Σε ένα πρόσφατο κείμενό του (Χ. Λάσκος, 22/2, ‘Ο Μαρξ, ο Κέυνς και η Ελλάδα’1), ο Χρήστος Λάσκος επιχειρεί να συγκρίνει τις μαρξιστικές και κευνσιανές αναλύσεις σχετικά με την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση. Μιας και κατά την άποψή μου η ανάλυσή του δεν έχει σχέση ούτε με τον Κέυνς, αλλά ούτε και με τον Μαρξ, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να ανοίξει μια συζήτηση γύρω από το θέμα.
Κατ αρχήν ο Λάσκος επιχειρεί να αποδομήσει τον Κευνσιανισμό κάνοντας αναφορά στους Stiglitz και Krugman, τους δυο πιο σημαντικούς εκπροσώπους των Νεοκευνσιανών. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα ρεύμα σκέψης που επί της ουσίας δεν είναι τίποτε άλλο από μια νεοκλασσική προσέγγιση εμπλουτισμένη με ορισμένα από τα πιο συντηρητικά στοιχεία των σχημάτων του Κέυνς (η Joan Robinson το ονόμαζε μπασταρδεμένο Κευνσιανισμό). Έτσι, επειδή με όρους αποτελεσματικότητας έχει σημασία όταν κάνουμε κριτική να την κάνουμε σωστά, ο Λάσκος θα ώφειλε να έχει εστιάσει στο έργο του ίδιου του Κέυνς (το οποίο όπως θα εξηγήσω παρακάτω φαίνεται να αγνοεί) και στο πραγματικά ετερόδοξο κομμάτι των Μετακευνσιανών οικονομολόγων (π.χ. Robinson, Minsky, Davidson).
Στην ουσία του ζητήματος, ο Λάσκος γράφει ότι κατά τον Κευνς κινητήριος μοχλός της οικονομίας είναι η κατανάλωση, σε αντίθεση με το Μαρξ που θεωρεί την επένδυση οδηγό της οικονομίας. Αυτός ο ισχυρισμός απλά δεν ισχύει. Όπως και κατά τον Μαρξ, έτσι και κατά τον Κευνς η επενδυτική δραστηριότητα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας, ενώ η κατανάλωση είναι το πιο παθητικό κομμάτι αυτού που ο Κευνς ονομάζει effective demand. Αυτό όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό από το να απαξιώσει κανείς τη σημασία της καταναλωτικής δύναμης στη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Ο ίδιος ο Μαρξ αναφέρεται στην έλλειψη επαρκούς καταναλωτικής ζήτησης (και άρα στην αδυναμία των καπιταλιστών να μετατρέψουν την υπεραξία που έχουν καρπωθεί σε κέρδη) ως μια πιθανή αιτία οικονομικής κρίσης. Μάλιστα υπάρχει και μια ολόκληρη σχολή μαρξιστικής σκέψης που αναπτύσσεται γύρω από αυτό το επιχείρημα (κύριοι εκφραστές της είναι αρχικά η Roza Luxemburg, και πιο πρόσφατα οι Baran και Sweezy). Αυτό που μάλλον δεν θα περίμενε ο Λάσκος, είναι όταν ο Κέυνς κάνει κριτική στη σχολή της Luxemburg με βάση το επιχείρημα ότι δίνουν υπερβολική βαρύτητα στη σημασία της κατανάλωσης, αγνοώντας έτσι το ρόλο της επένδυσης (βλ. Keynes [1936] 1973: 324- 326).
Όσο αφορά το ρόλο των μισθών, ο Λάσκος φαίνεται να απορεί που οι κευνσιανοί οικονομολόγοι δεν καταλαβαίνουν το στοιχειώδες (κατ’ αυτόν), ότι δηλαδή η αύξηση τους οδηγεί στη μείωση των κερδών. Δυστυχώς όμως για το Λάσκο η αντίληψή του δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον Μάρξ, ούτε με τον Κέυνς. Αντίθετα είναι πλήρως ταυτόσημη με αυτή των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων που δεν βλέπουν τους μισθούς ως τίποτε άλλο παρά ως λειτουργικό κόστος για την επιχείρηση. Για τους Μαρξ και Κέυνς όμως οι μισθοί εκτός από λειτουργικό κόστος αποτελούν και κύρια πηγή αγοραστικής δύναμης. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει, όπως νομίζει ο Λάσκος, ότι οι καπιταλιστές θα έπρεπε να σταματήσουν να επιδιώκουν τη συμπίεση του μισθολογικού τους κόστους και να σκεφτούν με όρους μακροοικονομίας. Αντίθετα, εδώ έχουμε μια από της κύριες αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ότι δηλαδή, με βάση το διπλό ρόλο των μισθών, το ιδανικό σενάριο για κάθε καπιταλιστή θα ήταν αυτός να δίνει τους χαμηλότερους δυνατούς μισθούς στους εργάτες του, και όλοι οι υπόλοιποι καπιταλιστές να προσφέρουν υψηλούς μισθούς στους δικούς τους εργάτες, ώστε να μπορούν να αγοράζουν τα εμπορεύματα του πρώτου. Έχοντας λοιπόν εδώ μια περίπτωση που με όρους θεωρίας παιγνίων θα θύμιζε το δίλλημα του φυλακισμένου, όλοι οι καπιταλιστές μαζί καταλήγουν με όρους ταξικού συμφέροντος να συμπιέζουν τους μισθούς των εργατών τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα υποκατανάλωσης συνολικά για την οικονομία.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κεφάλαιο επιχειρεί να βρει εναλλακτικές διεξόδους που θα του εξασφαλίσουν και την πίττα ολόκληρη, αλλά και το σκύλο χορτάτο. Τέτοια περίπτωση είναι το φαινόμενο του financialization, όπως αναπτύχθηκε κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Έτσι, με την επέκταση της καταναλωτικής πίστης (πιστωτικές κάρτες, διακοποδάνεια κλπ.) τα τελευταία χρόνια οι καπιταλιστές κατάφεραν να υπερβούν προσωρινά το πρόβλημα της υποκατανάλωσης που διαφορετικά θα επικρατούσε λόγω της φθίνουσας πορείας των μισθών. Όμως εδώ η λέξη κλειδί είναι ‘προσωρινά’, καθώς η επέκταση της πίστης δεν είναι τίποτε άλλο από συσσώρευση χρέους (ταυτολογία), η οποία καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην κρίση.
Όσο αφορά το αν ο Μαρξ με τον Κέυνς συγκλίνουν ή αποκλίνουν, η άποψη μου είναι ότι υπάρχει κοινός τόπος στις δύο θεωρίες, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν και θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο παραδόσεων. Η βασική μεθοδολογική σύγκλιση μεταξύ των δύο θεωριών έγκειται στο ότι και οι δύο βλέπουν τον καπιταλισμό ως ένα δυναμικό σύστημα, με το στοιχείο της κρίσης να είναι έμφυτο στον τρόπο λειτουργίας του. Με άλλα λόγια και ο Μάρξ αλλά και ο Κέυνς θεωρούν τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα ανορθολογικό. Η διαφορά είναι ότι ο Μαρξ εκτός από ανορθολογικό, τον θεωρεί και εκ φύσεως συνδεδεμένο με την ταξική εκμετάλλευση και αποξένωση.
Κατά συνέπεια μπορούμε να πούμε πως αν αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να καταλάβουμε την οικονομική πραγματικότητα γύρω μας και να σχεδιάσουμε πολιτικές που να εξασφαλίζουν μια κάποια αξιοπρέπεια για την κοινωνία (π.χ. κοινωνικό κράτος, βασικός μισθός, εργατική νομοθεσία κλπ), τότε μας χρειάζεται και ο Μάρξ και ο Κέυνς. Από την άλλη στο βαθμό που επιδιώκουμε και παλεύουμε για την κοινωνική απελευθέρωση και την κομμουνιστική κοινωνία, όπου ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος να αναπτύξει τη συνείδηση και τη δημιουργικότητά του, χωρίς αυτές να συνθλίβονται μέσα από εκμεταλλευτικές ταξικές σχέσεις, τότε χρειαζόμαστε τον Μαρξ. Και κατά τα λοιπά την πράξη.
* Στέφανος Ιωάννου, Μέλος Νεολαίας ΣΥΝ και διδακτορικός φοιτητής Πολιτικής Οικονομίας
Αναφορές:
Keynes J. M. (1936), ‘The General Theory of Employment, Interest and Money’, Cambridge: Cambridge University Press, 1973.
Υποσημειώσεις: