Του Βασίλη Στόλη
Παίξε Ζαμπέτα μου
το μπουζουκάκι
ρίξε μου μια γλυκιά πενιά
παίξε Ζαμπέτα μου
το μπουζουκάκι
να θυμηθούμε τα παλιά
Ο Γιώργος Ζαμπέτας αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση του λαϊκού τραγουδιού για μια σειρά από λόγους. Ο βασικότερος είναι αυτός για τον οποίον είναι μάλλον πιο γνωστός, το χιούμορ. Είναι χαρακτηριστικό των τραγουδιών του Ζαμπέτα το χιουμοριστικό περιεχόμενο, άλλοτε ελαφρύ, άλλοτε καυστικό και άλλοτε black όπως χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος ερμηνείας, μαγκίτικος και επιτηδευμένος με ξεχωριστή προφορά και με πολλά «άλααα» μέσα στο τραγούδι.
Όλο αυτό το στυλ τραγουδίσματος δεν είναι άλλο από την ζωντανή σκηνική και μουσική παρουσία του Ζαμπέτα. Ο Τάκης Λαμπρόπουλος της Columbia, ο οποίος ευθύνεται για την «μετατροπή» του Ζαμπέτα σε τραγουδιστή, εκτίμησε ακριβώς αυτόν τον τρόπο με τον οποίον ο συνθέτης και μπουζουξής τραγουδούσε και «σκάρωνε» ιστορίες που της αφηγούνταν ενώ έπαιζε ταυτόχρονα ταξίμια στο μπουζούκι (τα περίφημα αποσπάσματα από έρωτες). Η αρχή έγινε ένα Σαββατόβραδο του ’64 στο μαγαζί «Ξημερώματα» όπου Λαμπρόπουλος και Χιώτης, διευθυντής και διευθυντής ηχογραφήσεων αντίστοιχα της Columbia, αποφάσισαν κι έβαλαν τον Ζαμπέτα στο studio να πει τον Αράπη, τον Μαθητή, το Ραδίκι, τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Αυτή η ικανότητα του Ζαμπέτα στο show τον καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους showman που εμφανίστηκε στα ελληνικά μαγαζιά με διάσημους πελάτες του ονόματα του Χόλυγουντ και του διεθνούς τζετ σετ που πήγαιναν ακριβώς γι αυτό για να διασκεδάσουν.
Ένας άλλος λόγος που έγινε γνωστός στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού αλλά και διεθνώς μέσω της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή» είναι ο προσωπικός του ήχος, ο ήχος της πενιάς του. Γι αυτή του την ιδιαιτερότητα έγινε περιζήτητος ως οργανοπαίκτης από τους μεγάλους συνθέτες του νέου τραγουδιού που εμφανίστηκε στις αρχές του ’60 με τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη και τον Ξαρχάκο οι οποίοι τον αξιοποίησαν σε ζωντανές παραστάσεις και σε ηχογραφήσεις των έργων τους.
Πολύ μεγάλο είναι το κομμάτι της προσφοράς του Ζαμπέτα στη σύνθεση και στην ανάδειξη νέων τραγουδιστών. Πολλές από τις χρυσές επιτυχίες της δεκαετίας του ’60 είναι δικές του συνθέσεις με μελωδίες που δεν είχαν καμία σχέση ούτε με το ανατολίτικο ύφος που είχε κυριαρχήσει εκείνη την εποχή ούτε με το κλασσικό βαρύ τραγούδι της δεκαετίας του ’50. Οι μελωδίες του βασίζονται κυρίως σε τρόπους της δυτικής μουσικής ακόμη και σε ρυθμούς και στυλ που παρέπεμπαν σε μουσικές της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Τραγουδώντας τις δημιουργίες του σε στίχους Βασιλειάδη, Φιλέρη, Χριστοδούλου, Καγιάντα, Τζεφρώνη και Σακελλάριου αναδείχθηκαν μεγάλες φωνές όπως η Μοσχολιού, ο Βοσκόπουλος, ο Μητροπάνος, ο Τζανετής, η Μπέμπα Μπλανς ακόμα και η Μαρινέλλα όταν ξεκίνησε τη σόλο καριέρα της με το «Σταλιά-σταλιά» που αρνήθηκε να τραγουδήσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Πολλά από αυτά τα τραγούδια έγιναν επιτυχίες αφού ακούστηκαν μέσα από τις κινηματογραφικές επιτυχίες της εποχής.
Όλα τα παραπάνω όμως συνήθως μας κάνουν να ξεχνάμε την μελαγχολική και κοινωνική πλευρά του έργου του Ζαμπέτα που αποτυπώθηκε στις δημιουργίες της δεκαετίας του ’70. Τραγούδια κοινωνικά όπως ο «Τζακ Ο Χάρα» και τα τραγούδια της Κατοχής από τον δίσκο «Ντοκουμέντα», πολιτικής κριτικής όπως το «Διάταγμα» και το αλληγορικό «Ήρθαν τόσοι κι άλλοι τόσοι», κοινωνικής κριτικής όπως ο «Απόγονος» και φυσικά η φοβερή «Κόλαση» κατά το οποίο απαγγέλλει τους στίχους που αναφέρονται σε ένα φανταστικό του ταξίδι στην κόλαση όπου συναντά τους εκλιπόντες συναδέλφους του.
Γεννημένος σαν σήμερα, 25 Ιανουαρίου 1925, ξεκινώντας τη μουσική του διαδρομή από τις ταβέρνες του Αιγάλεω έφυγε πλήρης καλλιτεχνικής δημιουργίας στις 10 Μαρτίου 1992. Από τότε και έπειτα οι δισκογραφικές εταιρείες και τα Μ.Μ.Ε. «ανακαλύπτουν» τα τραγούδια του, τα οποία κυριαρχούν ξανά στις προτιμήσεις ακροατών και καλλιτεχνικών προγραμμάτων.
Πηγές:
«Βίος και Πολιτεία Γιώργου Ζαμπέτα – Και η βρόχα έπιπτε στρέϊτ θρου, »-Ιωάννα Κλειάσιου 1997, εκδόσεις «Ντέφι»
