Μία αιμοσταγής στρατιωτική δικτατορία είναι προτιμότερο να γκρεμίζεται από μία μεγάλη λαϊκή εξέγερση. Συχνά όμως δεν γίνεται έτσι. Συνήθως οι σφετεριστές στρατιωτικοί προετοιμάζουν τη μετάβαση στη δημοκρατική ομαλότητα έχοντας εξασφαλίσει την ατιμωρησία αλλά και προνόμια τους. Επίσης, φροντίζουν ώστε οι μάζες να παραμείνουν σχετικά παθητικές και να μην δημιουργήσουν προβλήματα. Κυρίως χάρη στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, στην Ελλάδα, η μετάβαση από τη στρατιωτική Δικτατορία στη Δημοκρατία, τον Ιούλιο του 1974, δεν έγινε υπό αυτούς τους όρους.
Η ταινία του Pablo Larrain “No”, μας μεταφέρει στη Χιλή, το έτος 1988. Έχει ως θέμα της ένα ιστορικό γεγονός, τη διενέργεια του δημοψηφίσματος που έκρινε την παραμονή του δικτάτορα Πινοτσέτ στην εξουσία. Κεντρικός ήρωας της, ένας τριαντάρης, ανερχόμενος διαφημιστής και γιος ενός στελέχους της Αριστεράς που δολοφoνήθηκε από τη Χούντα. Τελευταία επιτυχία του είναι μία διαφήμιση για αναψυκτικό, αισθητικής MTV δεκαετίας 80. Με τα σημερινά κριτήρια μάλλον κιτς και ποζεράδικη. Ωστόσο, ένας από τους ηγέτες της Δημοκρατικής Αντιπολίτευσης, παλιός φίλος του πατέρα του, του προτείνει να αναλάβει την τηλεοπτική καμπάνια υπέρ του ΟΧΙ στην παράταση της θητείας του Πινοτσέτ.
Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης του παρουσιάζουν εικόνες πάνω στις οποίες μπορεί να δουλέψει. Εικόνες που απεικονίζουν την ωμότητα της χούντας. Εκτελέσεις, βασανισμοί, απαγωγές. Για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια οι Χιλιανοί θα δουν την αλήθεια, έστω και σε δεκαπεντάλεπτο σποτ. Ο διαφημιστής όμως θα τις απορρίψει. Θα μπορούσε ίσως να τους πει στα ίσια ότι δεν «πουλάνε». Δεν είναι όμως κυνικός. Είναι δημοκράτης και σιχαίνεται τον Πινοτσέτ. Ο ίδιος άλλωστε ρισκάρει ήδη πολλά, αφού έχει μπει στο μάτι των τραμπούκων του καθεστώτος. Προτείνει λοιπόν μία καμπάνια διαφορετική, που να βασίζεται στη χαρά και την αισιοδοξία. Κεντρικό σύνθημά της, «Χιλή, η Ευτυχία έρχεται». Σύμβολό της το Ουράνιο Τόξο. Οι εικόνες του σποτ ξεχειλίζουν από χρώματα, δείχνουν ανθρώπους να χορεύουν, να κάνουν πικ-νικ και να ιππεύουν άλογα στην εξοχή, να αγκαλιάζονται και να τραγουδούν χαρούμενα το ΟΧΙ.
Το σποτ αρχικά σοκάρει τους ηγέτες της Αντιπολίτευσης. Κάποιοι, προερχόμενοι μάλλον από την Αριστερά, εμφανίζονται τελείως αρνητικοί. Θεωρούν το διαφημιστικό όχι μόνο χαζοχαρούμενο, αλλά και προσβολή για τη μνήμη των θυμάτων της Χούντας. Ο νεαρός διαφημιστής όμως παίρνει την έγκριση των περισσότερων, έστω και σιωπηρά. Η νίκη του ΟΧΙ δεν είναι καθόλου βέβαιη. Ο φόβος και η σιωπή κυριαρχούν σε ολόκληρη τη χώρα. Τα δημοψηφίσματα, όπως και η ίδια η δημοκρατία άλλωστε, έχουν ως κανόνα την αρχή της πλειοψηφίας. Η επίτευξη της πλειοψηφίας απαιτεί ειδικές τεχνικές. Στον σύγχρονο τηλεοπτικό μας κόσμο οι τεχνικές αυτές απευθύνονται κυρίως στις αισθήσεις μας και εμμέσως στις ενδιάθετες επιθυμίες μας. Η πολιτική υποκλίνεται στη διαφήμιση και την εικόνα. Γίνεται θέαμα. Άλλωστε εκείνοι που είναι ύποπτοι ή εχθροί του καθεστώτος θα ψηφίσουν οπωσδήποτε ΟΧΙ. Το θέμα είναι να πείσεις τους υπόλοιπους, τους φοβισμένους, τους λεγόμενους φιλήσυχους. Ο τρόπος είναι να τους κάνεις να ατενίσουν το μέλλον (κυρίως το ατομικό τους) με αισιοδοξία. Η παραμικρή νύξη στην περίοδο Αλιέντε και στην πάλη για το σοσιαλισμό μπορεί να τα καταστρέψει όλα.
Ευτυχώς οι ακροδεξιοί είναι ανίκανοι να επιτύχουν την ηγεμονία στο συμβολικό επίπεδο. Οι εικόνες με τα παιδιά να προσφέρουν λουλούδια στο δικτάτορα και τους ιθαγενείς να τραγουδούν προς τιμήν του δακρύζοντας από χαρά, μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν. Σύντομα, το επικοινωνιακό επιτελείο τους, το γυρνάει στη δυσφήμιση των αντιπάλων. Οι χαρούμενοι άνθρωποι της καμπάνιας του ΟΧΙ βάζουν κουκούλες, πετάνε μολότωφ και βγάζουν τα καλάζνικωφ. Μεταμορφώνονται σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή σε μαρξιστές (sic). Εδώ η κάκιστη αισθητική συμφωνεί τουλάχιστο με το ακροδεξιό περιεχόμενο. Αλλά, επικοινωνιακά τουλάχιστον, το παιχνίδι έχει χαθεί για τους χουντικούς.
Η σχέση του ήρωα της ταινίας με τη γυναίκα του, σχηματοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στον ρεαλιστή δημοκράτη που ζει στο σήμερα, και την ρομαντική ακτιβίστρια που αρνείται να ξεχάσει. Είναι διαζευγμένοι και εκείνος ως οικονομικά ευκατάστατος έχει κρατήσει το παιδί. Συχνά τρέχει στα αστυνομικά τμήματα για να την ελευθερώσει. Θέλει να είναι μαζί της ξανά. Εκείνη αρνείται. Δεν πολυπιστεύει στην καμπάνια, αλλά σταδιακά αρχίζει να τη βλέπει με συμπαθεια. Ωστόσο, είναι οριστικά πια αποξενωμένη από εκείνον και τις επιλογές του.
Η νίκη του ΟΧΙ θα είναι καθαρή αλλά όχι συντριπτική. Ο ήρωας με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα αφήσει το εκλογικό κέντρο, γυρίζοντας σιωπηρά την πλάτη στους πολιτικούς που κάνουν δηλώσεις στα κανάλια. Οι μεγαλοστομίες δεν του ταιριάζουν. Εκείνος ότι είχε να κάνει το έκανε. Θα βγει έξω στους δρόμους του Σαντιάγκο, να γιορτάσει με τον κόσμο, να βιώσει αυτήν την πραγματική – και όχι εικονική- έκρηξη συλλογικής χαράς.
Το αφεντικό της εταιρείας, υποστηρικτής του Πινοτσέτ., μετά την επιτυχία του OXI, αντί για την απόλυση που του ετοίμαζε, τον κάνει συνέταιρο. Οι δουλειές επεκτείνονται. Του αναθέτουν το διαφημιστικό για τη νέα μεγάλη τηλεοπτική σαπουνόπερα που θα σκίσει. Πλούτος, απληστία, ίντριγκες, πάθη, σαμπάνια και χαβιάρι. Όπως πολύ ωραία το έθεσε ο επικεφαλής της καμπάνιας του Πινοτσέτ, πρέπει να δείξουμε στον κόσμο τι εννοούμε εμείς με τη λέξη Δημοκρατία. Μιλάμε για το Σύστημα εκείνο στο οποίο ο Καθένας (Προσοχή! Ο Καθένας, Όχι Όλοι) μπορεί να τα καταφέρει. Για τους υπόλοιπους υπάρχουν οι σαπουνόπερες και τα λοιπά τηλεοπτικά σκουπίδια. Φαίνεται όμως πως η διαφήμιση είναι καλύτερος τρόπος να αναπαρασταθεί το «δημοκρατικό» ( εννοώντας εδώ το καπιταλιστικό- καταναλωτικό) όνειρο απ’ ότι τα διαγγέλματα της χούντας.
Η ταινία είναι γυρισμένη με αναλογική βιντεοκάμερα στο χέρι, ενσωματώνει βίντεο-ντοκουμέντα της εποχής και φέρει αρκετά πιστά την αισθητική της δεκαετίας του 80. Η ντοκυμαντερίστικη γραφή πετυχαίνει αφενός να μεταδώσει το αίσθημα της ρευστότητας και της αβεβαιότητας της εποχής. Αφετέρου έχει ως αποτέλεσμα τα πολιτικά και υπαρξιακά ζητήματα που θέτει η ταινία, να μην τίθενται με σαφήνεια, να μην αναδεικνύονται με ιδιαίτερα έντονο ή δραματικό τρόπο, αλλά να μένουν κάπως μετέωρα. Και η ίδια η αφήγηση είναι κάπως επίπεδη, αν και γενικά πετυχαίνει το στόχο της. Άλλωστε το ΝΟ ήταν στις υποψηφιότητες για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσης ταινίας, οπότε, Καταλαβαίνετε, είναι κάπως μαζεμένη. Παραμένει όμως μία έντιμη και ενδιαφέρουσα ταινία όχι μόνο ως ντοκουμέντο μιας ιστορικής στιγμής, αλλά και ως υπενθύμιση των δυσκολιών του να κάνεις πολιτική μέσα σε συντριπτικά αρνητικούς συσχετισμούς καθώς και της ανάγκης να αναζητάς κάποτε έξυπνους μα αντιφατικούς τρόπους για πετύχεις άμεσους πολιτικούς στόχους,