Οι τελευταίοι χειρισμοί για τις υποψηφιότητες του ΣΥΡΙΖΑ στις αυτοδιοικητικές εκλογές, αναθερμαίνουν συζητήσεις για νέα αλλά και παλιά θέματα.
Ποια είναι τα όρια και τα κριτήρια των συμμαχιών και της διεύρυνσης; Ποιο το βάρος της τοπικής κοινωνίας στην λήψη αποφάσεων που την αφορούν άμεσα;
Γίνεται οι κεντρικοί πολιτικοί συσχετισμοί να μεταφέρονται αυτούσιοι στις αυτοδιοικητικές εκλογές; Πόσο αυτοδιοίκητο έχουμε όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται στην Αθήνα;
Πως γίνεται επίσης οι εσωτερικοί τασικοί συσχετισμοί να αντανακλώνται στις υποψηφιότητες; Υπάρχει τελικά η έννοια της αξιοκρατίας για την αριστερά;
Ο καθένας μας και η καθεμία μπορεί να δώσει διαφορετικές απαντήσεις. Επιδιώκω να δώσω, μετά από προσωπική επιλεκτική μακρά σιωπή, τις δικές μου.
Το πρόβλημα των συμμαχιών αρχαίο όσο και η αριστερά, δαιμονοποιείται ξανά απ’ την αρχή. Οποιαδήποτε άνοιγμα απειλείται από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ.
Η διεύρυνση, δηλαδή να υποδεχτείς ανθρώπους που ήταν σε άλλους κομματικούς μηχανισμούς και τώρα λόγο κρίσης ριζοσπαστικοποιούνται, προδίδει τα ιερά και όσια. Διθύραμβοι λαϊκισμού στις οργανώσεις, ό ένας βρωμάει κι ο άλλος ξινίζει. Άραγε τι θα μας βόλευε περισσότερο; Πιθανόν μια κυβέρνηση μιας μικρής ομάδας αμόλυντων(;), καθαρών, σεχταριστών και γερασμένων; Ο ένας ψήφισε το πρώτο μνημόνιο, ο άλλος δεν έκανε δήλωση αποκήρυξης του παρελθόντος του. Εμείς (ο παλιός ΣΥΝ) που ψηφίσαμε το Μάαστριχτ το 1992 υποθέτω θα έπρεπε να είχαμε ριχτεί στην πυρά.
Χάνουμε το κύριο που είναι, μια ευρεία κοινωνική συμμαχία, αντιμνημονιακού δημοκρατικού χαρακτήρα, μακριά από λογικές κομματικής περιχαράκωσης που θα φέρει τα πάνω κάτω στην αυτοδιοίκηση και θα συμβάλει στη ανόρθωση της χώρας. Σκεφτείτε μια κυβέρνηση της Αριστεράς να έχει απέναντι της τις διοικήσεις των περιφερειών και των μεγάλων δήμων.
Αρχή μας θα έπρεπε να είναι η περιφερειακή αποκέντρωση και η δημιουργία συνθηκών ώστε να μπορεί δημοκρατικά να αποφασίζει η τοπική κοινωνία.
Ο τρόπος ανάδειξης υποψηφίου στις Σκουριές θα έπρεπε να είναι το πρότυπο μας. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι η ύπαρξη πραγματικού κινήματος.
Θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτό στη Θεσσαλονίκη; Προφανώς όχι, τη στιγμή που ούτε μαζική δημοτική παράταξη υπάρχει αλλά κυρίως τα όποια κινήματα που έχουν αναπτυχθεί στην πόλη αφορούν μικρές ομάδες ανθρώπων. Ένα τέτοιο πείραμα εδώ θα αποτύχαινε, γιατί οι μηχανισμοί των τάσεων και των παρεών είναι πιο δυνατοί από τις κινηματικές συλλογικότητες.
Έτσι έρχεται η ηγεσία και προσπαθεί με άσους στο μανίκι να κερδίσει την παρτίδα. Βέβαια έχει ένα ισχυρό σύμμαχο. Το ρεύμα στην κοινωνία είναι μαζί μας, είναι με το ΣΥΡΙΖΑ. Κάποιοι θεωρούν ότι όποιον/α και να βάλουμε επικεφαλή έχει μεγάλες πιθανότητες να σαρώσει. Πόσο απέχει όμως από την αλήθεια αυτό; Θα μου επιτρέψετε να πω πάρα πολύ! Ζει και βασιλεύει η ιδιαιτερότητα, η τοπικότητα, τα υπόγεια ρεύματα της κοινωνίας και φυσικά η αίγλη των προσώπων. Και η Θεσσαλονίκη, για την οποία μπορώ να μιλήσω, χαρακτηρίζεται από ιδιαιτερότητες. Το 21,5% του Γιαννούση, το 23,5% του Νέστωρ, το 16% του Βούγια (με ανύπαρκτο τότε ΣΥΝ), αργότερα το 6% του Κουράκη (με διάσπαση) και σήμερα το φαινόμενο Μπουτάρη τις φανερώνει με όλο της το μεγαλείο. Δεν είναι τυχαίο ότι απέναντι στον Μπουτάρη ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμη έχουν ανακηρύξει υποψήφιους. Και η κόντρα στο εσωτερικό μέτωπο της ΝΔ στην περιφέρεια δείχνει ότι το παιχνίδι εδώ στο Βορρά είναι απρόβλεπτο.
Εδώ είναι που χρειάζεται τέχνη. Τι θα έκανε ένας σχηματισμός που θέλει να πάρει το Δήμο; Θα προσπαθούσε πατώντας στο ισχυρό πολιτικό ρεύμα που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ να διεμβολίσει και να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια των αντιπάλων. Σίγουρα αντίπαλος είναι η ΝΔ αλλά το παιχνίδι θα κριθεί από τους χειρισμούς απέναντι στις δυνάμεις που θα στηρίξουν το Μπουτάρη.
Εδώ θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε πρώτα πρώτα τις εσωτερικές αντιθέσεις που υπάρχουν στο σχήμα του Μπουτάρη, που οφείλονται εν πολλοίς στον ιδιόμορφο χαρακτήρα του αλλά και στο αρχηγοκεντρικό μοντέλο διοίκησης του, όπως επίσης στην αποτυχία του να δείξει ότι κάτι άλλαξε στην πόλη.
Το να ορίσουμε ένα δικό μας στέλεχος για επικεφαλή έχει τα όρια του. Δεν μας πάει στο δεύτερο γύρο εκτός κι αν ξοδέψουμε αρκετά χρήματα, αναστήσουμε τον κομματικό μας μηχανισμό ή καταφέρουμε να συσπειρώσουμε τμήματα και ομάδες που είναι στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος και παρακολουθούν.
Το να βρούμε όμως ένα νέο άνθρωπο, που απευθύνεται στο κόσμο που γοητεύεται από τον Μπουτάρη, μας προσφέρει τη δυναμική για να νικήσουμε. Γιατί αθροίζουμε δυναμικά το ισχυρό πολιτικό μας ρεύμα με τον κόσμο του «κανέναν» ή του «δεν ξέρω – δεν απαντώ», των δημοσκοπήσεων, αθροίζουμε τα στρώματα που χτυπήθηκαν από την κρίση με τα στρώματα που αντέχουν ακόμα και δεν ευθύνονται για την κρίση. Αθροίζουμε δηλαδή τον άνεργο της Τούμπας, το συνταξιούχο της Ανάληψης, τον δημόσιο υπάλληλο του Ντεπώ με τον κάτοικο του ιστορικού κέντρου, τον ποδηλάτη και τον πεζό της Ικτίνου με τον 25αρη που θέλει απλές λύσεις στα καθημερινά του προβλήματα και η σχέση του με την πολιτική είναι ανύπαρκτη και ψάχνει απλώς κάποιον να τον εμπνέει.
Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι αυτό. Πόσο εύκολο είναι να απεμπλακούμε από τις χρόνιες πολιτικές μας αγκυλώσεις, να αφουγκραστούμε αυτό που τελικά η κοινωνία μας το φωνάζει. Μπορούμε να κερδίσουμε αυτό το παιχνίδι.
gantonopoulos.wordpress.com
