«Άνεμος Τσίπρα στην ΤΔΒΚ», δηλαδή στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, έγραφε στις 5 Απριλίου 2015 η «Ταράφ», εφημερίδα της Τουρκίας, η οποία και προέβλεψε το αποτέλεσμα των εκλογών της 19ης Απριλίου. Εκλογές, χωρίς εισαγωγικά, από τις οποίες αναδείχθηκε στον β’ γύρο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ο αγωνιστής της ειρήνης και της δημοκρατίας Μουσταφά Ακιτζί.
Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του και αντικαθιστώντας τον σκληροπυρηνικό Δερβίς Έρογλου, ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης εγκαινίασε μια νέα πολιτική για την επίλυση του Κυπριακού, η οποία βασίζεται στην αντίληψη ότι η Κύπρος αποτελεί κοινή πατρίδα των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυκπρίων. Το ίδιο μήνυμα θέλησαν να στείλουν ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιτζί με τον κοινό περίπατό τους στη Λευκωσία εκατέρωθεν της Πράσινης Γραμμής, που διαιρεί την Κύπρο, την περασμένη Κυριακή.
Από τις πρώτες δηλώσεις του ως ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, ο Μουσταφά Ακιτζί επέδειξε πνεύμα ανεξαρτησίας έναντι της Άγκυρας. Μίλησε ως Κύπριος πατριώτης, που έχει ως προτεραιότητα την επανένωση του νησιού. Δεν δίστασε να μιλήσει και για τους κινδύνους που εγκυμονεί για την Κύπρο η κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου της Τουρκίας στο Ακούγιου, που είναι πολύ κοντά στην Κύπρο, καθώς το Ακούγιου είναι στην υψηλής σεισμικότητας περιοχή των Αδάνων.
Όταν η Κύπρος βρέθηκε αντιμέτωπη με τα Μνημόνια, το 2013, είχα γράψει άρθρο στην “Αυγή” με τίτλο «Κυπριακός λαός είναι και οι Τουρκοκύπριοι», επιδιώκοντας να υπογραμμίσω ότι θα έπρεπε ως Αριστερά της Ελλάδας και της Ευρώπης να συμπαρασταθούμε στο σύνολο του κυπριακού λαού και όχι μόνο στους Ελληνοκύπριους. Κάποιοι εντός του ΣΥΡΙΖΑ τότε διακινούσαν την άποψη ότι δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι. Αποδεικνύεται ότι είχα δίκιο, όπως αποδεικνύεται διορατική και η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα κατά την πρώτη επίσκεψή του στην Κύπρο ως πρωθυπουργός της Ελλάδας να συναντήσει Τουρκοκύπριους αγωνιστές της ειρήνης και της επανένωσης του νησιού, κάτι που κανένας ελλαδίτης πρωθυπουργός δεν είχε τολμήσει στο παρελθόν.
Οι προαναφερόμενες εξελίξεις έχουν ιδιαίτερη αξία, καθώς τον Ιούλιο συμπληρώνονται 41 χρόνια από την κυπριακή τραγωδία του 1974, που η πρώτη πράξη της ήταν το προδοτικό χουντικό πραξικόπημα και η δεύτερη η παράνομη τουρκική εισβολή, με συνενοχή στο διπλό έγκλημα ισχυρών χωρών του ΝΑΤΟ. Και όμως, παρά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, δεν έχουν χαθεί εντελώς οι ελπίδες για την επίτευξη μιας δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης στο Κυπριακό, μέσα από τον διακοινοτικό διάλογο, στο πλαίσιο του ΟΗΕ.
Ορισμένοι στην Κύπρο και την Ελλάδα εξακολουθούν να αντιδρούν στον διακοινοτικό διάλογο αμέσως ή εμμέσως. Δεν εννοούν να αποδεχτούν τη δικοινοτική – διζωνική ομοσπονδία. Σαν να μην ήταν ο Μακάριος που έκανε το μεγάλο βήμα να αποδεχθεί την ομοσπονδία, υπογράφοντας συμφωνία με τον Ντενκτάς το 1977, με στόχο «μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη, δικοινοτική ομόσπονδη δημοκρατία». Μιλούν για τον κυπριακό λαό και εννοούν μόνο τους Ελληνοκύπριους. Η έννοια «Κύπρος κοινή πατρίδα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων» τούς είναι ξένη.
Το ζητούμενο από τις νέες συνομιλίες είναι μια συμφωνημένη λύση, δηλαδή κοινά αποδεκτή από τις δύο κοινότητες. Όπως έλεγε ένα σύνθημα της τουρκοκυπριακής λαϊκής εξέγερσης του 2003-2004 υπέρ της επανένωσης, «Το περιστέρι της ειρήνης χρειάζεται δύο φτερούγες για να πετάξει». Λύση δεν μπορεί να υπάρξει αν οι δύο κοινότητες δεν συνεννοηθούν, «από τα πάνω» και «από τα κάτω». Και, από την άποψη αυτή, χρειάζεται ενίσχυση το κίνημα της επαναπροσέγγισης.
Η Άγκυρα δεν έχει διαφοροποιήσει επαρκώς τις θέσεις της, ώστε να γεννούν αισιοδοξία. Δηλώνει υποστήριξη στις συνομιλίες, διατείνεται ότι βιάζεται για λύση, αλλά ουσιαστικά βήματα δεν κάνει. Όμως, από την άλλη είναι σοβαρότατο λάθος -που κόστισε στο πρόσφατο παρελθόν- να υποστηρίζεται ότι «τίποτα δεν αλλάζει στην Τουρκία» και να παραβλέπεται ότι υπάρχει και η «άλλη» Τουρκία. Ούτε να υποτιμάται το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο γεννάει πιέσεις τις οποίες η Άγκυρα δεν μπορεί να παραβλέψει αν θέλει να συνεχιστεί η ενταξιακή της πορεία.
Το Κυπριακό είναι πρόβλημα διεθνές και ευρωπαϊκό και θα είχε τεράστια σημασία η επίλυσή του για όλο τον κόσμο. Η μη επίλυσή του θα είναι ακόμα μία αποτυχία, ιδιαίτερα της Ευρώπης.
Απαιτείται ένα νέο κίνημα διεθνούς και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με τον κυπριακό λαό. Επιπλέον, έχει εξαιρετική αξία σήμερα η κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων στο τρίγωνο «Ελλάδα – Τουρκία – Κύπρος», την οποία προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.
Πηγή: Εφημερίδα “Αυγή”
