Με αφορμή το κείμενο του Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου για την είσοδο της Ένωσης Κεντρώων στη βουλή και τη νίκη της αντιπολιτικής, στο καινούριο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται.
Η κρίση του πολιτικού συστήματος, η έκπτωση και η παρακμή του, όπως και να το πει κανείς, άρχισε πολύ νωρίτερα από την παρούσα φάση. Ήδη, δέκα και πλέον χρόνια πριν, ο ρόλος του ΛΑΟΣ στην τάση αυτή ήταν καθοριστικός. Ο Καρατζαφέρης, που εγκαινίασε σχολή στο τηλεοπτικό στερέωμα, μετέφερε όλη αυτή του την εμπειρία και στο αστικό κοινοβούλιο, και την υπηρέτησε ο ίδιος, ως αρχηγός, αλλά και οι εκπρόσωποι του κόμματος. Το στήσιμο των βουλευτών του, η αποϊδεολογικοποίηση των πολιτικών διακυβευμάτων, η υπόγεια συγκαλυμμένη ρατσιστική και ακροδεξιά ρητορεία (πλην Βορίδη και Πλέυρη, που είναι ξεχωριστές περιπτώσεις με σαφείς ακροδεξιές καταβολές), η ατάκα σαν να βρισκόμαστε σε τηλεοπτικό παράθυρο, η λάιφστάιλ παρουσίαση των προσωπικών στιγμών των προβεβλημένων βουλευτών σε περιοδικά και εκπομπές με παρουσιαστές τύπου Πέτρου Κωστόπουλου, και τελικά η αποκλειστικά επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτικής, μεταφέρθηκε και στην Βουλή, υποβαθμίζοντας πολλές φορές τη συζήτηση για κρίσιμα θέματα. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις του νόμου Ραγκούση για την ιθαγένεια, η κατασκευή τεμένους στο Βοτανικό, η ακόμα ακόμα και η ψήφιση του πρώτου μνημονίου, τον Μάιο του 2010.
Από εκεί και μετά, τα ίδια τα αστικά κόμματα που έχαναν τις κοινωνικές τους αναφορές λόγω των σκληρών μέτρων λιτότητας, αντιμετώπισαν τον Καρατζαφέρη ως ισότιμο συνομιλητή, τον αξιοποίησαν ως δεκανίκι όπως σωστά ειπώθηκε τότε, και τον έβαλαν στην Κυβέρνηση Παπαδήμου, υιοθετώντας πολλές φορές, στελέχη και μέλη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τη φτηνή επικοινωνιακή επιχειρηματολογία της καρατζαφερικής σχολής.
Οι κινήσεις αυτές, οφειλόμενες σε μεγάλο βαθμό σε μια σκληρή αντικοινωνική πολιτική των δύο κομμάτων, που έπρεπε κάπως να καλυφθεί επικοινωνιακά και πολιτικά, ήταν και ένας από τους παράγοντες που άνοιξαν το δρόμο το 2012 στο ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, βάζοντάς το στη βουλή. Η ρατσιστική και ναζιστική ιδεολογία του διαφημίστηκε μέσω media, και μετά τις εκλογές, το εξωπολιτικό περιτύλιγμα της οργάνωσης –τα «μπράτσα», η «δύναμη», η «μαγκιά»- βρέθηκε πολλές φορές σε πρώτο πλάνο. Από τότε και πέρα, κι αυτό είναι το κρίσιμο, η Χρυσή Αυγή διατηρεί ή ενισχύει την παρουσία της με τον ίδιο τρόπο στο μιντιακό στερέωμα, παρά τα εγκλήματα, την ευθύνη για τα οποία ανέλαβε δημόσια ο Νίκος Μιχαλολιάκος τρεις μέρες πριν από τις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη.
Νομίζω ότι, στο σύνολό της, η Αριστερά ούτε διείδε ούτε ασχολήθηκε έγκαιρα με το φαινόμενο. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι εκπρόσωποί της στα κανάλια ή στο Κοινοβούλιο υιοθέτησαν τον τρόπο των πολιτικών της αντιπολιτικής –το στήσιμό τους, την ατάκα, το χαμηλό σε πολιτικά επιχειρήματα λόγο–, αναπαράγοντας μια εικόνα πτώσης και ισοπέδωσης στα μάτια των ψηφοφόρων ή του φιλοθεάμονος κοινού, ώστε το τελευταίο να μην ξεχωρίζει τους ανθρώπους της Αριστεράς από τους υπόλοιπους ή συχνά να τους τσουβαλιάζει μαζί με το χρεοκοπημένο πολιτικό πρoσωπικό. Η ενίσχυση της «αντιπολιτικής» ήταν μια από τις συνέπειες.
Στο βαθμό που η κρίση εκπροσώπησης συνεχίζεται, καθώς το μνημόνιο δεν τελείωσε αλλά συνεχίζεται, η συζήτηση για την αντιπολιτική οφείλει να ανοίξει: υπάρχουν πια όλες οι προϋποθέσεις για να ζήσουμε καταστάσεις ακόμα πιο φαιδρές από της Ένωση Κεντρώων – αλλά και πιο επικίνδυνες.
Πηγή: Rednotebook.gr
