in

Μνήμη, μνησικακία, εκδίκηση. Η οικογένεια Μπακογιάννη απέναντι στο νομοσχέδιο για τις φυλακές. Toυ Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Μνήμη, μνησικακία, εκδίκηση. Η οικογένεια Μπακογιάννη απέναντι στο νομοσχέδιο για τις φυλακές. Toυ Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

 

Με πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, ανάμεσα στους φορείς που θα βρεθούν αύριο στη Βουλή, στη διαδικασία της ακρόασης για το νομοσχέδιο Παρασκευόπουλου για τις φυλακές, θα είναι και η Πρωτοβουλία «Ως Εδώ»: η οργάνωση που συνέστησαν το 2000, με πρωτοβουλία της Αλεξίας Μπακογιάννη, συγγενείς θυμάτων της (ακροαριστερής) τρομοκρατίας.

26 χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, 13 μετά την εξάρθρωση της 17Ν και, κυρίως, με την ακροαριστερή ένοπλη βία ηττημένη, πολιτικά και επιχειρησιακά, ο λόγος να παραστεί το «Ως Εδώ» στη Βουλή είναι προφανής: η επιχειρηματολογία υπέρ της «ειδικής ποινικής μεταχείρισης […] για όσους τέλεσαν εγκλήματα ιδιαίτερης ηθικής απαξίας και βαρύτητας», που ζήτησε ο Β. Κικίλιας, εισηγητής της ΝΔ στο επίμαχο νομοσχέδιο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, στο επίπεδο του προσωπικού βιώματος, η απώλεια ενός συγγενικού προσώπου είναι τραύμα που δεν κλείνει απλώς με το πέρασμα του χρόνου. Τα πράγματα είναι διαφορετικά, ωστόσο, όταν από το προσωπικό βίωμα μεταβαίνει κανείς σε ζητήματα δικαίου και πολιτικής – και ειδικότερα, σε ένα νομοσχέδιο που επιδιώκει την κατάργηση φυλακών-κλουβιών ή την απόλυση κρατουμένων με βεβαιωμένη βαριά αναπηρία. Εκεί, η ουσιαστική συμβολή του «Ως Εδώ» είναι τουλάχιστον προβληματική – στο βαθμό μάλιστα που ζητείται ακριβώς για να στηρίξει μια «ειδική» σωφρονιστική πολιτική, συνώνυμη της εκδίκησης και του βασανιστηρίου. Γιατί εκδίκηση, όχι δηλαδή φροντίδα για την ασφάλεια, είναι η δημιουργία μιας εξοντωτικής φυλακής «ασφαλείας» μέσα στη φυλακή – και βασανιστήριο, όχι δηλαδή σωφρονισμός, η φωτογραφική εξαίρεση βαριά αναπήρων από τις ευεργετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούν την απόλυσή τους.

Όσο σεβαστό κι αν είναι λοιπόν το τραύμα της απώλειας, κι όσο αδιαμφισβήτητο το δικαίωμα των συγγενών των θυμάτων να λένε ό,τι θέλουν, μια δημοκρατική πολιτεία δεν μπορεί να νομοθετεί υπό το βάρος του ατομικού βιώματος, ιδίως όταν αυτό δεν ζητά δικαιοσύνη αλλά εκδίκηση. Για λόγους δε ηθικής και πολιτικής τάξης, οφείλει να βρίσκεται σε εγρήγορση ώστε η οδύνη του βιώματος να μην γίνεται μέσο για μια πολιτική στρατηγική – γιατί αυτό συμβαίνει όταν οι συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας τυχαίνει να ανήκουν σε μια από τις μακροβιότερες πολιτικές οικογένειες της χώρας.

Το πένθος και η μνήμη μπορούν φυσικά να «λένε» ό,τι θέλουν. Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά όταν αξιώνουν να διαμορφώνουν δίκαιο και πολιτική. Στην περίπτωση αυτή ο καθένας «μπορεί να υπογράφει ως “γιος δολοφονηθέντος”, στην πραγματικότητα όμως λανσάρεται [ως] υποψήφιος πολιτευτής. Μ’ αυτή δε τη δεύτερη ιδιότητά του χάνει την ασυλία του “συγγενούς θύματος” και το σημαντικότερο: αναλαμβάνει την υποχρέωση να μετρά τα λόγια του» [1]. Όταν η μνήμη γίνεται απλώς μνησικακία και επιθυμία εκδίκησης, όταν οι συγγενείς θυμάτων της τρομοκρατίας πολιτεύονται σαν τους αλήστου μνήμης «Συλλόγους Ληστευθέντων», που εισηγούνταν (αντι)μεταναστευτική πολιτική από τα τηλεπαράθυρα, κάποιος πρέπει να πει ένα «ως εδώ» και με την εκδίκηση.

πηγή: Rednotebook.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Η εργατική τάξη των Σκουριών στον παράδεισο των Μπαρμπέιντος. Του Απόστολου Λυκεσά

Γκάλης και Ιωαννίδης στο Παλαί ντε Σπορ για καλό σκοπό