Χα-Τζουν Τσανγκ, 23 αλήθειες που δεν μας λένε για τον καπιταλισμό (πρόλογος: Γιώργος Καλπαδάκης, μετάφραση: Τάσος Σαμουηλίδης), Καστανιώτης, Αθήνα 2011, σσ: 350
Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
Από την επομένη κιόλας των εκλογών, και καθώς τα αδιέξοδα στην οικονομία προϊδεάζουν καθημερινά για το επερχόμενο κραχ, είδαμε να δικαιώνονται όσοι προειδοποιούσαν ότι η αντιμεταναστευτική πολιτική δεν ήταν προεκλογικό τρυκ, αλλά βασική παράμετρος της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Υπό το πρίσμα αυτό μπορούν να κατανοηθούν, τόσο οι τελευταίας εσοδείας διαβεβαιώσεις του Νίκου Δένδια για ενίσχυση των συνόρων, όσο και η πρόσφατη δήλωση του Σπύρου Λουκούδη, βουλευτή και γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜΑΡ, ότι “η πατρίδα του δεν μπορεί να γίνει στέγη όλων των δυστυχισμένων του πλανήτη” (ρ/σ 9.84, 15.7.2012).
Τι το παράλογο έχουν, όμως όλα αυτά; Δεν είναι άραγε αυτονόητο ότι η ελληνική αγορά εργασίας και οι υπό κατάρρευση κοινωνικές δομές, είναι αδύνατο να υποδεχτούν εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς να τιναχτεί στον αέρα η κοινωνική συνοχή;
Στις 23 αλήθειες, που εκδόθηκαν στα ελληνικά πέρσι τέτοιον καιρό, ο νοτιοκορεάτης οικονομολόγος Χα-Τζουν Τσανγκ, συνεργάτης του Guardian και “πιθανώς ο αποτελεσματικότερος επικριτής της παγκοσμιοποίησης”, σύμφωνα με τους Financial Times, μας ζητά να δούμε τη μεταναστευτική πολιτική ως μέρος της οικονομικής πολιτικής – ως μια ακόμα κρατική παρέμβαση στην αγορά εργασίας, που επιβεβαιώνει ότι ελεύθερη αγορά …απλώς δεν υπάρχει.
“Τα ημερομίσθια στις πλούσεις χώρες”, γράφει ο Τσανγκ, “καθορίζονται πάνω απ΄ όλα, περισσότερο και από τη νομοθεσία περί κατώτατων ημερομισθίων, από τον έλεγχο της μετανάστευσης” (σ. 38). Η όποια ελευθερία της αγοράς, λοιπόν, δεν είναι επιστημονικά καθορισμένη, αλλά έχει να κάνει με το βαθμό στον οποίο οι ρυθμίσεις της -και μεταξύ αυτών, η “ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών”- γίνονται αποδεκτές ως αυτονόητες· σε τελική ανάλυση, μας λέει ο συγγραφέας, η ελευθερία της αγοράς είναι τόσο υποκειμενική όσο και η ομορφιά.
“Ενώ παραπονιούνται για τη νομοθεσία για τα κατώτατα ημερομίσθια, το ωράριο εργασίας και τα διάφορα ΄τεχνητά΄ εμπόδια που βάζουν στην αγορά εργασίας τα συνδικαλιστικά σωματεία”, συνεχίζει ο Τσανγκ, “ελάχιστοι οικονομολόγοι αναφέρουν τον έλεγχο της μετανάστευσης ως έναν από τους απεχθείς εκείνους περιορισμούς που παρεμποδίζουν την ελεύθερη αγορά εργασίας. Αν, όμως, θέλουν να είναι συνεπείς στις αρχές τους, θα πρέπει επίσης να υποστηρίζουν την ελεύθερη μετανάστευση. Το γεγονός ότι ελάχιστοι κάνουν κάτι τέτοιο αποδεικνύει ότι τα όρια της αγοράς είναι πολιτικά καθορισμένα και ότι οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς είναι εξίσου πολιτικοποιημένοι με όσους επιθυμούν την κανονιστική ρύθμιση των αγορών” (σ. 62).
Η πολιτική αρχών, βεβαίως, ουδέποτε υπήρξε το κύριο μέλημα των νεοφιλελεύθερων, όπως γνωρίζουμε κι από άλλες περιπτώσεις. Ταυτίζοντας έτσι τη “λαθρομετανάστευση” με το οργανωμένο έγκλημα, τη δε μεταναστευτική πολιτική με την καταστολή εγκληματιών (αυτό μαρτυρά, μεταξύ άλλων, η προ ετών ίδρυση του “Τμήματος Δίωξης Λαθρομεταναστών”), οι ίδιοι διασώζουν το μόνο είδος κρατικής παρέμβασης υπέρ της εργασίας που τους είναι νοητό – επιδιώκοντας να κερδίσουν μέσω αυτού τη συναίνεση που χάνουν στο έδαφος της “κυρίως” οικονομικής πολιτικής. Για να το δούμε και στα καθ΄ ημας: η ΔΗΜΑΡ μπορεί με ευκολία να καταγγέλλει τη ρατσιστική βία ή τα απεχθή αστεία της Παπαχρήστου στο τουίτερ, αποδεικνύεται ωστόσο εξίσου εύκολη σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των συνόρων και την ένταση του θεσμικού ρατσισμού. Με τον τρόπο αυτό, αποπολιτικοποιώντας δηλαδή τη μεταναστευτική πολιτική, επιδιώκει ό,τι και οι άλλοι διαχειριστές του αδιεξόδου: τη σύναψη κοινωνικών συμμαχιών στο μόνο πεδίο που αυτές είναι πια δυνατές, στο πεδίο δηλαδή της διαχείρισης του φόβου.
Με ένα σμπάρο, όμως, δυο τρυγόνια: με τα παραπάνω να θριαμβεύουν ως αυτονόητα, η αποσύνθεση του κράτους πρόνοιας γίνεται η άλλη όψη της υπερ-”εθνικοποίησής” του, και μαζί της ανασύνθεσης του κράτους καταστολής, ενώ από την άλλη πλευρά, ως κοινωνική πολιτική (και δη πολιτική προστασίας της εργασίας…) αναγορεύεται η κάθε πιθανή διαίρεση της εργασίας, με πρώτη την εθνική, αλλά και η απαγόρευση της οργάνωσής της “για τον εαυτό της” – η απαγόρευση δηλαδή της πολιτικοποίησης του “απλώς οικονομικού”. H πρόσφατη επέμβαση των ΜΑΤ στη Χαλυβουργία ήταν μόνο το τελευταίο παράδειγμα.
Αντισυνδικαλισμός και αυταρχισμός από τη μια, αυταρχισμός και προνοιακός σωβινισμός από την άλλη: το κράτος προπορεύεται, η ναζιστική ακροδεξιά ακολουθεί και “ριζοσπαστικοποιεί”. Ο αποκλεισμός των “ξένων” από τα κοινωνικά δικαιώματα –από τις δηλώσεις Λοβέρδου για τα νοσοκομεία μέχρι αυτές του Σαμαρά για τους παιδικούς σταθμόυς– γίνεται προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, και η συζήτηση για την κατάρρευση των υφιστάμενων δομών οφείλει να κλείσει· το ίδιο ακριβώς συμβαίνει εξάλλου και με την καταστολή του “παραεμπορίου”, που εφαρμόζεται ως βασικό μέτρο ανακούφισης των καταχρεωμένων εμπόρων, εξαφανίζοντας μαγικά από το προσκήνιο τις αιτίες παράλυσης της αγοράς.
Μένει ένα ακόμα βήμα για τη θριαμβευτική αναγωγή του θεσμικού ρατσισμού σε κοινό τόπο της καθημερινόητας – και το βήμα αυτό λέγεται επιλεκτική μετανάστευση. Η Ελλάδα του Σπύρου Λυκούδη δεν μπορεί βεβαίως να γίνει στέγη για όλους τους δυστυχισμένους του πλανήτη, μπορεί όμως –όπως η Γαλλία από τα χρόνια του Σαρκοζί ή η σημερινή Ιταλία του Μόντι– να επωφεληθεί από τους πιο χαρισματικούς. Δεν είναι άραγε αυτονόητο ότι στην περίπτωση των ανθρώπων αυτών επιτρέπεται ένας, έστω συμφεροντολογικός ανθρωπισμός; Ο Τσανγκ το θέτει κάπως διαφορετικά: “Οι πλούσιες χώρες συνδράμουν [έτσι] στην απομύζηση του επιστημονικού δυναμικού από τις αναπυσσόμενες χώρες, αφού διευκολύνουν την εγκατάσταση μεταναστών που διαθέτουν ξεχωριστές ικανότητες στο έδαφός τους. Πρόκειται για ανθρώπους που, αν είχαν παραμείνει στην πατρίδα τους, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη των χωρών τους, σε σύγκριση με τους ανειδίκευτους εργάτες που επιλέγουν το δρόμο της μετανάστευσης” (σ. 64).
Αν κάτι τέτοια δεν είχαν εξοριστεί από το καθημερινό μας λεξιλόγιο, θα τολμούσαμε να σκεφτούμε ότι τα σημερινά αυτονόητα του θεσμικού ρατσισμού και του “δικαιώματος” στη διαλογή μεταναστών, είναι η άλλη όψη του ιμπεριαλισμού της εποχής μας.
Πηγή Rednotebook.gr