Ο Μπρεχτ παρατηρούσε σε ένα ποίημα του ότι ο κόσμος συχνά μας αποστρέφεται, γιατί θεωρεί ότι έχουμε μία απάντηση για όλα. Προτείνει έτσι, «καθαρά για λόγους προπαγάνδας», να κάνουμε μια λίστα με τα ερωτήματα που μας φαίνονται τελείως αναπάντητα.
Η λίστα αυτή θα μπορούσε εύλογα να ξεκινήσει με το αιώνιο ερώτημα για τον αν προηγείται η κότα ή το αυγό·ή, για να έρθουμε στα καθ’ ημάς, το «σύστημα» ή το κίνημα, η επίθεση ή η αντίσταση, η κρίση ή η ρήξη. Δυστυχώς όμως, το ερώτημα αυτό θα πρέπει να αποκλειστεί από τη λίστα του Μπρεχτ, αφού μία, έστω ατελής και αντιφατική, απάντηση σε αυτό, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για να καταλάβουμε τη συγκυρία.
Η αντίσταση έρχεται πρώτη
Για την κυρίαρχη αφήγηση η απάντηση είναι δεδομένη: η ιστορία γράφεται από τους νικητές της ταξικής πάλης. Αυτοί καθορίζουν τις εξελίξεις, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο: δηλαδή, από τη μία πλευρά αυτοί προωθούν την όξυνση της εκμετάλλευσης, αυτοί καταπιέζουν για να την επιβάλλουν, αυτοί επιλέγουν πότε θα επιστρατεύσουν τη δημοκρατία και πότε το φασισμό. Από την άλλη, είναι οι αντιφάσεις του δικού τους συστήματος αυτές που γεννάνε αυτόματα τις κρίσεις, ακόμα και αν οι τελευταίες στρέφονται τελικά ενάντιά τους. Φυσικά, οι κινήσεις αυτές θα γεννήσουν τις αντίστοιχες αντιδράσεις των από κάτω: διαμαρτυρίες, κινήματα, αντιστάσεις, διεκδικήσεις, ανατροπές, ενίοτε και επαναστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα και μια νέα κοινωνία μπορεί να γεννηθεί μέσα από τον «Παλαιό Κόσμο», όπου ήδη ενυπάρχει ως «σπέρμα», μέσα στις αντιστάσεις. Με άλλα λόγια, η παλιά κότα θα κάνει ένα νέο αυγό, από όπου όμως ελπίζουμε ότι θα πηγάσει μία νέα, εξελιγμένη μορφή ζωής.
Η αφήγηση αυτή λοιπόν δεν υπηρετεί υποχρεωτικά την πλευρά των κυρίαρχων.·Ίσα – ίσα, τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται μάλλον από την πλευρά των κυριαρχούμενων, η οποία θέλει έτσι να αναδείξει την επιθετικότητα, την απληστία ή τη βαρβαρότητα των αφεντικών, αλλά και να διασώσει την ελπίδα ότι κάτι «νέο μπορεί να γεννηθεί». Από τη σκοπιά αυτή, αποτελεί μια πολύτιμη και αναντικατάστατη στρατηγική στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης.
Πέρα όμως από τα στενά και προκαθορισμένα όρια των ιδεολογικών ανταγωνισμών, υπάρχει και μια άλλη παράδοση που παραμένει συνήθως λιγότερο ορατή μέσα στο λόγο και την πράξη των ανταγωνιστικών κινημάτων, για να ξεχυθεί καμιά φορά ορμητική στο προσκήνιο, στα μεγάλα ξεσπάσματα της ταξικής πάλης. Σύμφωνα με αυτή, χοντρικά, η αντίσταση δεν ακολουθεί, αλλά –παραδόξως- προηγείται. Η αντίληψη αυτή πατά στη βασική σύλληψη ότι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η ταξική πάλη. Την αλήθεια αυτή όμως την αντιλαμβάνεται κυριολεκτικά και όχι ως ένα σύνθημα για τις επαναστάσεις του παρελθόντος ή του μέλλοντος. Η ταξική πάλη είναι αυτή που, μέσα από τις περίπλοκες και αντιφατικές μορφές του ευρύτερου κοινωνικού ανταγωνισμού, μέσα από τα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής, της ιδεολογίας ή της τέχνης, μέσα από την καθημερινότητα των κοινωνικών σχέσεων, κινεί την ιστορία εδώ και τώρα, σε χρόνο ενεστώτα.
Όπως κάθε άλλη πάλη, η ταξική πάλη χρειάζεται –τουλάχιστον- δύο παίχτες. Ακόμα λοιπόν και αν η εργατική τάξη κι όλα τα στρώματα των από κάτω, μοιάζουν κατά καιρούς να «κρύβονται», στην πραγματικότητα είναι πάντα εδώ και, μέσα από την πάλη τους, παράγουν την ιστορία. Ακόμα περισσότερο, και ακόμα πιο σχηματικά, η πρωτοβουλία για την πάλη αυτή ανήκει αντικειμενικά στην πλευρά των από κάτω.·Αυτή είναι που καθορίζει το πού, το πότε, το πόσο και το πώς θα επιτεθεί. Οι άλλοι, κατ’ αρχάς αμύνονται –αν και γενικά νικάνε.
Η σκοπιά αυτή δεν αναφέρεται μόνο στις ιστορικές εκείνες στιγμές που οι κυριαρχούμενες τάξεις εφορμούν προς τον ουρανό – ή πιο πρακτικά προς την εξουσία. Προσπαθεί επίσης να ερμηνεύσει την πιο «καθημερινή» ιστορία. Αν, για παράδειγμα, οι κρίσεις του καπιταλισμού είναι αποτέλεσμα μιας γενικής πτώσης του κέρδους, η πτώση αυτή θα ήταν μάλλον αδιανόητη, αν το κεφάλαιο έπαιζε μόνο του, αν δεν έβρισκε απέναντί του μια άλλη τάξη. Αν προχωρήσουμε αυτό το συλλογισμό ένα βήμα παραπάνω και αντιστρέψουμε τη φορά, το ίδιο το εργατικό κίνημα (και όχι μόνο αυτό) είναι η αφετηρία των κρίσεων και –κατ’ επέκταση- των αναδιαρθρώσεων του κεφαλαίου: είμαστε η κρίση τους, όπως απαιτεί ένα άλλο σχετικό σύνθημα.
Οι χρόνιες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας
Πώς επηρεάζουν όλες αυτές οι παλιές ιστορίες τους σημερινούς μας αγώνες; Μα, είναι φανερό,·πρώτα από όλα δικαιώνουν την κυβέρνηση και τους συμμάχους της. Όλοι αυτοί, από τον Όλι Ρεν ως τον Πάσχο Μανδραβέλη, μας βεβαιώνουν εδώ και χρόνια ότι για την οξύτητα της ελληνικής κρίσης φταίνε οι περίφημες «χρόνιες παθογένειες» της ελληνικής οικονομίας. Και με αυτόν τον όρο εννοούν όλα αυτά τα δικαιώματα, ή ακόμα –για να είμαστε ειλικρινείς- τα λανθάνοντα υποκατάστατα δικαιωμάτων, που είχαν παραχωρήσει, από τη Μεταπολίτευση και μετά, το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις, μπροστά στην ορμητικότητα των κοινωνικών κινημάτων, σε μια μάλιστα τόσο εύθραυστη πολιτικά χώρα (μια χώρα που, να μην το ξεχνάμε, βίωσε την πιο πρόσφατη ηττημένη επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη). Δεν μας απασχολεί εδώ με ποιο τρόπο δόθηκε ό,τι δόθηκε, μέσα από ποιά πλέγματα διαπλοκής, αν ήταν δανεικά ή όχι, ή ακόμα κι αν τα στερήθηκαν άλλοι. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι όσο η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, τόσο κι η ακραία ελληνική εκδοχή της είναι δικό μας έργο, για το οποίο οφείλουμε σε γενικές γραμμές να είμαστε βαθειά περήφανοι και περήφανες.
Με ακόμα πιο άμεσο τρόπο, αποτέλεσμα των αγώνων των τελευταίων ετών είναι και η πλήρης αποτυχία του σχεδίου της ελληνικής αναδιάρθρωσης και σταθεροποίησης της οικονομίας. Η διαρκής αναταραχή της παραγωγικής βάσης, αυτό που κυβέρνηση κι ΟΑΚΚΕ αποκαλούν «αντιεπενδυτικό σαμποτάζ», ακόμα και η αδυναμία είσπραξης των νέων φόρων, βασικοί παράγοντες αποσταθεροποίησης, δεν είναι άσχετα με μια τάση διευρυμένης κοινωνικής ανυπακοής. Πιο πέρα, η εναλλαγή τριών κυβερνήσεων, το κάψιμο μίας σειράς συστημικών εφεδρειών -από τον αντιμνημονιακό Σαμαρά ως τον κλόουν Καρατζαφέρη και το σύντροφο Κουβέλη- η διεύρυνση του πεδίου της κρατικής καταστολής, ακόμα και η ανάπτυξη της φασιστικής πτέρυγας του αστικού μπλοκ εξουσίας, αποτελούν μάλλον την απάντηση σε μία απειλητική όξυνση της ταξικής πάλης και σε μία όλο και πιο καθαρή ρήξη της κοινωνικής συναίνεσης, παρά τις ελεύθερες επιλογές της κυρίαρχης τάξης.
Οφείλουμε βέβαια να έχουμε πάντα το μυαλό μας στα ανθρώπινα θύματα αυτής της όξυνσης – στο ενάμιση εκατομμύριο ανέργους, στους φτωχούς και τους απελπισμένους, στους ανθρώπους που χάσανε το σπίτι ή ακόμα και τη ζωή τους. Δεν μπορούμε λοιπόν, δυστυχώς, να πανηγυρίσουμε για όλα αυτά τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης. Ακριβώς όμως επειδή έχουμε το μυαλό μας στους πολλούς και τους φτωχούς, γνωρίζουμε ταυτόχρονα ότι το χειρότερο σενάριο είναι μια υποχώρηση του ανταγωνισμού, μια επιστροφή στην κανονικότητα, μέσα από την περίφημη «επανεκκίνηση» της οικονομίας (στο ιστορικά χαμηλότερο επίπεδο των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης) και μια οριστική έτσι σταθεροποίηση της φτώχειας.
Από αυτό το εφιαλτικό σενάριο μόνο η συνεχής κινηματική δραστηριότητα μπορεί να μας προστατέψει. Πολλές φορές, η αποσπασματικότητα, η ασυνέχεια και –τελικά- η ήττα των διαφόρων κινητοποιήσεων και κινημάτων, μας γεμίζει με μια αίσθηση ασφυξίας, αναποτελεσματικότητας κι απαισιοδοξίας. Καμιά μεμονωμένη κίνηση δεν μοιάζει να έχει νόημα από μόνη της. Κι όντως έτσι είναι,·βρίσκει όμως το νόημά της πολλαπλάσιο, όταν τη δούμε ως μια ψηφίδα στο περίπλοκο ψηφιδωτό του ευρύτερου κοινωνικού ανταγωνισμού. Σε ένα ψηφιδωτό μάλιστα που διαρκώς πάλλεται στο χώρο και το χρόνο κι όπου ακόμα και κάθε ψηφίδα τελικά δεν υπάρχει από μόνη της, αλλά υπάρχει μόνο μέσα από τη σχέση της με τις υπόλοιπες.
Ο συσχετισμός των δυνάμεων σε αυτό τον ανταγωνισμό, αποδεικνύεται ένα πολύ περίεργο πράγμα. Μπορεί οι πλατείες της Ισπανίας και η Αραβική Άνοιξη να ρίχνουν κυβερνήσεις στην Ελλάδα, όπως μπορεί οι ελληνικές απεργίες να τροφοδοτούν το όχι των Κυπρίων. Μπορεί ένα κίνημα ανέργων να ενισχύει την αντιρατσιστική και την αντιφασιστική πάλη, όπως μπορεί μια κινητοποίηση στη Χαλκιδική να νικά στη Θράκη. Η μόνη –σχετική- σταθερά εδώ είναι η μία πλευρά, αυτή των κυρίαρχων. Οποιαδήποτε νίκη τους είναι ήττα για όλους μας και οποιαδήποτε χτύπημα εναντίον τους ενισχύει ταυτόχρονα όλα τα κινήματα. Αυτό ακριβώς μας αναγκάζει να στεκόμαστε απέναντι στο κράτος, ακόμα και σε μάχες όπου η απέναντι πλευρά δεν μας εμπνέει ακριβώς εμπιστοσύνη και σεβασμό.
Ένας άλλος κόσμος…
Και καταλήγουμε έτσι στο σημαντικότερο. Η αντίληψη ότι η αντίσταση έρχεται πρώτη μπορεί να μας στηρίξει απέναντι σε μια πραγματικότητα κάθε μέρα και πιο μαύρη. Η βαθειά ιστορική επίγνωση ότι όλα, και τα κακά και τα καλά, τα κάνουμε σε τελευταία ανάλυση εμείς, αναιρεί την παραλυτική αίσθηση ανημποριάς που καμιά φορά μας κατακλύζει μπροστά σε ένα ολοένα και πιο φασίζον κράτος.
Η υλική δύναμη των κινημάτων μπορεί έτσι να μετατραπεί σε μία αστείρευτη κι αναντικατάστατη ιδεολογική δύναμη. Η μάχη με το φασισμό για παράδειγμα, προτού δοθεί στους δρόμους θα δοθεί στις καρδιές των ανθρώπων. Εκεί, ο φασισμός, αδιαφορώντας ευφυώς για τις αντιφάσεις του, προσπαθεί να οικοδομήσει ένα συνεκτικό όραμα μίσους, χτίζοντας πάνω στα θεμέλια των πρωτόγονων ορμών μας. Τα ανταγωνιστικά κινήματα αντίθετα, απασχολημένα όπως είναι με την τριβή της καθημερινής πάλης, δυσκολεύονται να σηκώσουν το κεφάλι -ή το χέρι- και να δουν -ή να δείξουν- πέρα από τον ορίζοντα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.
Προς Θεού, καθόλου δεν εννοούμε με αυτά ότι πρέπει να παρατήσουμε τους συγκεκριμένους αγώνες μας και να αρχίσουμε να ανταλλάσσουμε συνταγές για τα μαγειρεία του μέλλοντος. Πρέπει όμως να βρεθεί ένας τρόπος, μέσα από την πάλη του σήμερα να φτιάχνουμε ένα ωραίο, πυκνό και εμπνευστικό όραμα για το αύριο. Ένα όραμα που προφανώς δεν μπορεί να είναι δουλειά του κάθε ξεχωριστού κινήματος, το οποίο έχει πολύ πιο άμεσες υποχρεώσεις. Ούτε αρκεί, πιστεύουμε, το καθήκον αυτό να ανατεθεί αποκλειστικά στην πολιτική αριστερά.
Ο τρόπος αυτός ωστόσο, έχει ήδη βρεθεί: αν κανένα κίνημα δεν αρκεί από μόνο του για αυτή τη δουλειά, το όραμα αυτό μπορεί ίσως να παραχθεί μέσα από τη συνάντηση όλων των κινημάτων, στις στιγμές εκείνες που ο κοινωνικός ανταγωνισμός πυκνώνει και συγκεντρώνεται σε μια πλατεία, μια απεργία ή ίσως σε ένα στέκι ή ένα φεστιβάλ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από την ιστορία των Κοινωνικών Φόρουμ, της πιο μεγάλης μέχρι τώρα προσπάθειας συνάντησης των κοινωνικών κινημάτων, το κεντρικό σύνθημα που τελικά μας έμεινε είναι το «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» – την ίδια στιγμή που η δουλειά επικεντρώθηκε στα χιλιάδες, επιμέρους καθήκοντα της ταξικής πάλης.
Ίσως, περισσότερο από τα ίδια τα κινήματα, αυτό που μας λείπει σήμερα είναι η ικανότητα και η υπομονή να τα εντοπίζουμε, να τα αναδεικνύουμε, να τα φέρνουμε κοντά, να αντλούμε από την εμπειρία και το λόγο τους. Από τη σκοπιά αυτή, είναι εξαιρετικά εύστοχη η πολιτική επιλογή του Στεκιού Μεταναστών στα Χανιά και του Καραβανιού, μέσα στο ζόφο της κρίσης, να δείξουν προς τα κινήματα. Η μεγαλύτερη απειλή για τον παλιό κόσμο είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι ένας άλλος κόσμος είναι όχι μόνο εφικτός, αλλά είναι ήδη εδώ. Και μάλιστα, όχι ως «παιδί του υπαρκτού», αλλά ως αυτός που διαμορφώνει τη μοίρα του. Για να επιστρέψουμε στα βασικά φιλοσοφικά μας ερωτήματα, μπορούμε πιστεύουμε να απαντήσουμε με σαφήνεια ότι το αυγό κάνει την κότα, εννοώντας όχι –μόνο- την κότα που θα βγει από αυτό, αλλά ακόμα και την κότα που το γέννησε.
Νίκος Νικήσιανης