in

Πιέτρο Ινγκράο: Ένας κομμουνιστής της αμφιβολίας. Της Τόνιας Τσίτσοβιτς

Πιέτρο Ινγκράο: Ένας κομμουνιστής της αμφιβολίας. Της Τόνιας Τσίτσοβιτς

Τον Πιέτρο Ινγκράο τον γνώριζα από τα γραπτά του, τα άρθρα του και από όσα λέγονταν γι’ αυτόν.

Τον γνώρισα καλύτερα μεταφράζοντας δύο βιβλία, δύο συζητήσεις του Ινγκράο με σημαντικούς ιταλούς διανοούμενους.

Το πρώτο είναι «Η αγανάκτηση δεν αρκεί», που εκδόθηκε το 2011 από τις εκδόσεις «Εύμαρος» και είναι μια συζήτηση του Ινγκράο με την Μαρία Λουίζα Μπότσια, γνωστή φεμινίστρια, και τον Αλμπέρτο Ολιβέτι, καθηγητή Αισθητικής. Η ελληνική έκδοση είναι με πρόλογο του Μιχάλη Ψημίτη.

Γράφτηκε την εποχή των πλατειών των αγανακτισμένων σε απάντηση του βιβλίου του Εσέλ «Αγανακτήστε». Δεν είναι μια γενική πρόσκληση προς την αγανάκτηση, γιατί ο Ινγκράο, πίστευε μεν στη δύναμη της αγανάκτησης, αλλά, ως μαρξιστής, γνώριζε ότι χωρίς την αναγκαία ανάγνωση της ταξικής σχέσης στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και χωρίς την οικοδόμηση ενός πολιτικού υποκειμένου, τα σπουδαία αυτά κινήματα κινδυνεύουν να χάσουν τη δυναμική τους, γιατί, όπως μας λέει «Η αγανάκτηση δεν εξηγεί τις ουσιαστικές διαφοροποιήσεις. Η απλή καταγγελία, κατά κάποιον τρόπο, τις συγκαλύπτει».

Το δεύτερο βιβλίο, που θα εκδοθεί σε λίγες μέρες, τις εκδόσεις «Επέκεινα», ονομάζεται «Η πρακτική της αμφιβολίας», και είναι μια συζήτηση του Ινγκράο με τον Κλάουντιο Καρνιέρι, με πρόλογο του Κώστα Δουζίνα. Αναφέρεται σε διάφορα περιστατικά της ζωής του, στα ταξίδια του στη Μόσχα και στο εμπόλεμο Βιετνάμ, στη συνάντηση με τον Κιμ Ιλ Σουνγκ, στη Βόρεια Κορέα και φωτίζει ιδιαίτερα εκείνο το κομμάτι της χρυσής εποχής της ιστορίας του ευρωπαϊκού κομμουνισμού, μια ιστορίας στην οποία το ΚΚΙ ήταν πρωτοπόρο.

Επίσης, είχα αρχίσει να μεταφράζω τη αυτοβιογραφία του, με τίτλο «Ήθελα το φεγγάρι», που η έκδοσή του δυστυχώς δεν επετεύχθη. Το βιβλίο αυτό δεν είναι μια απλή αυτοβιογραφία, είναι η ιστορία 100 χρόνων της Ιταλίας και σε ένα βαθμό και της Ευρώπης, είναι ένα λογοτεχνικά άρτιο και γλαφυρό κείμενο που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από κείμενα μεγάλων και γνωστών λογοτεχνών.

Ο Ινγκράο, στη μεγάλη ζωή του έζησε συνταρακτικά γεγονότα, όπως το Β παγκόσμιο Πόλεμο, τη δημιουργία των Λαϊκών Δημοκρατιών, την άνοδο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας ως μιας πολιτικής δύναμης ριζωμένης ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα, μιας δύναμης που δεν έλειπε από κανένα δήμο, από καμία περιφέρεια, από κανένα εργοστάσιο, από καμία γειτονιά, που είχε πρόσβαση σε κάθε μικρομάγαζο, που όργωνε τη χώρα για να ακούσει τις απόψεις των φτωχών του νότου και του βορρά, πάνω απ’ όλα μιας ηθικής δύναμης, με καθαρά χέρια.

Ο Ινγκράο έζησε την εποχή του ψυχρού πολέμου, είδε να αναπτύσσονται τα κινήματα υπέρ του αφοπλισμού, τα κινήματα των νέων και των γυναικών, είδε να κερδίζει το δημοψήφισμα για το διαζύγιο και το δικαίωμα στη διακοπή κύησης, είδε όμως και τα τραγικά γεγονότα της στρατηγικής της έντασης και την απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο (μάλιστα την εποχή εκείνη ήταν πρόεδρος της Βουλής, ο πρώτος κομμουνιστής πρόεδρος στην Ιταλία).

Ήταν από τους πρώτους που δεν αποδέχτηκαν την έννοια του Κόμματος οδηγού και την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στα αδελφά κόμματα και από τους πρώτους που τάχθηκαν σθεναρά ενάντια στην εισβολή στην Τσεχοσλοβακία.

Ο «αιρετικός κομμουνιστής» Ινγκράο, που η αριστερή πτέρυγα του ΚΚΙ τον αναγνώριζε ως ηγέτη της, ήταν ο πρώτος που ανέφερε το «δικαίωμα στη διαφωνία», και όπως ο ίδιος έλεγε, αυτό που είχε κατορθώσει να εφαρμόσει με μεγαλύτερη επιτυχία ήταν η πρακτική στην αμφιβολία.

Μια πρακτική που δεν ήταν συνήθης στα κομμουνιστικά κόμματα εκείνης της εποχής και που του δημιούργησε αρκετούς εχθρούς εντός και εκτός της Ιταλίας.

Στο ενδέκατο συνέδριο, όταν διατύπωσε το δικαίωμα στη διαφωνία, συνέβη το εξής καταπληκτικό. Όλοι οι σύνεδροι παρακολουθούσαν την ομιλία του με μεγάλο ενδιαφέρον και, στο τέλος, ξέσπασαν σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, ενώ το προεδρείο παρέμεινε παγερό και ακίνητο στη θέση του. Ούτε ένα νεύμα, ούτε μια χειραψία, ούτε ένα χαμόγελο και απολύτως κανένα χειροκρότημα.

Μάλιστα, ο Τζόρτζιο Αμέντολα, ο μεγάλος του αντίπαλος, που ανήκε στη δεξιά πτέρυγα του κόμματος, μπαίνοντας στην αίθουσα του συνεδρίου έφθασε στο σημείο να τον απειλήσει και, πλησιάζοντάς τον, του είπε: «Πρόσεξε, γιατί θα σου σπάσουμε τα κόκκαλα».

Δεν σταμάτησε ποτέ να στοχάζεται, να αναζητά καινούριους δρόμους, να αναρωτιέται, αντίθετα με άλλους, που προσπαθούσαν και προσπαθούν να επιβεβαιώσουν τις λανθασμένες αναλύσεις και να ξαναγυρίσουν στα ξεπερασμένα σχέδια, χωρίς να δουν γιατί απέτυχαν, χωρίς να τα αμφισβητήσουν.

Ήταν ένας άνθρωπος που είχε μάθει να λειτουργεί μέσα στους θεσμούς, ήταν πρόεδρος της Βουλής, εργάστηκε στο Κέντρο για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους. Κάποια στιγμή δεν δίστασε να εγκαταλείψει το θεσμικό ρόλο για να αναστοχαστεί, χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλείψει την ενεργό δράση.

Σε βαθιά πλέον γεράματα, και αφού είχε από καιρό αποχωρήσει από το Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς, εντάχθηκε στην Κομμουνιστική Επανίδρυση και βρέθηκε στο πλευρό του Ευρωπαίκού Κοινωνικού Φόρουμ.

Ο Ινγκράο δεν έπαψε επίσης ποτέ να πιστεύει στη συλλογική δράση, στη δράση των πολλών, χωρίς την οποία η κοινωνία δεν μπορεί να αλλάξει. Όμως σε μια δράση που να συνδυάζει «τη ζωντάνια του πλουραλιστικού υποκειμένου με τον πλούτο και την ποικιλία του ανθρώπινου όντος». Παραδεχόταν όμως ότι το κομμουνιστικό κίνημα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει σε αυτό τα όριά του, γιατί οι απαιτήσεις της αρραγούς και της αντοχής υπερίσχυαν πάντοτε.

Χάριν του αρραγούς σήκωσε το χέρι του για να διαγράψει την ομάδα που βρισκόταν περισσότερο κοντά του, τους συντρόφους του από το «Μανιφέστο» και η Ροσάνα Ροσάντα δεν του το συγχώρησε ποτέ.

Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε να αποφύγει αυτό που τον τρόμαζε, δηλαδή τη διάλυση του κόμματος και τη μετάλλαξή του σε κάτι πολύ διαφορετικό.

Ο Ινγκράο εφάρμοζε πάντα την πρακτική της αμφιβολίας, με το στοχασμό, με τη σκέψη, με την αναζήτηση και με το διάλογο. Όμως, είχε αντίθετα, σταθερές ιδέες και πίστη στη συλλογικότητα, στη δύναμη των κινημάτων, στο υποκείμενο που θα οδηγούσε στον κοινωνικό μετασχηματισμό, σε μια ηθική στάση στην πολιτική.

Ήταν από τους λίγους που στάθηκαν ακλόνητοι στο πλευρό της νεολαίας το 1968, γι’ αυτό ήταν ο αγαπημένος των νέων. Σε μια ομιλία του προς τους νέους εκείνης της εποχής, λέει τα εξής: «Μας επαναλαμβάνουν συνέχεια: «Μα τι θα κάνατε εσείς; Τι θα κάνατε εσείς οι κομμουνιστές αν ήσασταν κυβέρνηση;» Εγώ απαντώ: «Δεν θα στέλναμε την αστυνομία στους εργάτες».

Γιατί ο Ινγκράο ήξερε να είναι ένα με αυτούς που εκπροσωπούσε, σε κάθε συνέλευση που παρακολουθούσε ζητούσε τη γνώμη των συντρόφων και ποτέ δεν προωθούσε ένα νομοθέτημα χωρίς να έρθει σε επαφή με την κοινωνική ομάδα που αυτό αφορούσε.

Στις προεκλογικές του ομιλίες έλεγε: «Δεν σας είπα ποτέ ψηφίστε τον Ινγκράο, ψηφίστε ένα όνομα, γιατί πιστεύω ότι δεν είναι αρκετό να ψηφίσει κανείς ένα όνομα, αλλά ένα πρόγραμμα».

Ο Λούτσιο Μάγκρι, στο βιβλίο του «Ο ράφτης της Ούλμ», μας αφηγείται μια μικρή χαρακτηριστική ιστορία.

Σε μια από τις πολυπληθείς συνελεύσεις που έπρεπε να αποφασίσουν την αλλαγή του ονόματος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, ένας σύντροφος απεύθυνε στον Ινγκράο την εξής ερώτηση: «Έπειτα από όλα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν, πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι με τη λέξη κομμουνιστικό μπορείς να ορίσεις ένα μεγάλο δημοκρατικό μαζικό κόμμα σαν αυτό που ήμασταν και είμαστε ακόμη, κόμμα που θέλουμε να ανανεώσουμε και να δυναμώσουμε για να το φέρουμε στην κυβέρνηση της χώρας;»

Ο Ινγκράο , που είχε εκφράσει τους λόγους της διαφωνίας του με τον Οκέτο και είχε προτείνει να ακολουθηθεί ένας άλλος δρόμος, απάντησε χρησιμοποιώντας την αλληγορία του Μπρεχτ, Ο ράφτης της Ουλμ. Αυτός λοιπόν ο ράφτης, που είχε την έμμονη ιδέα να φτιάξει φτερά που θα έκαναν τον άνθρωπο να πετάξει, μια μέρα, σίγουρος ότι το είχε πετύχει, παρουσιάστηκε στον επίσκοπο και του είπε: «Να ‘μαι, ξέρω να πετάω». Ο επίσκοπος τον οδήγησε στο παράθυρο του ψηλού κτηρίου και τον προκάλεσε να το αποδείξει. Ο ράφτης έπεσε και σκοτώθηκε στο πλακόστρωτο. Παρόλα αυτά, σχολίασε ο Ινγκράο, με τα λόγια του Μπρεχτ, μερικούς αιώνες αργότερα οι άνθρωποι κατάφεραν να πετάξουν.

Ίσως ο Ινγκράο θα μπορούσε να είχε αλλάξει την τύχη της αριστεράς στην Ιταλία αν είχε επιμείνει σε μια ρήξη. Πιθανά να τον είχαν ακολουθήσει όλοι αυτοί (800.000) που έμειναν ορφανοί με τη στροφή του κόμματος και δεν μπήκαν ξανά ποτέ σε κανένα κόμμα.

Αν είχε ηγηθεί ενός νέου υποκειμένου η ιστορία ίσως να είχε πάρει διαφορετική τροπή. Ίσως πράγματι να ισχύει αυτό που ισχυρίζεται η Ροσάνα Ροσάντα, ότι δηλαδή για να προστατέψει το κόμμα, παραιτήθηκε από το να αλλάξει την ιστορία.

Ποιος όμως μπορεί να ξέρει, εκ των υστέρων, ποια θα ήταν η έκβαση μιας ρήξης;

Ο ίδιος παραδέχτηκε τα λάθη του και τελικά, αποχώρησε από το Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς. Παραδέχτηκε την ήττα, τη βαριά ήττα του κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά δε μετάνιωσε που αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Και μας το λέει στο στίχο του: «Σήκωσε ψηλά την ήττα».

Ο Ινγκράο, όμως, δεν ήταν μόνο πολιτικός. Ήταν ένας τρυφερός, συναισθηματικός άνθρωπος, ένας λογοτέχνης, ένας ποιητής.

Η πρώτη του αγάπη ήταν ο κινηματογράφος. Σπούδαζε στο Πειραματικό Κέντρο Κινηματογράφου στη Ρώμη πριν τον κερδίσει η πολιτική. Συχνά έλεγε: «Ξέρω περισσότερα πράγματα για κινηματογράφο, παρά για πολιτική».

Η ποίηση ήταν μια άλλη μεγάλη του αγάπη. Η ποίηση ήταν για τον Ινγκράο η ανάγνωση της σιωπής. Η σιωπή ως στοχασμός, ως προσπάθεια να αφουγκραστεί τον παλμό της κοινωνίας.

Και μέσα στη σιωπή, μέσα από το σκοτάδι, ανατέλλει το φεγγάρι, όχι ο «ήλιος του μέλλοντος», αλλά το φωτεινό, μακρινό, σιωπηλό φεγγάρι. Γιατί, ο Ινγκράο, είναι ένας «σεληνιακός» κομμουνιστής, κοντά στην ευαισθησία της γυναικείας ψυχής. Ο ήλιος αντιπροσωπεύει τις βεβαιότητες που θα δημιουργηθούν, μα το φεγγάρι αντιπροσωπεύει την αμφιβολία, το ανέφικτο, που όμως μας δίνει το μέτρο του εφικτού. Το φεγγάρι είχε πάντα ξεχωριστή θέση στη ζωή του Ινγκράο, από τότε, που, μικρό παιδί, το έβλεπε από το παράθυρο της Λένολα, της γενέτειράς του. Γι’ αυτό και η αυτοβιογραφία του έχει τον τίτλο «Ήθελα το φεγγάρι».

Το φεγγάρι δεν λείπει κι από την ποίησή του:

Το φεγγάρι είναι ένας σβησμένος

Κρατήρας από αλάτι

Έρημος από ζωή, το φεγγάρι

Είναι μια ανάσα, ένα πέπλο

Που διαβαίνει το κατώφλι

Των αδέξιων πεδιάδων της

Αλυσοδεμένης γης, το φεγγάρι

Είναι μόνο μια παράλογη σιωπή

Μια παρατημένη φυγή…

Το φεγγάρι, για πολλούς η ουτοπία, είναι το άπιαστο όνειρο, που χωρίς αυτό η ζωή δεν έχει αξία. Ο Ινγκράο, παρά την πικρία της μεγάλης ήττας του κομμουνιστικού κινήματος και παρά τη εξαέρωση του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης, δεν έπαψε στιγμή να πιστεύει σ’ αυτό το όνειρο και προσπάθησε με κάθε τρόπο να πάρει μέρος στη διαμόρφωση του νέου σχεδίου, να είναι χρήσιμος μέχρι τέλους στην οικοδόμηση του συλλογικού υποκειμένου που, δυστυχώς, δεν πρόλαβε να δει.

Σημαντική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του υπήρξε η εμπειρία της παρανομίας και της αντίστασης. Στο βουνό ήταν «ο κόκκινος δεκανέας». Είναι μια εμπειρία στην οποία επιστρέφει συχνά στα γραπτά του και στις συνεντεύξεις του.

Ο Ινγκράο πίστευε βαθιά στην ειρήνη και συχνά αναφερόταν στο άρθρο 11 του Ιταλικού Συντάγματος που αρχίζει με τη φράση «Η Ιταλία απορρίπτει τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης των διαφορών». Όμως η μη βία σε κάθε περίπτωση δεν ήταν μέσα στη λογική του και θεώρησε αναγκαία την ένοπλη αντίσταση απέναντι σε έναν εχθρό που απειλούσε τον άμαχο πληθυσμό.

Αυτό που τον τρόμαζε τα τελευταία χρόνια ήταν το γεγονός ότι το κοινό αίσθημα δεν είναι πια σε συναγερμό απέναντι στον πόλεμο. Η έννοια του πολέμου έχει ενταχθεί στην καθημερινότητα.

Έλεγε ότι σήμερα, ο τρόπος για να νομιμοποιηθεί ένας πόλεμος είναι να τον βαφτίζουμε «ανθρωπιστικό» και «προληπτικό». «Η λέξη αφοπλισμός», έλεγε με πίκρα, «δεν υπάρχει πια στο λεξιλόγιο».

Ο Ινγκράο πέρασε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που εφάρμοσε την πρακτική της αμφιβολίας.

Όμως, ο ίδιος είχε πολλές ακράδαντες πεποιθήσεις.

Δεν αμφέβαλλε για την ανάγκη ειρήνης στον κόσμο,

Για την ανάγκη μετασχηματισμού της κοινωνίας προς τον σοσιαλισμό,

Για την ανάγκη της επιβολής της ηθικής διάστασης στην πολιτική

Για την ανάγκη συλλογικής δράσης για την αλλαγή,

Για τη δημοκρατία σε όλες τις πολιτικές πρακτικές,

Και πάνω απ’ όλα, είχε την πεποίθηση ότι η πολιτική ανήκει σε όλους.

Και όπως έλεγε ο ίδιος, αυτή την ελπίδα ότι η πολιτική θα ανήκει σε όλους δεν πρέπει να την αφήσουμε να πεθάνει.

 

*Το κείμενο συνιστά την εισήγηση της Τόνιας Τσίτσοβιτς στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς στην Θεσσαλονίκη Ευρωκομμουνισμός: Η συμβολή του Πιέτρο Ινγκράο”

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Οταν νάνοι κλήθηκαν να εκπροσωπήσουν γίγαντες. Του Σεραφείμ Σεφεριάδη

Σκουριές: Απαντήσεις που δεν έχουν δοθεί και δεν θα δοθούν. Του Γιώργου Κυρίτση