Του Σταύρου Τομπάζου
Με τη συμφωνία για κούρεμα των καταθέσεων και ανεξάρτητα από την τελική της τύχη, η Κύπρος έχασε κάθε αξιοπιστία ως κέντρο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Αν η κυπριακή κυβέρνηση δεν επιβάλλει προσωρινά μέτρα περιορισμού των εκροών κεφαλαίου, μόλις ανοίξουν οι τράπεζες, η άτακτη πτώχευσή τους είναι ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο.
Η συμφωνία προκάλεσε ένα τεράστιο σοκ στη Κύπρο που υποχρέωσε ακόμη και το κυβερνών κόμμα του προέδρου Αναστασιάδη να απέχει στην ψηφοφορία της βουλής της περασμένης Τρίτης για έγκρισή της, ενώ όλα τα άλλα κοινοβουλευτικά κόμματα την καταψήφισαν. Αξίζει να αναφερθεί ότι το ΑΚΕΛ τοποθετείται τις τελευταίες μέρες όχι μόνο κατά της συγκεκριμένης συμφωνίας, αλλά και κατά του μνημονίου γενικότερα. Οι επιπτώσεις της δημοσιοποίησης μιας τέτοιας συμφωνίας καθιστά την προηγουμένη, προκαταρκτική συμφωνία της κυβέρνησης Χριστόφια με την τρόικα ανεπίκαιρη: Στο ΑΚΕΛ φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι, αν είναι να κουρέψουμε καταθέσεις, τις κουρεύουμε και χωρίς την τρόικα.
Άλλωστε, η συμφωνία του Eurogroup και της κυβέρνησης Αναστασιάδη σκότωσε την ιερή αγελάδα σύμφωνα με την οποία το κούρεμα των καταθέσεων, δηλαδή η μη αναγνώριση των «νόμιμων» απαιτήσεων πάνω στην κοινωνική εργασία, είναι αδιανόητη για ένα κράτος μέλος της ζώνης ευρώ. Αφού η Ε.Ε., στο πιο επίσημο της επίπεδο, νομιμοποίησε πολιτικά την ιδέα της υποχρεωτικής απομείωσης των καταθέσεων, παραβιάζοντας ακόμη και την ευρωπαϊκή οδηγία για εγγύηση των καταθέσεων μέχρι 100.000 ευρώ, τίποτα δεν εμποδίζει πια την Κύπρο να εφαρμόσει μια οικονομική πολιτική διάσωσης της κυπριακής οικονομίας που να βασίζεται στην ιδέα της υποχρεωτικής δανειοδότησης του κράτους από το κεφάλαιο.
Ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες
Αν και το κυπριακό μνημόνιο προβλέπει δάνειο μέχρι και 17,5 δισ., οι ανάγκες της κυπριακής οικονομίας καλύπτονται με ένα πολύ χαμηλότερο ποσό. Οι κυπριακές τράπεζες εκτιμούν τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησής τους σε λιγότερα από 3 δισ., ενώ ο διεθνής οίκος που αξιολόγησε τις ανάγκες τους, τις εκτίμησε, με το χειρότερο δυνατό σενάριο ύφεσης στην κυπριακή οικονομία, κοντά στα 10 δισ. Άλλα 6 δισ. προβλέπονται για ανανέωση των ήδη υφιστάμενων ομολόγων δημοσίου που θα λήξουν τα επόμενα χρόνια (δεδομένου ότι οι αγορές αρνούνται να τα ανανεώσουν) και 1,5 δισ. για τις άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης του κράτους. Έτσι συμπληρώνονται τα 17,5 δισ. Στην πραγματικότητα, οι ανάγκες της κυπριακής οικονομίας δεν ξεπερνούν σε καμία περίπτωση τα 10 δισ., πρώτον γιατί οι ανάγκες των τραπεζών είναι σαφώς υπερτιμημένες από το διεθνή οίκο και την τρόικα και, δεύτερον, γιατί τα 6 δισ. για αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους θα εκλείψουν μόλις εξυγιανθεί το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου. Σε αντίθεση με το ελληνικό δημόσιο χρέος, το κυπριακό παραμένει ακόμη και τώρα (ως ποσοστό του ΑΕΠ) πολύ κάτω από το μέσο όρο στην ευρωζώνη.
Αυτά τα 10 δισ. μπορούν να εξασφαλιστούν εν μία νυχτί χωρίς μνημόνιο και δανειακή σύμβαση, τρόικα και πολιτικές λιτότητας, διαμέσου του εσωτερικού, υποχρεωτικού δανεισμού. Οι καταθέσεις στην Κύπρο φθάνουν αυτή τη στιγμή τα 65 δισ., εκ των οποίων λιγότερο από τα μισά αντιστοιχούν σε καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ. Θα μπορούσε λοιπόν η κυπριακή κυβέρνηση να αρνηθεί το κούρεμα των καταθέσεων κάτω από 100.000 ευρώ για να σεβαστεί και τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία και να μετατρέψει, κατά μέσο όρο, το 30% των υπόλοιπων μεγάλων καταθέσεων σε υποχρεωτικό δανεισμό στο κράτος και το τραπεζικό σύστημα. Το ποσοστό του υποχρεωτικού δανεισμού θα μπορούσε να οριστεί με κλιμακωτό τρόπο ανάλογα με το ύψος της κατάθεσης. Ένα μέρος από τα χρήματα του υποχρεωτικού δανεισμού, ας πούμε αυτό των πιο μεγάλων καταθέσεων, θα μπορούσε να αντιστοιχηθεί με τα επισφαλή δάνεια και τις υποθήκες τους που θα παραχωρηθούν σε ένα ιδιωτικό οργανισμό διαχείρισής τους με κρατική εποπτεία. Δηλαδή να δοθούν μετοχές αυτού του οργανισμού στους καταθέτες ανάλογα με το ποσό που υποχρεώνονται να δανείσουν. Αμέσως προκύπτει ένα υγιές τραπεζικό σύστημα χωρίς επισφάλειες και σύντομα με διαθέσιμη ρευστότητα από τους τόκους που θα εξοικονομούνται από τις καταθέσεις.
Ένα άλλο μέρος από αυτά τα χρήματα θα θεωρηθεί «υποχρεωτικός» εσωτερικός δανεισμός του κράτους με αντίκρισμα ομόλογα φυσικού αερίου, έτσι που να μην χρειαστούν περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών.
Παράλληλα, θα πρέπει να περιοριστεί περαιτέρω το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την εκποίηση όλων των ενεργητικών και παθητικών στοιχείων των τραπεζών στο εξωτερικό.
Πώς θα αυξηθούν τα δημόσια έσοδα
Επιβάλλεται βέβαια εθνικοποίηση των προβληματικών τραπεζών, δηλαδή σε ένα πρώτο στάδιο της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου που δέχθηκαν ήδη κρατική στήριξη, και αναδιάρθρωσή τους σε μια ενιαία, κρατική τράπεζα. Μόνο έτσι είναι δυνατό να αποκτήσουν ξανά την αξιοπιστία τους. Το κράτος έχει πολύ πιο πολλά μέσα για να αντέξει τους κραδασμούς και να εγγυηθεί την επιβίωση του τραπεζικού συστήματος και την ομαλή λειτουργία του. Ας μην ξεχνάμε ότι το 2008-2009, η Αγγλία διαχειρίστηκε (αποτελεσματικά) την τραπεζική της κρίση μέσω της εθνικοποίησης. Επιβάλλονται ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές στην οργανωτική δομή των τραπεζών που να περιλαμβάνουν απομάκρυνση και τιμωρία των ηγετικών στελεχών τους που ευθύνονται για την κρίση. Η νέα εθνική τράπεζα της Κύπρου θα πρέπει να λειτουργήσει με κριτήριο όχι το άμεσο κέρδος και την κερδοσκοπία, αλλά με κριτήριο την οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου.
Ο ELA έχει ήδη σχεδόν εξαντλήσει τα όριο των 10 δισ. που προβλέπεται για την Κύπρο. Αν αρνηθεί να διευρύνει το όριο και αν υπάρξει μαζική εκροή κεφαλαίων, η Κύπρος θα υποχρεωθεί βέβαια να επιβάλει προσωρινούς περιορισμούς στη διακίνηση κεφαλαίων εκτός Κύπρου. Αυτό δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, αλλά ας μην ξεχνούμε ότι η τρόικα επιχείρησε να επιβάλει μια πολιτική που επίσης αντιβαίνει με τις οδηγίες για εγγύηση καταθέσεων κάτω των 100.000.
Με την αξιοποίηση των τραπεζικών καταθέσεων εξασφαλίζονται οι άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης των τραπεζών και του κράτους. Χρειάζεται όμως να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα, ούτως ώστε να προσεγγίσουν ως ποσοστό του ΑΕΠ το μέσο όρο της ευρωζώνης (υστερούν περίπου κατά 4 μονάδες). Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τα πιο κάτω μέτρα:
Α. Αύξηση του εταιρικού φόρου από το 10% στο 12,5% σε πρώτη φάση, πράγμα που εισηγείται και η τρόικα. Αυτή η μικρή αύξηση ελάχιστα θα επηρεάσει τις δραστηριότητες των ξένων εταιρειών στην Κύπρο, αλλά θα αποφέρει 150-200 εκατομμύρια το χρόνο και περισσότερα όταν το ΑΕΠ επανέλθει στα φυσιολογικά του υψηλά επίπεδα αύξησης.
Β. Να αυξηθεί ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής σε εισοδήματα π.χ άνω των 50.000 ευρώ.
Γ. Αύξηση του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας μόνο για τη μεγάλη ιδιοκτησία με κλιμακωτούς συντελεστές.
Δ. Συμπερίληψη της εκκλησίας στο φορολογικό πακέτο χωρίς καμιά ευνοϊκή μεταχείριση.
Ε. Αύξηση του φόρου πολυτελείας σε εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα, όπως π.χ. σε αυτοκίνητα πάνω από 1.600 κυβικά. Κάτι τέτοιο θα συνέβαλλε και στην εξοικονόμηση ενέργειας που επίσης είναι εισαγόμενη.
Δ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είμαστε αντίθετοι στην επιβολή κάποιου μικρού τέλους στις κερδοσκοπικού χαρακτήρα χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Η φορολόγηση των καταθέσεων εμπίπτει στο ευρύτερο πλαίσιο συμβολής του πλούτου και των ψηλών εισοδημάτων στην αντιμετώπιση της κρίσης.
Εναλλακτικές πολιτικές
Με την πιο πάνω σειρά μέτρων η Κύπρος δεν χρειάζεται μνημόνιο γιατί και οι άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης καλύπτονται και το δημοσιονομικό πλαίσιο τίθεται σε μια πιο δίκαιη, ισορροπημένη και ορθολογική βάση. Δεν εισηγούμαστε έξοδο από την ευρωζώνη. Αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή τη στιγμή, λόγω της ύφεσης, το εξωτερικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών είναι ισορροπημένο στην Κύπρο, άρα δεν χρειάζεται νομισματική υποτίμηση. Ας μην ξεχνούμε, επίσης, ότι μια ενδεχόμενη υποτίμηση σημαίνει άμεση πτώση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων και δεν θα οδηγήσει, λόγω της δομής της οικονομίας, σε σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η οικονομία της Κύπρου χρειάζεται στροφή προς παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και ριζική μεταρρύθμιση των κρατικών μηχανισμών προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης και του κοινωνικού κράτους.
Αν η Κύπρος τολμήσει να εφαρμόσει εναλλάκτικες πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης, αυτό θα αποτελέσει καίριο πλήγμα ενάντια στις τροϊκανές πολιτικές του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που εφαρμόζονται σ’ όλη την Νότια Ευρώπη, διότι θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης σ’ όλους όσοι επιμένουν να θέτουν τον άνθρωπο πάνω από το καπιταλιστικό κέρδος.
Αναδημοσίευση από την Εποχή