Η κυβέρνηση της Βραζιλίας δεν βρίσκει τρόπο να τιθασεύσει την αυξανόμενη δυσθυμία του πληθυσμού. Αντιθέτως: η βάναυση μεταχείριση των απεργών συνδικαλιστών θα μπορούσε να μαζικοποιήσει περισσότερο το κίνημα διαμαρτυρίας.
Ακόμα πριν από λίγους μήνες, η πρόεδρος της Βραζιλίας, Ντίλμα Ρούσεφ, υποσχέθηκε το «μουντιάλ των μουντιάλ». Ότι ένα κύμα απεργιών λίγο πριν από την έναρξη νεκρώνει εξακολουθητικά τις συγκοινωνίες, ότι σχολεία, τράπεζες και μουσεία παραμένουν κλειστά σε πολλές περιοχές εδώ κι εβδομάδες, ότι αυτοοργανωμένοι άστεγοι απειλούν πως θα αποκλείσουν την πρόσβαση στον εναρκτήριο αγώνα και ότι στο Ρίο ντε Τζανέιρο μια ευρεία κοινωνική συμμαχία προετοιμάζει μεγάλη διαδήλωση εναντίον της αστυνομικής βίας στις φαβέλες-όλα αυτά δεν είχαν προβλεφθεί στο πρόγραμμα. Τώρα, «η κυβέρνηση και η Fifa απευθύνουν έκκληση στον λαό» και η Ρούσεφ ασκείται στην αισιοδοξία σκοπιμότητας: «είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να δείξουμε μια διοργάνωση γεμάτη χαρά, δύναμη και αξιοπρέπεια». Κι αν το πατριωτικό καρότο δεν τρώγεται; Τότε είναι έτοιμες 150.000 δυνάμεις καταστολής, ώστε, αν χρειαστεί, «να κάνουν το ρόπαλο να χορέψει», καθώς απαίτησε πρόσφατα χωρίς περιστροφές ο πρώην Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής και σημερινός αξιωματούχος, Ρονάλντο Φενόμενο.
Τα πνεύματα διχάζονται αυτόν τον καιρό στη Βραζιλία, όχι για την προσδοκώμενη και αναμενόμενη κατάκτηση του τίτλου, αλλά ως προς τη χρησιμότητα της υπερμεγέθους διοργάνωσης για τη χώρα και για την υλοποίησή της. Ήδη τον Απρίλιο, μόλις το 45% των ερωτηθέντων είχε εκφραστεί υπέρ της γιορτής του ποδοσφαίρου σε δημοσκόπηση του περιοδικού Carta Capital. Η πόλωση είναι ευδιάκριτη. «Το Ρίο ντε Τζανέιρο δεν είναι εδώ και καιρό τόσο πολύχρωμα και δαπανηρά στολισμένο όπως πριν από τέσσερα χρόνια», λέει ένας εφημεριδοπώλης στην οδό Σάντο Αμάρο, έναν μικρό δρόμο, ο οποίος ελίσσεται από το κέντρο της πόλης προς τους λόφους της Σάντα Τερέζα. Δεν λείπουν τουναντίον τα γκράφιτι. «Θέλουμε ειρήνη, ελευθερία, παιδεία, υγεία, χώρο κατοικίας, σεβασμό και ποιοτικά μέσα συγκοινωνίας», έγραψε κάποιος στο πεζοδρόμιο. Στον τοίχο από πάνω, χλευάζεται το «μουντιάλ των παλιανθρώπων», κηρύσσεται το «δικαίωμα στην πόλη», απαιτείται το «τέλος της στρατιωτικής αστυνομίας».
Τα αιτήματα δεν είναι καινούργια, διαβάζονταν ήδη τον Ιούνιο της προηγούμενης χρονιάς πάνω σε πολλά πανό. Ωστόσο, η στρατιωτική αστυνομία υφίσταται ακόμα, οι τιμές των εισιτηρίων στις διαλυμένες τοπικές συγκοινωνίες αυξήθηκαν πάλι μετά την κάμψη των διαμαρτυριών, συνεχίζεται η υποχρεωτική μετεγκατάσταση χιλιάδων ανθρώπων, η οποία λένε πως είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή του μουντιάλ και των Ολυμπιακών του 2016. Το κυβερνητικό «Κόμμα των Εργαζομένων» (PT) κατηγορείται ότι με τις μεταρρυθμίσεις που ανακοίνωσε κάποτε, προώθησε καθαρά μια πολιτική κατευνασμού, ωστόσο αυτές δεν έχουν προχωρήσει πολύ. «Με το PT ιδρύθηκαν καινούργια πανεπιστήμια και σχολεία, το 10% του ΑΕΠ κατοχυρώθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς, οι κατώτατοι μισθοί αυξήθηκαν και ξεκίνησε η πολιτική αναδιανομής», λέει ο ιστορικός και σύμβουλος των συνδικάτων, Χέλντερ Μολίνα. «Ο λόγος που αναφέρει ότι η Βραζιλία έχει πάρει την κάτω βόλτα, έρχεται σε αντίθεση με τις στατιστικές και υποστηρίζεται από μια ισχυρή συμμαχία των κυρίαρχων τάξεων».
Ακόμα κι αν είναι έτσι, αυτό σε τίποτα δεν αλλάζει το ότι στη Βραζιλία λαμβάνει χώρα το ακριβότερο μουντιάλ όλων των εποχών. Το επιχείρημα της κυβέρνησης πως μόνον οι όροι της Fifa έκαναν το κόστος να εκτοξευθεί, αποδείχτηκε εν τω μεταξύ αβάσιμο. Αδικαιολόγητες παραμένουν οι δαπάνες για την ανοικοδόμηση και την ανακαίνιση δώδεκα σταδίων και των περιβαλλουσών υποδομών, που συνολικά καταβροχθίζουν περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ για εργασίες, οι οποίες χρηματοδοτούνται σχεδόν κατά 90% από δημόσιους πόρους και δεν έχουν αναληφθεί, όπως αρχικά προγραμματίστηκε, κατά 60 με 70% από ιδιώτες επενδυτές. Ταυτοχρόνως, περικόπηκε σε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ ο προϋπολογισμός για την «κινητικότητα του αστικού χώρου», κονδύλι που, κατ’ αρχήν πάντα, προβλέφθηκε ώστε να καταδείξει την «αειφορία του μουντιάλ» για τον πληθυσμό. Αξεκαθάριστο είναι, επιπλέον, πόσο πολύ θα επιβαρυνθούν με χρέη οι πόλεις διεξαγωγής του μουντιάλ. Μόνο οι «προσωρινές υποδομές», σύμφωνα με έρευνα της καθημερινής εφημερίδας «Folha de Sao Paulo», πρέπει να καταβροχθίζουν ήδη 130 εκατομμύρια ευρώ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται επίσης πολυτελείς τέντες για VIPs, στις οποίες ο πληθυσμός δεν θα έχει καμία πρόσβαση.
Αν είναι στο χέρι του μουσειολόγου Σέρχιο Αλμέιδα, τότε ορισμένες πόρτες θα μείνουν κλειστές για τους τουρίστες του μουντιάλ. Ήδη από τα μέσα Μαΐου, απεργούν εννέα στους δέκα υπαλλήλους στα δημόσια ιδρύματα πολιτισμού. «Θα ανοίξουμε πάλι βιβλιοθήκες, μνημεία, μουσεία, μόνο όταν το κράτος σταματήσει να διοχετεύει χρήμα σε ιδιωτικά ιδρύματα πολιτισμού, ενώ σε μας τους υπαλλήλους περισσότεροι από τους μισούς παίρνουμε μισθούς πείνας», λέει ο Αλμέιδα. Ο συνδικαλιστής εργάζεται στο Αρχείο του Μουσείου της Δημοκρατίας, όπου μεταξύ άλλων εκτίθενται αντικείμενα όπως η παλαιότερη σωζόμενη σημαία της Βραζιλίας και η πιτζάμα του πρώην δικτάτορα και προέδρου, Γετούλιο Βάργκας. Σήμερα, ωστόσο, οι απεργοί εργαζόμενοι στον πολιτισμό έχουν ανοίξει τον κήπο του μουσείου για μια εκδήλωση ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, τα πανό τους καλύπτουν κατά το ήμισυ τα χορηγικά εμβλήματα ενός κατασκευαστή ηλεκτρονικών και της εταιρείας για την τεχνολογική συνεργασία. «Αυτό το μουντιάλ μας φέρνει συνεχώς σε δίλημμα», γελάει ο Αλμέιδα. «Δεν θέλουμε να παρεμποδίσουμε εκείνους που κινητοποιούνται για μια συλλογική ποδοσφαιρική κουλτούρα. Το να παίζουν αγόρια και κορίτσια σε μικτές ομάδες είναι επαναστατικό στη Βραζιλία. Και εντελώς παράλληλα, πιάνουμε έτσι επίσης κουβέντα με πολλούς ανθρώπους».
Αντιθέτως, ο συνδικαλιστής φαίνεται ελάχιστα διατεθειμένος να ανταποκριθεί στην απαίτηση της κυβέρνησης και να σταματήσει την απεργία, λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο αθλητικό γεγονός. «Στις διαπραγματεύσεις, κάθονται απέναντί μας πολλοί πρώην συνδικαλιστές, οι οποίοι απ’ το 2003 κιόλας, στην πρώτη κυβερνητική περίοδο με τον Λούλα, ξεβράστηκαν στα υπουργεία. Αυτοί ξέρουν επακριβώς πώς να δυσφημίσουν μια απεργία», λέει ο Αλμέιδα. «Τα αιτήματά μας βρίσκονται περισσότερο από πέντε χρόνια στο τραπέζι, εδώ κι έξι εβδομάδες απεργούμε, αλλά για πρώτη φορά προσέρχονται διαμεσολαβητές και μόνο για να μας καταλογίσουν οπορτουνισμό, για να μας πουν ότι θα βλάψουμε τη Βραζιλία και θα την παραδώσουμε στα χέρια των δεξιών».
Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την κριτική σχετικά με την κοινωνική συμβατότητα του μουντιάλ, επικρίνει ο Ντανιέλ Φονσέκα από την «Intervozes». Η συλλογικότητα συμμετέχει εντατικά στην προετοιμασία και τον συντονισμό των διαδηλώσεων κατά τη διάρκεια των αγώνων ποδοσφαίρου. «Η κυβέρνηση ξεκίνησε μόλις τον Απρίλιο να οργανώνει κάποιες συνομιλίες με τους πολίτες και να δείχνει πρόθυμη για διάλογο. Δυστυχώς, αυτό τους ήρθε στο νου μονάχα μετά από εφτά χρόνια προετοιμασίας για το μουντιάλ», λέει ο Φονσέκα, «τώρα που όλα έχουν κριθεί, άνθρωποι έχουν μετεγκατασταθεί, τα θεμελιώδη δικαιώματα του πληθυσμού έχουν συρρικνωθεί ή παραβιάζονται».
Ενώ ακόμα προετοιμάζεται η πρώτη παμβραζιλιανική διαδήλωση, η οποία υπολογίζεται να πραγματοποιηθεί στις 12 Ιουνίου, λίγες ώρες πριν από την έναρξη του μουντιάλ, αποφάσεις του ανώτατου δικαστηρίου και τοπικών δικαστηρίων πιέζουν τους απεργούς, όχι μόνο στον τομέα του πολιτισμού, αλλά και στη δημόσια εκπαίδευση, τις συγκοινωνίες και τις τράπεζες. Ως «καταχρηστική» κρίθηκε όχι μόνο η απεργία στα μουσεία, αλλά και η απεργία του δικτύου μετρό στο Σάο Πάολο. Μόλις πριν από τη δικαστική απόφαση της προηγούμενης Κυριακής, η στρατιωτική αστυνομία επιχείρησε να παραδώσει δια της βίας στους απεργοσπάστες κατειλημμένους σταθμούς του μετρό, με τη χρήση δακρυγόνων και ροπάλων. Επιπλέον, ο κυβερνήτης Γεράλντο Αλκμίν απειλεί με μαζικές απολύσεις. Αντιθέτως, ο Αλμέιντα και οι συνάδελφοί του ανακοίνωσαν, όπως και οι υπάλληλοι του μετρό, ότι δεν θα υποκύψουν στην παρανομία και την καταστολή, όσο η βάση των συνδικάτων ψηφίζει στις συνελεύσεις της τη συνέχιση του αγώνα-ακόμα κι αν κάποια στιγμή η ίδια η ηγεσία θα λύγιζε.
Αυτή η συνδικαλιστική ανυπακοή αποτελεί πρότυπο στη Βραζιλία, από τη στιγμή που οι «garis», οι εργαζόμενοι στην αποκομιδή των απορριμμάτων στασίασαν εναντίον της συνδικαλιστικής ηγεσίας τους τον Φεβρουάριο, κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Ενάντια στον αρχικά χλιαρό συμβιβασμό, επέβαλαν μαχητικά το μάξιμουμ των μισθολογικών τους αιτημάτων, αφήνοντας τους δρόμους γύρω από τον «Λόφο της Ζάχαρης» να βουλιάξουν αργά στα σκουπίδια. «Αυτή ήταν μια παιδαγωγική στιγμή, έκφραση αξιοπρέπειας, άμεσου αγώνα», αναλύει ο Χέλντερ. «Σημαντικό είναι ωστόσο να μην φθαρεί τώρα στον σκέτο πρακτικισμό».
Ωστόσο, τα συνδικάτα φαίνονται να βρίσκονται πολύ μακριά από αυτό, πολύ περισσότερο συντονίζουν τις ενέργειές τους στο μεταξύ με άλλα κοινωνικά κινήματα. Αυτό αντικατοπτρίζεται επίσης στη συνάντηση για την προετοιμασία των επερχόμενων διαμαρτυριών, πιστεύει ο Φονσέκα, ο οποίος ήδη κάνει λόγο για «νέα διάρθρωση του ακόμα αρκετά διάχυτου πλήθους διαδηλωτών από τη βραζιλιάνικη άνοιξη του 2013». «Τότε, φασιστικές ή μειοψηφικές ομαδώσεις εμπόδισαν, συχνά βίαια, συνδικάτα, κόμματα και άλλες συλλογικότητες να δώσουν το στίγμα τους στον δρόμο», λέει ο Φονσέκα. «Σήμερα αντιθέτως, υπάρχει αυξανόμενη παρουσία ιστορικών κοινωνικών κινημάτων και αιτημάτων, που σε μερικές περιπτώσεις οργανώνονται εδώ και δεκαετίες, για παράδειγμα τα κινήματα για την υγεία, για την κατοικία, ΛΟΑΤΚΙ, γυναίκες, νεολαία, μαύροι, ομάδες που αγωνίζονται για την ελευθερία της επικοινωνίας».
Εντελώς ιδιαίτερο σεβασμό έχει εμφανώς η κυβέρνηση για το κίνημα των άστεγων εργατών (MTST), το οποίο, διαφορετικά από το γνωστό κίνημα των ακτημόνων (MST), δεν προσδιορίζεται ως οργανικός σύμμαχος του PT. Κατ’ αρχήν στα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας, έδειξαν εκ νέου τη δύναμή τους και πορεύτηκαν με 12.000 διαδηλωτές μπροστά στο τότε ακόμα άδειο γήπεδο του μουντιάλ, Ιτακεράο, στο Σάο Πάολο. Το MTST κρατάει στην περιφέρεια της πόλης περισσότερες εκτάσεις υπό κατάληψη, μία από αυτές σε απόσταση μόνο τεσσάρων χιλιομέτρων από το στάδιο, στο οποίο θα πραγματοποιηθεί ο εναρκτήριος αγώνας. «Το δικαίωμα στην κατοικία στη μεγαλύτερη πόλη της Βραζιλίας παραμελείται εξόφθαλμα και η γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους κυβερνώντες έχει οδηγήσει σε ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος». εξηγεί ο Φονσέκα τη ραγδαία άνοδο του MTST στο πρόσφατο παρελθόν. Τώρα, η κυβέρνηση επιζητεί να φρενάρει την οργανωμένη εξέγερση των αστέγων του αστικού χώρου, την Κυριακή τους υπέβαλε μια πρόταση: θα λάμβαναν δικό τους προϋπολογισμό στο πλαίσιο του κρατικού προγράμματος κατοικίας, «Minha Casa», με τον οποίο θα μπορούσαν αυτοδιαχειριστικά στο μέλλον να οικοδομήσουν κατοικίες. Εκτός αυτού, θα επανεξεταστεί η πώληση ορισμένων από τις εκτάσεις που έχει καταλάβει το MTST.
Οι διοργανωτές των διαδηλώσεων που ανακοινώθηκαν, κινητοποιούν στο μεταξύ ζωηρά για το σφύριγμα έναρξης, με σύνθημα «το δικό μας μουντιάλ γίνεται στον δρόμο». Επίσης, η Αρλέτε, πρόεδρος μιας επιτροπής γειτονιάς από τη φαβέλα Σαπέου Μανγκουέιρα, θα βρίσκεται μαζί τους εκεί: «Το μοναδικό που θα μείνει σε μας από αυτή τη διοργάνωση, είναι αυτό που θα πάρουμε οι ίδιοι. Διαφορετικά, στην καλύτερη περίπτωση θα συμμετάσχουμε στα χρέη».
(Η ανταπόκριση του Nils Brock, με τίτλο Tränengas zum Anpfiff, δημοσιεύτηκε στη γερμανική αριστερή ελευθεριακή εφημερίδα «Jungle World», 12.6.2014. Μετάφραση: Νίκος Σκοπλάκης).
