in

Ένας μπουζουξής για τον Τσιτσάνη

Ένας μπουζουξής για τον Τσιτσάνη

Του Βασίλη Στόλη

Αναρωτιέμαι κι εγώ που γράφω «γιατί ακόμα ένα κείμενο για τον Τσιτσάνη;» Έχουν γραφτεί πολλά αλλά αυτά που γράφω τα γράφω με την ιδιότητα του μπουζουξή (το προτιμώ από το πιό σωστό ‘μπουζουκίστας’).

Με ένα απλό γκουγκλάρισμα  είναι εύκολο να βρει κανείς κείμενα, συνεντεύξεις, αρχειακό υλικό ήχου και εικόνας και βιβλιογραφικές αναφορές που αφορούν το έργο και τη ζωή του Βασίλη Τσιτσάνη. Δεν μπορώ να μην αναφέρω τις τελευταίες που μου έκαναν πάρα πολύ καλή εντύπωση, την ειδική έκδοση από «Τα Νέα» Τσιτσάνη Εγκώμιον και την διδακτορική διατριβή του Νίκου Ορδουλίδη για τη δισκογραφική καριέρα του δημιουργού. Υπάρχουν λοιπόν δουλειές που μπορεί διαβάσει κανείς για τη μουσικολογική ανάλυση του Τσιτσάνη, τους δρόμους που χρησιμοποίησε και το πως διαμορφώθηκε το ύφος των συνθέσεων και των ενορχηστρώσεων,  την προσέγγιση του στον στίχο, την αγάπη του για την ποίηση και την τέχνη του λόγου και το πόσο ενίσχυσε την εφευρετικότητα και την ιδιοφυΐα του, βιογραφικά και ηθογραφικά στοιχεία και πως ο κοινωνικοπολιτικός περίγυρος έπαιξε ρόλο στο έργο του. Δυστυχώς τα παραπάνω δεν έχουν τύχει της επιστημονικής φροντίδας, δηλαδή της συλλογής, καταγραφής του μουσικού έργου, αρχειοθέτησης, οργάνωσης της έρευνας και εναπόκειται σε ατομικές προσπάθειες μερακλήδων η σημαντική δουλειά της έρευνας.

Το διάβασμα και η έρευνα, ωστόσο, οφείλει να μην βάζει στην άκρη τα βασικά, την εκτέλεση και την ακρόαση λαϊκών τραγουδιών. Όσον αφορά τη λαϊκή ακρόαση η δισκογραφική παραγωγή έχει φροντίσει να υπάρχει ηχογραφημένο το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη. Την ίδια στιγμή, σε πείσμα των καιρών της οικονομική κρίσης, συνεχίζουν να στήνονται λαϊκά πάλκα που παίζουν τραγούδια του Τσιτσάνη δίνοντας την ευκαιρία στους ακροατές να ανακαλύψουν διαμάντια κρυμμένα πίσω από τα πολλά του σουξέ. Στους δύσκολους, το ξαναγράφω, καιρούς έχουνε τη δυνατότητα ως ακροατές να χουμε πρόσβαση στην ακρόαση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αποφεύγοντας το να βλέπουμε το λαϊκό τραγούδι ως μουσειακό είδος μουσικής.

Υπάρχει όμως μια πτυχή που την ανακαλύπτεις μόνο αν παίζεις μπουζούκι. Παίζοντας τα τραγούδια του Τσιτσάνη ανακαλύπτεις την μουσική ιδιοφυΐα, τα απρόβλεπτα ταιριάσματα μουσικών δρόμων και φράσεων και μια μυστηριώδη «δύναμη» που σε κάνει να… παίζεις καλύτερα ή ίσως να εμβαθύνεις την κατανόηση σου σε αυτό το αχλαδωτό μουσικό όργανο που δονείται κολλημένο επάνω σου εκείνη τη στιγμή. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη είναι μάλλον ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να την «πατήσει» κάποιος και να γίνει μπουζουξής. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος είχε πει κάποτε ότι ο Τσιτσάνης του γράφει τραγούδια «σαν να ράβει κουστούμια» γι’ αυτόν ως τραγουδιστή. Ακόμα περισσότερο νομίζω έχει ράψει κουστούμια για το ίδιο το μπουζούκι και για τον οργανοπαίκτη.

Κατά καιρούς πολλοί παλιοί μπουζουξήδες των studio της εποχής έχουν υποστηρίξει ότι εισαγωγές, γέφυρες και απαντήσεις σε κομμάτια περάστηκαν χάρει σε αυτούς κι ότι αυτά βελτίωσαν τα τραγούδια. Θεωρώ πως δεν έχει τόση σημασία αυτό καθώς το έργο του Τσιτσάνη είναι τεράστιο και στο «Άσπρο πουκάμισο» δεν είναι τόσο η εισαγωγή ή φωνή του Καζαντζίδη στην πρώτη ηχογράφηση που σε κάνει να «κολλάς» σε αυτό ως μουσικός. Όπως το ίδιο συμβαίνει και με το «Γλυκοχαράζουν τα βουνά», το «Σκαλοπάτι», το «Θα κάνω ντου βρε πονηρή» και τόσα άλλα τραγούδια του Τσιτσάνη. Είναι η πηγαία ανάγκη μιας έκφρασης που ταίριαξε μοναδικά με μια μουσική ιδιοφυΐα αυτό που κάνει τα τραγούδια του τόσο ξεχωριστά.

Αυτή την ανάγκη για έκφραση την έχουμε και σήμερα χωρίς να χει χρειαστεί να ζήσουμε την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την αστικοποίηση και την μετανάστευση (όσοι δεν την έχουμε ζήσει ακόμη). Αυτό και από την πλευρά του εκτελεστή (οργανοπαίκτη/τραγουδιστή)  και από την πλευρά του ακροατή, γίνεται αντιληπτό στα λαϊκά μαγαζιά. Από το να παίζεις σε ένα μαγαζί και να σου ζητούν να πεις οπωσδήποτε τις «Φάμπρικες» πριν φύγεις μέχρι το να ακούς τον Πάριο στο κέντρο στις 5 το πρωί να ζητά από τον κόσμο να κάνει ησυχία για να πει την καλύτερη εκτέλεση του «Κάνε λιγάκι υπομονή».

Ας εκφραστούμε λοιπόν, άλλοι παίζοντας, άλλοι ακούγοντας, άλλοι κάνοντας και τα δύο και σας υπόσχομαι ότι έχουμε να ανακαλύψουμε πολλά που μας έχει χαρίσει ο Τσίλας από τα Τρίκαλα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΣΥΡΙΖΑ: Εκρηκτικό μείγμα νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιάς το νέο ξεκίνημα της ΝΔ

«Οι γυναίκες πρόσφυγες πέφτουν θύματα επιθέσεων και σεξουαλικής παρενόχλησης στην πορεία τους προς την Ευρώπη»