Έγραφα πριν από λίγες μέρες (6μέρες, Δευτέρα 4 Μαρτίου) πως, μ’ όλο που με έθλιψε πολύ η εκλογική κατάρρευση των Ιταλών κομμουνιστών, «τείνω να πιστέψω πως κάτι καλό συνέβη πριν από μερικές μέρες στην Ιταλία, έστω κι αν δεν ήταν το καλύτερο για τις δικές μου προσδοκίες». Γιατί εκεί που είναι σύνηθες ο κλόουν να γιαουρτώνεται, στην ιταλική περίπτωση ο στόχος ήταν η Μέρκελ. Και η επιτυχία, ως προς αυτό, ήταν απόλυτη.
Με άλλα λόγια: χίλιες φορές Γκρίλο παρά Μόντι. Παρ’ όλο που, αν ήμουν Ιταλός, δεν θα τον ψήφιζα.
Αν όμως αυτό μου είναι ξεκάθαρο, από την άλλη, ο εξευτελισμός της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ιταλία, αν δεν γίνει κάτι δραστικό και γρήγορο, δεν μπορεί παρά να έχει μεγάλες επιπτώσεις για το σύνολο της Ευρώπης.
Να το πω ευθέως. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η παταγώδης αποτυχία του Μπερσάνι. Παραφράζοντας μια παλιότερη διατύπωση του Ελεφάντη, από την άποψη του σοσιαλισμού –ακόμη και από την άποψη της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας- το Δημοκρατικό Κόμμα μας αφήνει παγερά αδιάφορους. Η αγωνία μου αφορά μόνο την ριζοσπαστική αριστερά. Η πανωλεθρία της, για άλλη μια φορά μετά από το 2008, άφησε χωρίς συνεκτική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση όλους όσοι κοινωνικά, ταξικά, μας ενδιαφέρουν κατεξοχήν. Κι αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε καταστροφή. Αν πάρουμε, μάλιστα, υπόψη τι σήμαινε πάντοτε για την ευρωπαϊκή αριστερά η Ιταλία, τότε δεν μπορεί παρά να είμαστε σε κακή διάθεση. Κι ας στραπατσαρίστηκε η Μέρκελ. Κι ας πηγαίνουν τα πράγματα καλά για την ελληνική ριζοσπαστική αριστερά. Το ευρύτερο πλαίσιο δεν διαμορφώνεται με τρόπο ευνοϊκό για μια κυβέρνηση της αριστεράς, στο μέτρο που είναι κοινή συνείδηση πως η τύχη μιας τέτοιας κυβέρνησης θα καθοριστεί σε σημαντικό βαθμό από τους ευρωπαϊκούς πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς.
Το πράγμα, μάλιστα, γίνεται ακόμη πιο στενόχωρο αν, γυρνώντας μια δεκαετία πίσω, θυμηθούμε πως η Κομμουνιστική Επανίδρυση ήταν η μεγάλη ελπίδα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς και μαζί η ηγέτιδα δύναμη της προσπάθειας που έκανε να μπουσουλίσει ξανά και να αντεπιτεθεί μετά από τη συντριπτική ήττα, που από τους αντιπάλους της εννοιολογήθηκε με όρους «Τέλους της Ιστορίας». Στη Γένοβα και στην Φλωρεντία, σε όλες τις συναντήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ και στις ογκώδεις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις ήταν έντονη η αίσθηση μιας πρωτοκαθεδρίας της Rifondazione και των ιταλικών κοινωνικών κινημάτων. Κανείς μας, νομίζω, δεν θα μπορούσε τότε να προβλέψει τη σημερινή κατάντια.
Δεν φιλοδοξώ να προσφέρω κάποια αναλυτική και εμβριθή εξήγηση αυτής της κατάστασης. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμιά αμφιβολία πως η συμμετοχή στην κυβέρνηση Πρόντι, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, υπήρξε παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στην καταστροφή της ιταλικής ριζοσπαστικής αριστεράς. Τα τελευταία χρόνια, η περιθωριοποίηση της αριστεράς υπήρξε πολύ συχνά παρακολούθημα εξαιρετικά «εμπνευσμένων» εγχειρημάτων διακυβέρνησης. Στην περίπτωση της Ιταλίας το πράγμα έφθασε στο ακραίο του όριο. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που η κρίση να μην ευνοεί πλέον τις ρητά ταξικές, αλλά τις πιο φλου έως αντιπολιτικές, δυνάμεις της αντίστασης. Η συμμετοχή στην κυβέρνηση Πρόντι –στο όνομα του μικρότερου κακού έναντι του Μπερλουσκόνι- έκανε τη ιταλική ριζοσπαστική αριστερά μέρος του συστήματος, με αποτέλεσμα η αντισυστημική ψήφος να μην μπορεί να εκφραστεί από την ίδια ακριβώς τη στιγμή που η ζήτηση για αντισυστημικές πολιτικές αυξάνονταν ραγδαία.
Ξέρω πως πολλοί θα υποστηρίξουν πως δεν είναι μόνο αυτό. Από τότε μέχρι σήμερα μεσολάβησαν πολλά. Μεταξύ αυτών και μια νέα διάσπαση της ιταλικής κομμουνιστικής αριστεράς. Ή άλλες πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες καθόρισαν τη σημερινή κατάσταση. Δεν έχω αντίρρηση. Μόνο που όλα αυτά είναι άμεσα συνδεδεμένα με εκείνο το πρώτο «αμάρτημα». Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που ακόμη και στις τελευταίες εκλογές θεώρησαν καλό να πάνε «μετωπικά», με ένα δικαστικό μπροστά και με προμετωπίδα τα ζητήματα της κάθαρσης!
Ανεξήγητο; Όχι, στο μέτρο που, πολλές φορές στην ιστορία, για να αναιρεθεί μια εσφαλμένη κίνηση απαιτούνται χιλιάδες «σωστές».
Κι αυτό είναι ένα μάθημα και για τη δική μας ριζοσπαστική αριστερά. Μ’ όλο που τα πράγματα εδώ έχουν εξελιχθεί πολύ διαφορετικά μπορεί να αρκέσει μια «παρασπονδία» για να αναστραφεί η τάση. Ας θυμόμαστε: η εμμονή στο ριζοσπαστισμό, στην κεντρικότητα του κοινωνικού ζητήματος, σε αντιδημοφιλείς, πολλές φορές, αλλά αξιακά σταθερές επιλογές δεν βλάπτει ποτέ.
Έγραφε η Τόνια Τσίτσοβιτς, που βρέθηκε στην Ιταλία την προεκλογική περίοδο: «Στο μυαλό μου θα μείνει για πάντα χαραγμένη η εικόνα των λιγοστών συντρόφων στην πανέμορφη πλακόστρωτη πλατεία του Τόντι, να τρέμουν από το κρύο, μέσα στην ομίχλη, και να μένουν εκεί, για να ακούσουν και να πουν λόγια αλληλεγγύης, τις ξεχασμένες κουβέντες του ταξικού αγώνα και της κοινωνικής δικαιοσύνης» (Εποχή, 3 Μαρτίου).
Ας ελπίσουμε –τι άλλο μπορούμε να κάνουμε, άλλωστε, έτσι που ήρθαν τα πράγματα- πως οι κομμουνιστές στη γειτονική χώρα δεν θα πληρώσουν τον τρόπο που πολιτεύτηκαν με οριστική εξαφάνιση. Οι επιπτώσεις από κάτι τέτοιο, όπως προείπα, θα ήταν πολύ βαριές για το σύνολο της ευρωπαϊκής αριστεράς.