«Γόμορρα» (χωρίς το ερωτηματικό) είναι ο τίτλος του βραβευμένου βιβλίου του Ρομπέρτο Σαβιάνο (μετάφραση: Μ. Οικονομίδου, Πατάκης 2008) στο οποίο βασίστηκε μια επίσης βραβευμένη ταινία. Θέμα του οι πρακτικές της Ναπολιτάνικης Καμόρρα. Το βιβλίο είναι συγκλονιστικό γιατί αποκαλύπτει εκ των έσω το πώς το λεγόμενο οργανωμένο έγκλημα διεισδύει παντού όπου υπάρχει πεδίο υψηλής κερδοφορίας και οργανώνει αδίστακτα τις διασυνδέσεις και τις διαπλοκές του προς πάσα κατεύθυνση. Μια ολόκληρη αυτοκρατορία. Ο συγγραφέας του βιβλίου ευλόγως βρίσκεται υπό μόνιμη αστυνομική προστασία.
Πέρα από τη φρίκη, πέρα από τη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος μας υπόκειται σε δυνάμεις που καθορίζουν αόρατα μεγάλο μέρος της μοίρας του, το βιβλίο θέτει εμμέσως ένα ερώτημα που αφορά ευθέως εμάς. Γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει Καμόρρα ή Μαφία ή Ντραγκέτα; Γιατί ακούμε μόνο για «υπόκοσμο» ή «κυκλώματα της νύχτας», ανώνυμα και αδιαφοροποίητα; Ή μόνο για μεμονωμένους «σεσημασμένους κακοποιούς», κάποιοι από τους οποίους γίνονται έως και λαϊκοί ήρωες;
Η απάντηση προκύπτει αν αναλογιστούμε κάτι που αναδεικνύει με τον τρόπο του το βιβλίο του Σαβιάνο. Στη γειτονική Ιταλία το κράτος πολεμά την Καμόρρα ή τη Μαφία ή την Ντραγκέτα. Σίγουρα ατελώς, με απώλειες, αναγκασμένο να προβαίνει κατά καιρούς σε επιχειρήσεις αυτοκάθαρσης. Αλλά όντως την πολεμά, με ειδικούς θεσμούς και ειδικούς λειτουργούς, πραγματικά πυρά, δυνάμεις που κερδίζουν εδώ ή εκεί σημαντικές μάχες. Στις ιταλικές φυλακές εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης αρκετοί «νονοί».
Διακινδυνεύοντας την υπερβολή, θα ισχυριζόμουν ότι τέτοια μάχη δεν διεξάγεται στην Ελλάδα, όχι γιατί δεν υπάρχει εδώ το ανάλογο της Καμόρρα, της Μαφίας ή της Ντραγκέτα, όχι γιατί ζούμε σε έναν ειδυλλιακό από αυτήν την άποψη τόπο, αλλά αντίθετα γιατί η καθ’ ημάς αντίστοιχη αλλά ανώνυμη οργάνωση έχει ήδη καταλάβει σιωπηλά ολόκληρο το κράτος και τους θεσμούς του.
Υπερβολή; Ίσως ναι. Αλλά ίσως και όχι. Ας αναλογιστούμε αυτά που ξέρουμε από την ιστορία και ας προσπαθήσουμε να τα συνδέσουμε, τουλάχιστον ως υπόθεση εργασίας, με αυτά που βλέπουν τα φώτα της δημοσιότητας στις μέρες μας. Γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μέχρι τη δικτατορία λειτουργούσε το λεγόμενο «παρακράτος». Γνωρίζουμε ότι με τη δικτατορία τμήμα του «παρακράτους» ανέλαβε σχεδόν φανερά τη διακυβέρνηση της χώρας. Γνωρίζουμε ότι, επειδή η δικτατορία θεωρήθηκε «στιγμιαίο» αδίκημα, η λεγόμενη «αποχουντοποίηση» άγγιξε λίγους μόνον τομείς και αυτούς πολύ ατελώς. Από ‘κει και πέρα, μπορούμε να εικάσουμε βάσιμα ότι, μετά τη μεταπολίτευση, το «παρακράτος» δεν εξαφανίστηκε ως διά μαγείας, αλλά κάπως αποτραβήχτηκε και μετασχηματίστηκε σε «βαθύ κράτος». Έτσι, με βάση αυτά που είδαμε και κυρίως αυτά που δεν είδαμε, μπορούμε να εικάσουμε βάσιμα ότι όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις αποκατέστησαν ένα modus vivendi μαζί του, γιατί, βέβαια, με τέτοιες παγιωμένες δομές, το «πολιτικό κόστος» της αναμέτρησης θα ήταν δυσβάσταχτο, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιες δομές εξασφάλιζαν με το αζημίωτο σταθερά πελατειακά δίκτυα.
Τα παραπάνω μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι τα διάφορα «σκάνδαλα» που «αποκαλύφθηκαν» δεν είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Η Ζήμενς, το Βατοπέδι, οι τηλεφωνικές υποκλοπές, τα πανεπιστημιακά συγγράμματα, τα δομημένα ομόλογα, η κασέτα του Ζαχόπουλου και οι δημοσιογράφοι που την είδαν ή δεν την είδαν, τα εξοπλιστικά προγράμματα, το «παραδικαστικό κύκλωμα», οι τοκογλύφοι της Θεσσαλονίκης, το λαθρεμπόριο καυσίμων και το εν γένει λαθρεμπόριο, οι οικονομικές «ατασθαλίες» σε δήμους και νομαρχίες, οι λογής μεσάζοντες και κρυφοί εκβιαστές, οι βαρυποινίτες που δραπετεύουν σαν κύριοι, οι στημένοι ποδοσφαιρικοί αγώνες και το ντόπινγκ, εμπλέκουν σχεδόν αξεδιάλυτα αθλητικούς παράγοντες, ιδιοκτήτες ομάδων και κορυφές του οικονομικού βίου, φυλακισμένους, φύλακες και κυκλώματα προστασίας, αστυνομικούς και δικαστές, ελέγχοντες και ελεγχόμενους, δημοσιογράφους και κομματικά στελέχη, βουλευτές και υπουργούς. Και όλα αυτά ενόσω το ίδιο το Σύνταγμα σχεδόν εξασφαλίζει το ακαταδίωκτο σε υπουργούς και ενόσω η βουλευτική ασυλία αίρεται με το σταγονόμετρο και σχεδόν ποτέ για «υποθέσεις» αυτού του τύπου. Εντέλει, το κόκκαλο κατορθώνει πάντα να ξεφεύγει από ό,τι παριστάνει το μαχαίρι.
Τα παραπάνω δεν συνιστούν απλώς «δυσλειτουργίες». Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι καπιταλισμός εν πολλοίς κρατικοδίαιτος. «Εθνικοί εργολάβοι» και υπεργολάβοι κάθε είδους, ιδιοκτήτες ΜΜΕ, τραπεζίτες, εκείνοι που διαχειρίζονται «προβληματικές επιχειρήσεις», ασφαλιστικά ταμεία, ΔΕΚΟ ή ιδιωτικές επιχειρήσεις με κύριο πελάτη το κράτος, αντλούν δημόσιο χρήμα περίπου χωρίς κανόνες ή όρια, το διανέμουν κατάλληλα μεταξύ τους και ανταποδίδουν τα οφειλόμενα με ασύμμετρες παροχές και μέσω των αρμόδιων κρίκων του βαθέως κράτους. Πρόκειται για σύστημα σχέσεων που μπορεί μεν να μην υπόκειται σε κάποιο καθοδηγητικό κέντρο, αλλά μολαταύτα λειτουργεί ως εάν να υπόκειται. Η αγαστή σύμπνοια με την οποία οργανώνουν τον δημόσιο λόγο τα ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ φαίνεται σαν να υπακούει χωρίς ταλαντεύσεις ή παρατράγουδα στην ημερήσια διαταγή που εκδίδει κάποιο αρμόδιο επιτελικό όργανο. Σε τι διαφέρει η λειτουργία της Καμόρρα, της Μαφίας ή της Ντραγκέτα;
Ας μείνει το ερώτημα ανοιχτό. Ούτως ή άλλως αυτά και άλλα πολλά δείχνουν ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει πολλή και βαριά δουλειά να κάνει…
Πηγή: Η Αυγή