμάτων.[4] 
 
Ο, αυτόπτης μάρτυρας, Νεχαμά χαρακτηρίζει τις επόμενες μέρες που έζησε η Θεσσαλονίκη ως «επικές» και συμπληρώνει: «Βλέπουμε τους ληστές όλων των φυλών, τους τσετατζήδες, τους κομιτατζήδες, τους αντάρτες, να κατεβαίνουν από τα κρησφύγετά τους και ν’ αγκαλιάζονται στις πλατείες και στα καφενεία [..] Όλοι κλαίνε από συγκίνηση. Η κατάσταση είναι ειδυλλιακή. Ραββίνοι, βούλγαροι ιερείς, έλληνες παπάδες, ιμάμηδες βαδίζουν μαζί στους δρόμους. Φωνάζουν για ανάσταση νεκρών».[5] Στην πλατεία Ελευθερίας (που ονομάστηκε έτσι από το Χουριέτ), σε μια από τις εκστατικές συγκεντρώσεις χιλιάδων ανθρώπων, ο Γιάνε Σαντάνσκυ, έχοντας δίπλα του τον Ενβέρ μπέη (έναν από τους ηγέτες των Νεότουρκων), κήρυσσε το βάθεμα της επανάστασης: «Αλλά δεν σταματάμε εδώ! Γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι μόνο η πλατιά ελευθερία, μόνο η πληρέστερη δημοκρατικοποίηση των θεσμών της χώρας μπορεί να φέρει ευημερία στο λαό και να αφαιρέσει το έδαφος για εθνική διαμάχη και προπαγάνδα. Κάτω η τυραννία! Ζήτω η πατρίδα! Ζήτω ο λαός! Ζήτω η επανάσταση! Ζήτω η ελευθερία!».[6]
 
Αυτά τα τεράστια λαϊκά πανηγύρια συμφιλίωσης, μαζί με την ταχύτητα και το σχεδόν αναίμακτο της επανάστασης, επέτειναν την αίσθηση των ντόπιων κι ξένων παρατηρητών ότι μπροστά στα μάτια τους εξελίσσονταν ένα θαύμα. Όπως αναφέρει η Σκοπετέα: «Το 1908, αφού είχε ξεσπάσει η επανάσταση των Νεοτούρκων, ο Arthur Moore, με το ψευδώνυμο Antrim Oriel, εξέδωσε στο Λονδίνο ένα μυθιστόρημα με υπόθεση δανεισμένη από το Ανατολικό ζήτημα όπως το βίωναν οι Βρετανοί της εποχής… [σύμφωνα με την υπόθεση του βιβλίου] ξεσπάει φανταστικός πόλεμος μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Βουλγαρίας, την επαύριο του φανταστικού επίσης θανάτου του Αβδούλ Χαμίτ… Ο Arthur Moore έδωσε στο μυθιστόρημά του τον τίτλο Το Θαύμα, και εννοούσε την Επανάσταση των Νεοτούρκων, στους οποίους και το αφιέρωσε: ήταν το γεγονός που είχε μεσολαβήσει μεταξύ συγγραφής και έκδοσης. Το ότι η εξέλιξη αυτή ανέτρεπε άρδην το σενάριό του δεν τον πτόησε, και το βιβλίο κυκλοφόρησε πράγματι, προλαβαίνοντας τον Αβδούλ Χαμίτ σώο και συνταγματικό».[7]
 
Η πόλη, το «λίκνο της επανάστασης», γίνεται «τουριστικός» προορισμός. «Έρχονται απ’ όλες τις πόλεις και όλα τα χωριά της Μακεδονίας και της Τουρκίας, με επικεφαλής το νταούλι και τον ζουρνά. Έρχονται από την Ελλάδα, την Σερβία, την Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Αυστρία, την Ρουμανία, την Γαλλία […] Πρόκειται για κάτι σαν ιερό προσκύνημα στην Πόλη της Ελευθερίας […] Βλέποντας όλους τους λαούς να συναδελφώνονται, ο κόσμος προβλέπει την ένωση όλων των Βαλκανικών χωρών, όλων των εθνικοτήτων του Δούναβη. Όλοι βρίσκονται μέσα στη μέθη των εναγκαλισμών και ονειρεύονται μια τεράστια συνομοσπονδία λαών. Η Θεσσαλονίκη είχε πιθανόν δωρίσει την ειρήνη σ’ ολόκληρη την Ανατολή».[8] Από την Ελλάδα, συγκεκριμένα, καταφθάνει ένα πλοίο με εκδρομείς από τον Βόλο, επικεφαλής τους ο σοσιαλιστής δικηγόρος Κώστας Ζάχος (που μετά το 1912 θα μετακόμιζε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη) και ο Πλάτωνας Δρακούλης, που ευχήθηκαν καλή επιτυχία στους Νεότουρκους· όταν όμως αργότερα έρχεται ένα τραίνο από τη Σόφια, οι επιβάτες του βρίσκουν κλειστά όλα σχεδόν τα ελληνικά εστιατόρια και καφενεία της πόλης, η συναδέλφωση των πρώτων ημερών είχε ήδη αρχίσει να φθίνει.[9] Παράλληλα, η εδραίωση των Νεότουρκων στην εξουσία τους έκανε πλέον εχθρικούς προς τους εργατικούς αγώνες και τον συνδικαλισμό και, παίρνοντας αφορμές και από τις εξωτερικές πιέσεις, ξεκίνησαν μια πορεία προς ένα ολοένα και περισσότερο αυταρχικό κράτος. Ως γνωστόν, τα θαύματα διαρκούν λίγο.[10]
 
 
Παραπομπές: 
 
[1] Andreja Zivkovic, «The Revolution in Turkey and the Balkan Federation» στο Revolutionary History, Vol. 8, No 3, Λονδίνο 2003, σ. 99.
[2] Caroline Finkel, Οθωμανική Αυτοκρατορία 1300-1923, μτφρ. Μιχάλης Δελέγκος, Διόπτρα, Αθήνα 2007, σ. 641.
[3] Γιάννης Μέγας, Η επανάσταση των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 114-115· βλ. γενικότερα το εκτενές αυτό έργο με τις πολλές πληροφορίες για το γεγονός και την πόλη.
[4] Γιάννης Γκλαρνέτατζης, «Γιασσασίν Χουριέτ: Εκατό χρόνια από τη νεοτουρκική επανάσταση», ένθετο Εντός Εποχής, εφ. Η Εποχή, 14.9.2008.
[5] Π. Ριζάλ (Ιωσήφ Νεχαμά), Θεσσαλονίκη η περιπόθητη πόλη, μτφρ. Βασ. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 192-193.
[6] Mercia MacDermott, For Freedom and Perfection: The Life of Yane Sandansky, Λονδίνο, 1988, σ. 347, όπως παρατίθεται στο A. Zivkovic, «The Revolution in Turkey…», ό.π., σ. 100.
[7] Έλλη Σκοπετέα, Η δύση της Ανατολής: Εικόνες από το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Γνώση, Αθήνα 1992, σ. 152, 155.
[8] Π. Ριζάλ, Θεσσαλονίκη η περιπόθητη πόλη, ό.π., σ. 193.
[9] Γ. Γκλαρνέτατζης, «Γιασσασίν Χουριέτ…», ό.π.
[10] Βλ. E.J. Hobsbawm, Η Εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, μτφρ. Κ. Σκλαβενίτη, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2002, σ. 436-437.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Στη Λευκωσία το πρώτο κλιμάκιο της τρόικας

Στάση εργασίας των εργαζομένων στους ΟΤΑ