“O ΣΥΡΙΖΑ ήταν και συνεχίζει να είναι αποφασισμένος να αναλάβει τις προκλήσεις και τις ευθύνες που αναλογούν”, ανέφερε μεταξύ άλλων ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ, Αλέξης Τσίπρας μιλώντας χθες στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του βουλευτή Αλέξη Μητρόπουλου με τίτλο «Αριστερά και Ευρώπη – Η Κύπρος αλλάζει την ατζέντα».
“Οι περσινές εκλογικές αναμετρήσεις ανέδειξαν ένα πρωτοφανές ρεύμα υποστήριξης της Αριστεράς και γενικότερα του ΣΥΡΙΖΑ- ΕΚΜ. Ένα ρεύμα που δεν έσβησε την επομένη των εκλογών”, σημείωσε στην αρχή του χαιρετισμού του ο Αλέξης Τσίπρας, προσθέτοντας: “Μια μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία έχει, εδώ και ένα χρόνο, διαρκώς την προσοχή της στραμμένη στο δικό μας χώρο, απαιτώντας από μας όχι μόνο να χτίζουμε τα επιχειρήματά μας στο «όχι», στην καταγγελία του υπάρχοντος που, είναι κοινή η διαπίστωση πια ότι είναι καταστροφικό, βάρβαρο, αδιέξοδο, αλλά να χτίζουμε τα επιχειρήματά μας και στην κατάθεση, δηλαδή να προσπαθούμε να εξηγούμε ποιο είναι αυτό το εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο με το οποίο θα αντιμετωπίσουμε τη σημερινή βάρβαρη συγκυρία και πάνω σε ποιες ράγες θα οικοδομήσουμε αυτή την εναλλακτική πρόταση”.
“Ένα σχέδιο που πρέπει να είναι πειστικό, ρεαλιστικό και ταυτόχρονα ανατρεπτικό. Η μετεξέλιξη της Αριστεράς από μια δύναμη πολιτικής διαμαρτυρίας και αντίστασης σε έναν φορέα εναλλακτικής πρότασης εξουσίας δεν είναι προφανώς εύκολη υπόθεση. Τα γεγονότα δεν μας περιμένουν, και η συγκυρία απαιτεί από εμάς όσο το δυνατόν πιο διαυγείς και σαφείς απαντήσεις”, σημείωσε στη συνέχεια.
“Η Αριστερά εμφανίζεται στο προσκήνιο με την εντολή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, και την ελπίδα ενός ακόμα μεγαλύτερου, ότι θα καταφέρει να αναμετρηθεί με τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης. Για να είναι σε θέση να το κάνει, πρέπει να δώσει ουσιαστικές και περιεκτικές απαντήσεις για το πολιτικό της σχέδιο και για την αναπτυξιακή της πρόταση. Για να το κάνει αυτό οφείλει πρώτα από όλα να συζητά και να συνθέτει. Οι απόψεις και οι σοβαρές αναλύσεις δεν μας λείπουν. Χρειάζεται, όμως, να ενισχύσουμε την ικανότητα μας να κουβεντιάζουμε χωρίς προκαταλήψεις. Χωρίς να απολυτοποιούμε την αντίθετη άποψη, χωρίς να αναζητάμε κάποια ιστορική δικαίωση σε κάθε μας επιχείρημα, χωρίς να θεωρούμε απαραίτητο κάθε συζήτηση να ξεκινά και να καταλήγει στην αναπαραγωγή περιχαρακώσεων”, επισήμανε στη συνέχεια ο κ. Τσίπρας.
Αναφερόμενος στην Κύπρο ο πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚμ, τόνισε: “ Ακούω κάποιους να ισχυρίζονται το τελευταίο διάστημα, κάποιους ενδεχομένως καλόπιστους, αλλά κυρίως ακούω τους άλλους, τους μη καλόπιστους, οι οποίοι πρωτοστατούν στον οργουελιανό μηχανισμό επικοινωνιακής προπαγάνδας του διαπλεκόμενου κατεστημένου, να ισχυρίζονται ότι η περίπτωση της Κύπρου απέδειξε ότι δήθεν δεν υπάρχουν ενδιάμεσα σημεία ισορροπίας στην Ευρωζώνη. Ότι δεν υπάρχει διαπραγμάτευση στη λιτότητα”.
Στη συνέχεια, πρόσθεσε: “Αυτό δηλαδή που με δυο λόγια υποστηρίζει εδώ και τρία χρόνια το μνημονιακό πολιτικό κατεστημένο, για να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία να θέσει οποιαδήποτε κόκκινη γραμμή. Όπου μας έλεγαν, δηλαδή: ή μέσα με Μνημόνιο ή έξω από την Ευρωζώνη. Είναι ακριβώς το ίδιο επιχείρημα που μας είπε και η Μέρκελ, όταν πέρυσι, ζορισμένη από το κίνημα των πλατειών και από την προοπτική των εκλογών και μιας κυβέρνησης που δεν είχε εκλεγεί, δοτής κυβέρνησης που είχε σχηματισθεί για να αποκρούσει την κοινωνική αγανάκτηση, της κυβέρνησης Παπαδήμου, επέλεξε να τηλεφωνήσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και με περισσή αναίδεια να του θέσει το εκβιαστικό δίλημμα «αφήστε τις εκλογές, διεξάγετε τώρα δημοψήφισμα με βασικό ερώτημα, αν θέλετε ή όχι το ευρώ».
Παράλληλα, τόνισε ο κ. Τσίπρας: “Από τη πλευρά της κ. Μέρκελ, βέβαια, είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς γιατί αυτό το θράσος και η επιμονή. Από τη πλευρά της εσωτερικής τρόικας όμως δεν πρόκειται απλά για μια στρατηγική διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, αλλά για συνειδητή επιλογή καθαγιασμού της εγκληματικής στρατηγικής της παράδοσης άνευ όρων και άνευ μάχης στη κ. Μέρκελ. Στρατηγική που αποφάσισε ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του την επομένη των εκλογών, αφού, παραπλανώντας τους ψηφοφόρους, κέρδισε οριακά την εκλογή του, υποσχόμενος επαναδιαπραγμάτευση. Και με τη πρόφαση του αμαρτωλού προεκλογικού παρελθόντος του, έκτοτε αναζητεί τον εξαγνισμό, ακλουθώντας πιστά ό,τι του ζητήσει η τρόικα και χωρίς αντιρρήσεις. Και αμέσως μετά, επιχειρεί να παρουσιάσει κι ως μεγάλη εθνική επιτυχία, την υλοποίηση όσων του ζητούνται να υλοποιήσει”.
Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο κ. Τσίπρας ανέφερε: “Αν πράγματι ίσχυε αυτό το επιχείρημα, ότι ή μέσα κι όπως εμείς ορίσουμε, ή έξω, τότε γιατί άραγε αυτό το τεράστιο ενδιαφέρον, τόσος πανικός και αγωνία για τις πολιτικές εξελίξεις μην τυχόν και αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία, το περασμένο Ιούνη, και δώσει τη δυνατότητα στο λαό να εκφράσει τις δικές του διαθέσεις; Γιατί τόσος πανικός; Γιατί ακόμα και άρθρο στα ελληνικά έγραψαν, σε γερμανική εφημερίδα, προσπαθώντας να πείσουν τον ελληνικό λαό μην τυχόν και κάνει το λάθος και ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί όλη αυτή η αγωνία, όχι μόνο του εγχώριου πολιτικού κατεστημένου, αλλά του ευρωπαϊκού; Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα: Μήπως όμως η Κύπρος δείχνει διαφορετικά συμπεράσματα; Μήπως η Κύπρος είναι διαφορετική περίπτωση από την Ελληνική; Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν διαφορές. Διαφορετικές οι αιτίες και τα συμπτώματα της κρίσης. Ίσως η Κύπρος να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως Ιρλανδία της Μεσογείου, γιατί το βασικό της πρόβλημα είναι το τραπεζικό της σύστημα. Αλλά και πάλι το κομβικό θέμα δεν είναι αυτό. Τι απεδείχθη στη περίπτωση της Κύπρου;”
Ο κ. Τσίπρας ανέφερε στη συνέχεια πως στην περίπτωση της Κύπρου αναδείχτηκαν τρία πράγματα: “Πρώτον ότι μια κυβέρνηση του Ναι δε μπορεί να υπερασπιστεί το Όχι ενός λαού, όσο ηρωικό κι αν είναι αυτό. (…)Δεύτερον, απέδειξε η Κύπρος ότι στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους, που δεν θα είναι ένας περίπατος, αλλά μια πραγματική σύγκρουση με σκληρούς εκβιασμούς, δεν έχεις ελπίδες όταν πηγαίνεις ως ειδική περίπτωση και χωρίς συμμαχίες(…) Και τρίτο και σημαντικότερο συμπέρασμα: ότι το δόγμα μένουμε στο μνημόνιο για να μην έχουμε ρίσκο και να είμαστε ασφαλείς, μετά την Κύπρο δεν ισχύει.
“Μετά την Κύπρο, ολοένα και περισσότερο στη συνείδηση των καταθετών, αλλά και εν γένει των πολιτών, το δίλλημα μνημόνιο ή χρεοκοπία γίνεται συνώνυμο. Και μνημόνιο και χρεοκοπία. Και κούρεμα μισθών και συντάξεων αλλά, ενδεχομένως, και κούρεμα καταθέσεων”, τόνισε ο ίδιος, συμπληρώνοντας: ““Έχουμε ξεφύγει λοιπόν πλέον από μια συζήτηση για το αν η Ευρώπη ακολουθεί σωστό ή λάθος δρόμο απέναντι στην κρίση. Είμαστε σε μια φάση όπου η κρίση υπάρχει και αναπαράγεται, προκειμένου η μισή Ευρώπη – η πλεονασματική, να φάει την άλλη μισή – τον ελλειμματικό Νότο. Που είναι ελλειμματικός ακριβώς γιατί τόσα χρόνια τάιζε τα πλεονάσματα του Βορρά. Δεν υπάρχει λοιπόν πλέον κανένα πρόσχημα πια Δεν υπάρχει ενιαίος δρόμος για την Ευρώπη. Υπάρχει ο δρόμος που βολεύει τους ισχυρούς και επιβάλλεται με σκληρούς όρους στους πιο αδύναμους”.
“Το ουσιώδες για μας είναι ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς, που θα έρθει με την λαϊκή εντολή, με στόχο την σωτηρία από τη βαρβαρότητα των μνημονίων, έχει ένα καθήκον: οφείλει να διαπραγματευτεί σθεναρά την απεμπλοκή της χώρας από αυτή την καταστροφική πορεία του Μνημονίου. Για να διαπραγματευτεί δεν πρέπει να απεμπολήσει κανένα απολύτως διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα. Αντίθετα, να αξιοποιήσει κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα, κι αυτό σημαίνει επιδίωξη συμμαχιών και μέτωπο στον ευρωπαϊκό Νότο, κυρίως όμως σημαίνει και πρόγραμμα, ώστε ο αντίπαλός μας κάθε στιγμή να γνωρίζει ότι είμαστε σε θέση να ανασυγκροτήσουμε και να αναπτύξουμε την οικονομία μας, είμαστε σε θέση, ανεξάρτητα από τις δικές του επιδιώξεις και τους δικούς του εκβιασμούς να προχωρήσουμε προς τα μπρος, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στη θεμελίωση μιας κοινωνίας δικαιοσύνης και προοπτικής”, ανέφερε στην συνέχεια τη ςομιλίας του ο κ. Τσίπρας.
Ανεφερόμενος στην πολιτική συμμαχιών, τόνισε μεταξύ άλλων: “Βλέπουμε ότι υπάρχουν δυνάμεις στην αριστερά που εξακολουθούν να μη θέλουν να ακούσουν για συνεργασία.
Το ΚΚΕ δεν θέλει να ακούσει τίποτα. Κατάφερε να αγνοήσει ακόμα κι αυτή την τεράστια ανακατάταξη στο πολιτικό πεδίο. Κατάφερε να μη απαντήσει στο ερώτημα των μελών του, γιατί η αντιμνημονιακή συσπείρωση έγινε γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έγινε γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ με ειλικρίνεια προσκάλεσε όλες τις δυνάμεις της αριστεράς, και επιμένουμε σε αυτό. Να προχωρήσουμε σε ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων με στόχο την κοινωνική σωτηρία. Έχουμε λοιπόν αυτή την επιλογή. Παραμένουμε σταθεροί στην γραμμή της ειλικρινούς ενότητας με όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς, καθώς και με τις δυνάμεις που προέρχονται από τον σοσιαλιστικό χώρο, με σαφέστατη οριοθέτηση απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό”.
Παράλληλα, αναφερόμενος στο θέμα “της λεηλασίας του δημόσιου πλούτου”, ο πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ επισήμανε πως “είναι αδιανόητο να μιλάμε για ανάπτυξη χωρίς την συμμετοχή του δημόσιου τομέα, χωρίς σχεδιασμό και παραγωγική ανασυγκρότηση, χωρίς πόρους και σχέδιο επενδύσεων. Αυτή είναι η δική μας λογική. Πολύ μακριά από τον πελατειακό κρατισμό, που απετέλεσε για δεκαετίες πολιτικό εργαλείο των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας. Και, ταυτόχρονα, πολύ μακριά από την λογική της διάλυσης του κράτους και της εκχώρησης κάθε αναπτυξιακής δυνατότητας σε μια αντιπαραγωγική, έντρομη, κερδοσκοπική και σε τελική ανάλυση πλήρως κρατικοδίαιτη «ελεύθερη αγορά».
Τέλος, απαντώντας στο αρχικό ερώτημα του κ. Μητρόπουλου για το αν η Αριστερά είναι έτοιμη να ερμηνεύσει την κρίση και να αντιτάξει ένα εναλλακτικό σχέδιο, ο κ. Τσίπρας ανέφερε: “Η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, στα βασικά σημεία έχει δικαιωθεί από την ανάλυσή του για τη κρίση. Και τα έχει πει και τα έχει περιγράψει όλα και εγκαίρως.
Αν θέλεις βέβαια να είσαι σοβαρός, απόλυτα έτοιμος δεν είσαι ποτέ για το ραντεβού με την ιστορία. Οι προκλήσεις έρχονται πρώτες, και το ζήτημα είναι αν θα τολμήσεις κι αν θα μπορέσεις να ανταποκριθείς”.
“Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι άλλο από το αν είσαι αποφασισμένος να ανταποκριθείς στις ιστορικές προκλήσεις ή αν κάθε φορά ψάχνεις να βρεις θεωρητικές δικαιολογίες για να τις αποφύγεις. Και δεν ξέρω αν η αριστερά ήταν έτοιμη να ερμηνεύσει ή να αντιτάξει ένα εναλλακτικό σχέδιο, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και συνεχίζει να είναι αποφασισμένος να αναλάβει τις προκλήσεις και τις ευθύνες που αναλογούν”, κατέληξε ο κ. Τσίπρας.