Το μνημόνιο επιβάλλει την άμεση ενεργειακή διασύνδεση της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα

 

του Μανόλη Ντουντουνάκη*
 
Τα μνημόνια δεν εξαιρούν τίποτα. Και βέβαια η ενέργεια είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο και ένα ξεχωριστό μνημόνιο. Το ενεργειακό μνημόνιο προβλέπει τη διεύρυνση της συμμετοχής των ιδιωτών στην Ενέργεια με την είσοδό τους στα δίκτυα ηλεκτρισμού και την αύξηση της συμμετοχής τους στην ηλεκτροπαραγωγή. Επίσης, επιβάλλει την υποχρέωση να καταρτιστεί μελέτη, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2012, για τη διασύνδεση της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα,  η οποία θα αποτελέσει τον οδικό χάρτη με ρητά χρονοδιαγράμματα και εκτίμηση κόστους. Ένας από τους βασικούς στόχους της τρόικας είναι να κάνει το σύστημα ηλεκτρισμού πιο οικονομικό. Υπολογίζεται ότι περίπου το μισό κόστος των ΥΚΩ (Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας) για τα μη διασυνδεμένα νησιά κατευθύνεται για την κάλυψη των αναγκών της Κρήτης. Σε πρόσφατη μελέτη προβλέπεται εναλλακτικά διασύνδεση, είτε στο μελλοντικό ΚΥΤ Μεγαλόπολης, είτε σε ΚΥΤ της Αττικής, ενώ για την πλήρη εξασφάλιση του νησιού και την πλήρη παύση λειτουργίας των τοπικών συμβατικών σταθμών, θα πρέπει να υλοποιηθεί η διασύνδεση και στα δύο ανωτέρω σημεία του Ηπειρωτικού Συστήματος. Βασικός παράγοντας για τον τελικό σχεδιασμό της διασύνδεσης αποτελεί το σύνολο της ισχύος των επενδύσεων ΑΠΕ που δύνανται να εγκατασταθούν στο νησί. Θα ακολουθήσει η εκπόνηση πλήθους ειδικών μελετών για την περαιτέρω διερεύνηση των τεχνικών και άλλων προβλημάτων που συνδέονται με τη χάραξη της διαδρομής του υποβρύχιου καλωδίου, τη χωροθέτηση των «σημείων σύνδεσης» (υποσταθμών) κλπ, προκειμένου να αποφασισθεί ο τελικός λεπτομερής τρόπος διασύνδεσης. Την υλοποίηση της διασύνδεσης θα αναλάβει είτε ο Κύριος του Συστήματος, είτε ιδιώτες επενδυτές ΑΠΕ, που έχουν λάβει ή θα λάβουν σχετικές άδειες παραγωγής. Παρόλο που οι ενεργειακές ανάγκες του νησιού δεν ξεπερνούν τα 750 MW έχουν δοθεί άδειες παραγωγής ή εκκρεμεί η αξιολόγηση αιτήσεων, για σταθμούς Α.Π.Ε. ισχύος 6.500 MW. Είναι προφανές ότι στόχος δεν είναι να γίνει η Κρήτη «πράσινο νησί» αλλά να δημιουργηθεί μια μεγάλη αγορά ενέργειας από Α.Π.Ε. (και εξαγοράς ρύπων) από τέσσερις – πέντε κυρίαρχες εταιρείες, που επενδύουν συγχρόνως στα ορυκτά καύσιμα και στην πυρηνική ενέργεια. Είναι ορατός ο κίνδυνος πρόκλησης από τα μεγάλης κλίμακας συστήματα των ΑΠΕ ανάλογων με τα συμβατικά αρνητικών αποτελεσμάτων στην κοινωνία και στο περιβάλλον.
 
Η Κρήτη αναπόφευκτα θα κινηθεί προς την αξιοποίηση της αιολικής και ηλιακής ενέργειας. Συνεπώς ο τρόπος μετάβασης είναι κρίσιμος και πρέπει να διασφαλιστεί ότι δεν θα βρεθούμε σε λίγα χρόνια με «πράσινες Πτολεμαϊδες». Η πλειονότητα των  Φορέων – Επιμελητηρίων – ΟΤΑ του νησιού έχουν τοποθετηθεί ενάντια στην άναρχη ανάπτυξη των Α.Π.Ε. στην Κρήτη ενώ πάμπολλοι φορείς -άτομα προσέφυγαν ομαδικά  στο ΣτΕ ενάντια στις ΒΑΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό είμαστε εναντια του να γίνει η Κρήτη ένα εργοστάσιο παραγωγής Ενέργειας από ΑΠΕ υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων, των Ανωνύμων Εταιρειών και εις βάρος του Πρωτογενή τομέα, του Τουρισμού, του Πολιτισμού και του Περιβάλλοντος και εναντια της καλωδιακής σύνδεσης της Κρήτης όπως σήμερα προτείνεται, γιατί μόνο ιδιωτικά συμφέροντα θα εξυπηρετήσει αφού εμείς γεμίσουμε ανεμογεννήτριες και καθρέπτες.  Είναι προφανές, ότι ο όποιος ενεργειακός σχεδιασμός σήμερα γίνεται, είναι για να εξυπηρετήσει μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Οι συνέπειες αυτής της στρατηγικής τόσο για το δημόσιο συμφέρον όσο και για την ορθολογική ανάπτυξη του ενεργειακού κλάδου είναι τεράστιες. Με άλλα λόγια, η ηλιακή και αιολική ενέργεια θα αλλάξουν ελάχιστα τη σχέση μας με το περιβάλλον όσο η ανάπτυξή τους συνεχίζει να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από πολυεθνικές εταιρείες, τεχνοκρατικές ιδεολογίες και γραφειοκρατικές πολιτικές δομές.
 
Η ενέργεια είναι κοινωνικό αγαθό το οποίο πρέπει να προσφέρεται στους πολίτες με οικονομικά συμφέροντες όρους και με τρόπο φιλικό στο περιβάλλον. Στη σημερινή Ελλάδα πρέπει να προτάξουμε την ανάγκη εκπόνησης εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού, αυτάρκειας, με κεντρικούς άξονες, την ενεργειακή ασφάλεια, την εξοικονόμηση ενέργειας, τη μείωση της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα και την ενίσχυση της διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας υπό δημόσιο σχεδιασμό και έλεγχο. Η εγκατάσταση ανανεώσιμων τεχνολογιών στην Ελλάδα είναι μόνο εν μέρει μια ιστορία με ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά πλαίσια. Στην πραγματικότητα, οφείλει να είναι μια ιστορία κοινωνικής δικαιοσύνης, βιώσιμων κοινοτήτων, και συμμετοχικών τεχνολογικών πολιτικών. Όλα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην άμβλυνση των συνεπειών της κρίσης και την προώθηση ενός νέου, κοινωνικά δίκαιου και οικονομικά βιώσιμου αναπτυξιακού μοντέλου που θα οδηγήσει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Γίνεται, τέλος εμφανής η ανάγκη για τη δημιουργία κινημάτων πολιτών τα οποία να καταφέρουν να εμπλέξουν ενεργά τους πολίτες στην ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα.
 
*Ο Μανόλης Ντουντουνάκης είναι ΜΔΕ Ηλεκτρολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό Πολυτεχνείου Κρήτης και Μέλος Διοικούσας Επιτροπής ΠΣΔΜΗ Παράρτημα ΧΑΝΙΩΝ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Χρυσή Αυγή:Θα επισκεφτούμε σχολεία στις 17 Νοέμβρη

Αύριο η συνεδρίαση της Κ.Ο της ΝΔ