in

Η δημοκρατία στην Ευρώπη του ευρώ. Του Μίχαελ Χάινριχ

Η δημοκρατία στην Ευρώπη του ευρώ. Του Μίχαελ Χάινριχ

Μετάφραση: Κρινιώ Παππά, Στέλιος Χρονόπουλος

Και τι δεν άκουσε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μετά τον επιτυχημένο εκβιασμό σε βάρος του Αλέξη Τσίπρα και της κυβέρνησής του. Η κριτική ήταν σφοδρή: ότι έβλαψε τη δημοκρατία στην Ευρώπη, ότι έβλαψε την καλή φήμη της Γερμανίας στο εξωτερικό και, βέβαια, ότι έβλαψε την «ευρωπαϊκή ιδέα». Έχεις την εντύπωση πως ο άνθρωπος αυτός δεν θέλει να αφήσει τίποτα όρθιο. Δεν είναι παράξενο, έτσι, που έχει ξεκινήσει συγκέντρωση υπογραφών στο διαδίκτυο με αίτημα την παραίτησή του. Κι αν ο Σόιμπλε δεν είναι απλώς πεισματάρης, κακός και ακοινώνητος; Αν είναι απλώς ένας καλός και ικανός εκπρόσωπος της γερμανικής πολιτικής;

Τα τελευταία χρόνια συντελούνται σημαντικές αλλαγές στην πολιτική της Γερμανίας. Και αυτό γίνεται τώρα εντελώς φανερό στην περίπτωση της Ελλάδας. Εδώ και δεκαετίες η γερμανική οικονομία επωφελείται από την Ε.Ε. (και προηγουμένως από την ΕΟΚ) περισσότερο από την οικονομία κάθε άλλου κράτους-μέλους. Το γερμανικό κράτος επωφελείται κι αυτό, αφού αυξάνονται τα φορολογικά του έσοδα. Ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα όριζε τον ή την καγκελάριο, η πολιτική της Γερμανίας για την Ευρώπη στηριζόταν στην εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων και στην χωρίς επιφυλάξεις αποδοχή του ρόλου του μεγαλύτερου πληρωτή στην Ένωση. Γιατί το ποσό που πληρώνει η Γερμανία στην Ε.Ε. είναι ασήμαντο σε σύγκριση με τα κέρδη που αποκομίζει από αυτήν. Αυτή ακριβώς η πολιτική εξεύρεσης συμβιβαστικών λύσεων εγκαταλείφθηκε επιδεικτικά στη σύγκρουση με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Παρόλο που πολλές χώρες ήταν ιδιαιτέρως επιφυλακτικές, η Μέρκελ και ο Σόιμπλε υιοθέτησαν και επέβαλαν μια απολύτως ασυμβίβαστη στάση: η Ευρωζώνη δεν θα αποδέχονταν τίποτα άλλο από την πλήρη και χωρίς όρους παράδοση της ελληνικής κυβέρνησης. Και δεν πρόκειται απλώς για εγκατάλειψη της συμβιβαστικής πολιτικής από μεριάς της Γερμανίας, αλλά και για μια σαφέστατη επίδειξη αυτού του γεγονότος – ως προειδοποίησης προς όλους.

Η δημοκρατία είναι καλή και άγια. Η συμμετοχή μιας χώρας στην Ε.Ε. προϋποθέτει, απαραίτητα, τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι η ελεύθερα εκλεγμένη κυβέρνηση ενός χρεωμένου κράτους, μπορεί να ασκεί την πολιτική που θεωρεί ορθή.

Η Άνγκελα Μέρκελ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απαίτησαν «μεταρρυθμίσεις», και ο Μάριο Ντράγκι, ως διευθυντής της ΕΚΤ, φρόντισε αμέσως να κλείσει την στρόφιγγα στις ελληνικές τράπεζες. Η ελληνική κυβέρνηση είχε πια μόνο δύο επιλογές: είτε να κυκλοφορήσει αμέσως ένα παράλληλο νόμισμα, γεγονός που θα οδηγούσε σε ασύντακτη έξοδο από την ευρωζώνη, είτε να υπογράψει τα πάντα. Ο Σόιμπλε δεν έβλαψε την δημοκρατία στην Ευρώπη (πότε και πού υπήρχε άλλωστε αυτή η φανταστική, ακέραιη δημοκρατία;). Απλώς κατέστησε σαφές, πώς λειτουργεί η δημοκρατία στην Ευρώπη του ευρώ.

Πλήττει ο Σόιμπλε με την πολιτική αυτή την «ευρωπαϊκή ιδέα»; Συχνά ακούμε διακηρύξεις ότι η ΕΟΚ και η Ε.Ε. απελευθέρωσαν τη δυτική Ευρώπη από τον εθνικισμό και έφεραν επιτέλους την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των λαών. Ακόμα και πολλοί αριστεροί συμμερίζονται μια τέτοια άποψη, και γι’ αυτό διστάζουν εξαιρετικά να ασκήσουν ριζική κριτική στην Ε.Ε., αφού κάτι τέτοιο θα ενίσχυε εθνικιστικές απόψεις και τάσεις. Αρκεί, ωστόσο, να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία για να διαπιστώσουμε ότι η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Την ειρήνη στην Ευρώπη τη διασφάλιζε από την μια ο Ψυχρός Πόλεμος, ο οποίος δεν άφηνε πλέον χώρο για αντιπαραθέσεις μέσα στο δυτικό στρατόπεδο, μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας για παράδειγμα, και από την άλλη η ατομική απειλή: ένας πόλεμος ανάμεσα στα δύο μπλοκ θα έφερνε την απόλυτη καταστροφή. Η ειρήνη στην Ευρώπη δεν ήταν η συνέπεια, αλλά η προϋπόθεση για την ίδρυση της ΕΟΚ το 1957.

Πώς η Γερμανία ωφελήθηκε από την ΕΟΚ και την Ε.Ε.

Η δημιουργία της ΕΟΚ είχε τόσο οικονομική όσο και πολιτική διάσταση. Σε πολιτικό επίπεδο σήμαινε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δώδεκα χρόνια μετά την ήττα του γερμανικού φασισμού και χωρίς να έχει την υποχρέωση να πληρώσει αποζημιώσεις για τον πόλεμο και τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκειά του, εντασσόταν, ως μέλος της ΕΟΚ, και πάλι πλήρως στον «δυτικό κόσμο». Με τον τρόπο αυτό η Δύση ενσωμάτωνε οριστικά τη Δυτική Γερμανία, τη χώρα στην οποία λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα ο Στάλιν είχε κάνει τη δελεαστική πρόταση της επανένωσης με αντάλλαγμα απόλυτη ουδετερότητα. Στο οικονομικό επίπεδο η ΕΟΚ προσέφερε στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη γερμανική βιομηχανία την μεγάλη αγορά, την οποία είχε απόλυτη ανάγκη. Η Γαλλία και η Ιταλία προσδοκούσαν τότε από την ΕΟΚ μια σταδιακή σταθερή ανάπτυξη της οικονομίας τους και, κυρίως η Γαλλία υποστήριξη του μεγάλου και προβληματικού αγροτικού της τομέα.

Η Γερμανία επωφελήθηκε από την ΕΟΚ και την Ε.Ε. περισσότερο από τον καθένα – κι αυτό ισχύει και για την ευρωζώνη. Η δημιουργία της νομισματικής ένωσης όχι μόνο επέτρεψε στο γερμανικό κεφάλαιο να απαλλαγεί από φραγμούς στο εσωτερικό της Ε.Ε., αλλά πρόσφερε και ένα πολύτιμο πλεονέκτημα στις γερμανικές εξαγωγές, καθώς το ευρώ είναι φθηνότερο σε σχέση με το δυτικογερμανικό μάρκο, ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζεται μακροπρόθεσμα το δολάριο ως κυρίαρχο παγκόσμιο νόμισμα. Ωστόσο, οι γερμανικές κυβερνήσεις φαίνεται ότι δεν είναι πια πρόθυμες να μοιραστούν τα τεράστια πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την εισαγωγή του ευρώ με τις ασθενέστερες χώρες. Αυτές πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνες τους με το υπερβολικά ισχυρό για τις οικονομίες τους νόμισμα. Η Γερμανία ούτε που συζητάει την προοπτική συγκρότησης ενός είδους αναδιανεμητικής ένωσης.

Αυτή η πολιτική εφαρμόστηκε βάναυσα και μέχρι τέλους σε βάρος της Ελλάδας. Ο βασικός στόχος δεν ήταν να αποσπάσει από την Ελλάδα όσο το δυνατόν περισσότερα. Ακόμα και η Μέρκελ και ο Σόιμπλε πρέπει να ξέρουν ότι η μικρή ελληνική οικονομία, την οποία εξασθενίζουν ολοένα και περισσότερο νέες και νέες φοροεπιδρομές, δεν θα είναι ποτέ σε θέση να μειώσει σημαντικά το τεράστιο χρέος της. Είτε θα πρέπει κάποτε να γίνει κούρεμα του χρέους (ή μια τεράστια επιμήκυνση με διατήρηση των πολύ χαμηλών επιτοκίων, πράγμα που είναι εν τέλει το ίδιο), είτε τα λεγόμενα «πακέτα διάσωσης» –καινούργια υψηλά δάνεια, προκειμένου να εξυπηρετούνται τα παλιά– θα αποκτήσουν χαρακτήρα μόνιμης κατάστασης.

Η πολιτική της Μέρκελ και του Σόιμπλε θα αποδειχθεί στο τέλος μάλλον ακριβή για την Γερμανία. Αξίζει όμως, παρ’ όλα αυτά. Θα χαθούν βέβαια αργά ή γρήγορα κάποια δισεκατομμύρια για το ελληνικό χρέος, την θυσία όμως θα την αντέξει η γερμανική οικονομία με δεδομένα τα τεράστια κέρδη που αποκομίζει από την κρίση (οι εξαγωγές ανθούν όπως ποτέ άλλοτε με το σχετικά αδύναμο ευρώ, ενώ το γερμανικό κράτος κερδίζει από το γεγονός, ότι σχεδόν δεν χρειάζεται πλέον να πληρώνει τόκους). Πάνω από όλα όμως, η Ευρωζώνη υποχρεώνεται να δώσει όρκο πίστης στην γερμανική πολιτική λιτότητας (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν εφαρμόστηκε στην κρίση στη Γερμανία· εκεί είχαμε επίδομα απόσυρσης αυτοκινήτων και επιμήκυνση των επιδοτήσεων για το μειωμένο ωράριο των εργαζομένων).

H Γερμανία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

Αυτή η πολιτική δεν είναι γέννημα του πείσματος του Σόιμπλε· έχει λογική. Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας εξαφανίστηκε η σύγκρουση Ανατολής-Δύσης, η οποία είχε επικαλύψει όλες τις υπόλοιπες συγκρούσεις. Οι ΗΠΑ παρέμειναν ως μόνη υπερδύναμη, η κυριαρχία τους όμως είναι σημαντικά μειωμένη, σε σύγκριση με την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Με τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ κατέστη σαφές ότι, ενώ μπορούσαν να κατατροπώσουν οποιοδήποτε στρατό, η στρατιωτική επιτυχία δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι μπορούσαν και να καθορίσουν τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, όπως το επιθυμούσαν. Στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας αναδείχτηκαν οι μεσαίες δυνάμεις. Η Βραζιλία και όλη η Λατινική Αμερική ασκούν μια πολιτική πολύ πιο ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ, σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Η Κίνα έχει γίνει παγκόσμιος παίκτης, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Η Ρωσία δεν μπόρεσε να ανακτήσει τον ρόλο της υπερδύναμης που είχε η ΕΣΣΔ, δεν πρέπει όμως να υποτιμάται ως μεσαία δύναμη. Και στη Δυτική Ευρώπη; Εκεί η Γερμανία αποτελεί εδώ και καιρό την πολιτική και οικονομική ηγέτιδα δύναμη, η οποία αναπτύσσει διαρκώς ευρύτερες φιλοδοξίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Αφετηρία γι’ αυτές δεν είναι οι μακρινές στρατιωτικές επεμβάσεις, στις οποίες η Γερμανία παίρνει πλέον μέρος, αλλά το ευρώ και ο έλεγχος της Ευρωζώνης. Για μεγάλα κομμάτια του γερμανικού κεφαλαίου, εδώ και καιρό, ούτε η Ε.Ε. είναι αρκετά μεγάλη. Η Ευρωζώνη είναι απλώς η βάση, από την οποία ξεκινά μια επιθετική πολιτική εξαγωγών, που κατακλύζουν όλον τον κόσμο. Για τον σκοπό αυτό όμως πρέπει η Ευρωζώνη να ευθυγραμμιστεί με το γερμανικό μοντέλο. Αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο ένα σταθερό νόμισμα, αλλά και τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους στο ελάχιστο και τη διάλυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός είναι σκληρός και δεν υπάρχει καμία πολυτέλεια τα κέρδη του κεφαλαίου να περιορίζονται ήδη «μέσα στο ίδιο του το σπίτι». Ακριβώς αυτό είναι το νόημα της πολιτικής που επιβάλλουν βίαια ο Σόιμπλε και η Μέρκελ. Το ότι μπορούν να επιβάλουν αυτό το πρόγραμμα, δεν οφείλεται μόνο στη γερμανική υπεροχή στην Ε.Ε. ή στην ωμότητα με την οποία προχωράνε. Ο επιδιωκόμενος στόχος ταυτίζεται με τα συμφέροντα αυτών των μερίδων των κεφαλαίων από τις άλλες χώρες της Ε.Ε., που αντέχουν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και θέλουν να ενταχθούν στην επιθετική στρατηγική της Γερμανίας για τις εξαγωγές.

Η απεργία των εργαζόμενων στα ταχυδρομεία και η ΤΤΙP

Ο μεταβαλλόμενος ρόλος της Γερμανίας είναι πολύ σαφής, αν κοιτάξουμε πέρα από τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

Δύο παραδείγματα μόνο. Οι εργαζόμενοι των ταχυδρομείων απεργούσαν επί τέσσερις εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Με βασικό αίτημα όχι μισθολογικές αυξήσεις, αλλά τη διάλυση των νέων θυγατρικών εταιρειών, στις οποίες οι εργαζόμενοι πληρώνονται για την ίδια εργασία με μισθό χαμηλότερο έως και 20%. Η μείωση αυτή δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα της επιδίωξης «ανταγωνιστικότητας», ενώ ο όμιλος έχει πάνω από τρία δισ. ευρώ κέρδη προ φόρων και κυριαρχεί στην αγορά. Η απεργία έληξε, τουλάχιστον όσον αφορά το σκέλος της κύριας διεκδίκησης για διάλυση των νέων εταιριών, με πλήρη ήττα των εργαζόμενων. Και στην Γερμανία το κεφάλαιο γίνεται αισθητά επιθετικότερο.

Δεύτερο παράδειγμα, η διατλαντική συμφωνία εμπορίου (TTIP). Η κατάργηση των δασμών είναι το μικρότερο πρόβλημα. Σημαντικότερη είναι η ευθυγράμμιση των μισθολογικών δεδομένων, τα οποία με σχετική βεβαιότητα τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην ΕΕ θα αναπροσαρμοστούν προς τα κάτω. Και, βεβαίως, η θέσπιση των διαιτητικών δικαστηρίων: Ενώ αρχικά προβλέπονταν για να προστατεύουν ξένους επενδυτές από απαλλοτριώσεις χωρίς αποζημίωση, τώρα πλέον στη δικαιοδοσία τους εμπίπτουν όχι μόνο ήδη πραγματοποιηθείσες επενδύσεις αλλά και προσδοκώμενα κέρδη, τα οποία, μέσω κρατικής δραστηριότητας, πιθανώς περιορίζονται. Όπως τώρα η Ελλάδα πρέπει να καταθέτει στις Βρυξέλλες όλες τις σημαντικές προτάσεις νόμων, πριν μπορέσει καν να τις περάσει από το κοινοβούλιο της, έτσι θα πρέπει στο μέλλον σε σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες να συνυπολογίζεται πάντα και το ύψος των αξιώσεων αποζημίωσης μεγάλων πολυεθνικών. Η εικόνα στην Ε.Ε. θα είναι τότε παρόμοια με αυτή που δίνει σήμερα η Ευρωζώνη: ο πληθυσμός μπορεί να επιλέξει την κυβέρνηση που προτιμάει, το πεδίο δράσης της κυβέρνησης απέναντι στο κεφάλαιο, όμως, περιορίζεται σημαντικά. «Συμμορφωμένη προς τις αγορές δημοκρατία» δηλαδή. Όπως έλεγε ήδη το 2011 η Μέρκελ: ζούμε σε μια δημοκρατία και γιαυτό «θα βρούμε τρόπους, να διαμορφώσουμε έτσι την λήψη αποφάσεων από τα κοινοβούλια, ώστε αυτές να είναι συμβατές με τις ανάγκες των αγορών». Η αποφασιστική ισχύς του κοινοβουλίου ως αναγκαίο κακό, που ως πρέπει εκ τούτου να σουλουπωθεί. Για τον σκοπό αυτό οι θεσμοί της ΕΕ και ιδίως η παραίτηση από την εθνική νομισματική πολιτική με την εισαγωγή του ευρώ, είναι καθοριστικής σημασίας δομικά στοιχεία. Την αντίληψη ότι η ΕΕ είναι κατά βάση καλή και μόνο οι πολιτικοί είναι τόσο στενόμυαλοι, ώστε να βλάπτουν την «ευρωπαϊκή ιδέα», ίσως θα έπρεπε λοιπόν να την ξανασκεφτούμε.

Ο Μίχαελ Χάινριχ είναι πολιτικός επιστήμονας και μαθηματικός.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος “#ThisIsACoup. Η γερμανική Ευρώπη εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ”, έκδοση της εφημερίδας Neues Deutschland σε συνεργασία με το ίδρυμα Rosa Luxemburg. Σε μια εκτενέστερη εκδοχή έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό PROKLA (www.prokla.de), τεύχος 180 (Σεπτέμβριος 2015). Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων»

Πηγή: Ενθέματα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τα πρόσωπα από την Άγκυρα. Του Γιάννη Αλμπάνη

ΕΡΤ3: Για πρώτη φορά σε μία εκπομπή όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές για τις Σκουριές