Οφείλω να ομολογήσω από την αρχή ότι αιτία και αφορμή του παρόντος «πονήματος» αποτέλεσε η ανάγκη που ένιωσα να αποκαταστήσω την ( όχι και καλύτερη) άποψη που είχα μέχρι τώρα για τις δημοσκοπήσεις. Σήμερα, βλέποντάς τες με «άλλο μάτι», διαπιστώνω ότι αποτελούν τον αδιαμφισβήτητο παράγοντα έρευνας, καταγραφής και ανακάλυψης-αποκάλυψης (κυρίως αυτό) των τάσεων, επιθυμιών, αποφάσεων ( εν τέλει) του εκλογικού σώματος και της κοινωνίας συνολικά.
Οι δημοσκοπήσεις έχουν αναχθεί, ιδιαίτερα στην διαπραγματευτική περίοδο που διανύουμε, σε μια αξιόπιστη (αν όχι την πιο αξιόπιστη) μέθοδο ανάλυσης, καταγραφής και κωδικοποίησης των βημάτων που πρέπει να ακολουθήσουμε (λαός και κυβέρνηση) ώστε, λαμβάνοντας τις «σωστές αποφάσεις», να αποφύγουμε την «πρόσκρουση στα βράχια».
Έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας, λειτουργώντας ως υποκατάστατο ψυχολόγου – ψυχίατρου: αποδομούν την συλλογική σύγχυση και προτείνουν, με την αντικειμενικότητα που τις διακρίνει, την κατάλληλη θεραπεία.
«Εμφανίζονται» με μία αξιοζήλευτη περιοδικότητα ( μία φορά την εβδομάδα τουλάχιστον), θέτουν τα ερωτήματα στην σωστή τους βάση και δίνουν τις «πρέπουσες» απαντήσεις, σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα. Κοντολογίς, δεν αφήνουν κανένα αβοήθητο.
Αυτά σκεφτόμουν πηγαίνοντας προς το γραφείο μου όταν με διέκοψε από την περιπατητική μου «νιρβάνα» ο μπάρμπα Γιάννης: « τι χαμογελάς (μάλλον γελούσα) σαν χαζός; Δε με λες θα μας τρελάνουν αυτοί; Ποιον ρωτάνε, τι ρωτάνε και βγάζουν τέτοια συμπεράσματα; Εγώ ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ πρώτη φορά ( εσύ με έπεισες) γιατί πίστεψα ότι θα κάνει αυτά που έλεγε στο πρόγραμμα της πόλης μας. Αν ο μοναδικός καημός μου ήταν το ευρώ έμεινα εκεί που ήμουνα, δεν ήταν ανάγκη να έλθω σε σας».
Προσποιήθηκα ότι είμαι βιαστικός και απομακρύνθηκα (πάλι χαμογελαστός).
Το βράδυ όταν γύρισα στο σπίτι διαπίστωσα ότι ήμουν αναστατωμένος. Αναζήτησα το χάπι μου ( εφημερίδα με το τελευταίο γκάλοπ). Την πέταξα.
Άρχισα να περπατάω στο σαλόνι του σπιτιού. Θυμήθηκα τα λόγια του μπάρμπα Γιάννη από μία προηγούμενη κουβέντα : « δε με λες, αν η κυβέρνηση πάρει τα μέτρα που πρότεινε στους δανειστές μας (φορολόγηση πλουσίων, πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου καυσίμων, αξιοποίηση της λίστας Λαγκάρντ κλπ), υποχωρήσει, όμως, στις απαιτήσεις τους για αύξηση του κατώτατου μισθού, επαναφορά συλλογικών διαπραγματεύσεων, μείωση συντάξεων, εγώ ο εργαζόμενος τι θα κερδίσω από την αύξηση του διαθέσιμου πλούτου ( έτσι ακριβώς το είπε ο μπαγάσας);».
Έφερα ακόμη δύο βόλτες. Σταμάτησα. Πήρα την μεγάλη απόφαση : «θα γιατρευτώ μόνος μου. Δεν ξαναδιαβάζω δημοσκοπήσεις».
Έπεσα στο κρεβάτι. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Βιαζόμουν να ξημερώσει. Ένιωσα την ανάγκη να συναντήσω τον μπάρμπα Γιάννη, άμεσα…
Υ.Γ. Ο τίτλος του άρθρου αποτελεί παράφραση του τίτλου του βιβλίου « η ψυχική ισορροπία, η τρέλα και η οικογένεια» των ΛΑΙΝΓΚ ΡΟΝΑΛΝΤ- ΕΣΤΕΡΣΟΝ ΑΑΡΟΝ
Ο Χρήστος Μπακέλλας είναι Δικηγόρος, μέλος Δ.Σ. Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης
