Κοντεύουν δύο μήνες από την αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα στην πλατεία Συντάγματος και ο κατάλογος των συμπολιτών μας που δίνουν τέλος στη ζωή τους εξαιτίας της κρίσης δεν έχει σταματήσει. Ένας 30χρονος που πηδά από τον 5ο όροφο του νοσοκομείου Χανίων, μπροστά στα μάτια της γυναίκας του και των υπόλοιπων επισκεπτών. Κανείς δεν το περίμενε. Ακούστηκε ότι μια εβδομάδα νωρίτερα είχε απολυθεί. Ένας 60χρονος που κρεμιέται από δέντρο σε πάρκο της Νίκαιας. Στο σημείωμα που άφησε φαίνεται ότι και σε αυτόν η οικονομική κρίση έδεσε τη θηλιά. Μια εβδομάδα νωρίτερα, ένας γιος πηδά με την 90χρονη μητέρα του από την ταράτσα του σπιτιού του και σκοτώνται και οι δύο. Και οι θάνατοι αυτοί είναι μόνο η καταγραφή τριών ημερών. Δυστυχώς έχουν μεσολαβήσει και άλλες περιπτώσεις που πήραν είτε λιγότερη δημοσιότητα είτε καθόλου.
Μία συζήτηση της Έλλης Ζώτου, με τον Παύλο Πανταζή, επίκουρο καθηγητή Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ με αφορμή τα περιστατικά αυτοκτονιών στην Ελλάδα των μνημονίων για λογαριασμό της εφημερίδας “Αυγή”.
“Ιστορικά η Ελλάδα είχε τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας, 6 αυτοκτονίες ανά 100.000 άτομα τον χρόνο. Τα τελευταία χρόνια όμως αυτό έχει αλλάξει. Τα ακριβή ποσοστά δεν είναι καταγεγραμμένα, ωστόσο ο ίδιος ο Α. Λοβέρδος πριν ένα χρόνο, σε απάντηση σχετικής ερώτησης στη Βουλή, μιλούσε για 40% αύξηση. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι οι αυτοκτονίες γνωρίζουν αύξηση, όμως κάθε αυτοκτονία έχει άλλο υπόβαθρο. Με λίγα λόγια, δεν αυτοκτονεί ο καθένας που βιώνει την οικονομική κρίση. Πρέπει να αποδεχθούμε πως υπάρχει διαφορετικό υπόστρωμα που πυροδοτείται και ορισμένοι άνθρωποι φτάνουν στην αυτοκτονία. Προηγείται η κατάθλιψη, κατάσταση στην οποία πέφτουν όλο και περισσότεροι συνάθρωποί μας. Τα τελευταία 2-3 χρόνια, όπως μαθαίνω από συναδέλφους, η συνταγογράφηση των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων έχει αυξηθεί πάνω από 40%. Δεν είναι μόνο τα προβλήματα ψυχικής υγείας που σχετίζονται με την κρίση. Παρατηρείται αύξηση και σε καρδιολογικά προβλήματα, ακόμα και σε καρκίνους, αλλά τα ακριβή αποτελέσματα θα φανούν μετά από κάποια χρόνια”, τονίζει.
Στην επισήμανση της “Αυγή” της Κυριακής ότι όλο και περισσότερες μελέτες συνδέουν άμεσα την αύξηση στις αυτοκτονίες σε μια χώρα με την αύξηση της ανεργίας, ο Π. Πανταζής απάντα: “Δεν είναι μόνο η αυτοκτονία. Πίσω από τους αριθμούς, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν άνθρωποι. Η απώλεια της εργασίας είναι μια μορφή θρήνου, λέει ένας συνάδελφός μου. Όταν χάνεις τη δουλειά σου, χάνεις ένα βασικό συστατικό της ανθρώπινης υπόστασης”.
Και διευκρινίζει: “Το μεγάλο πρόβλημα στην περίπτωση της αυτοκτονίας είναι πως αντί να επιτεθούμε σε αυτούς που μας αφαιρούν βασικά χαρακτηριστικά της υπόστασής μας, της ζωής μας, εσωτερικεύουμε αυτή την επίθεση και επιτιθέμεθα εναντίον του ίδιου μας του εαυτού. Αν δεν πάω στην αυτοκτονία, θα οδηγηθώ στην κατάθλιψη. Ένας άνθρωπος που χάνει τη δουλειά του, εκτός από το ότι χάνει τον τρόπο να επιβιώσει με υλικούς όρους, χάνει την επαφή του με τους συναδέλφους του, από τον μέχρι χθες κύκλο του, σιγά σιγά απομονώνεται, καταστρέφει τις κοινωνικές του σχέσεις. Επόμενη στροφή μπορεί να είναι η αυτοκαταστροφή”.
Σχετικά με το ποιες ομάδες του πληθυσμού ζητούν πια βοήθεια και ψυχολογική στήριξη, ο Π. Πανταζής είναι απόλυτος: “Μα ο καθημερινός άνθρωπος. Όλοι μας είμαστε ευάλωτοι. Δεν υπάρχει κάποια ομάδα του πληθυσμού που είναι περισσότερο ευάλωτη, υπάρχουν βέβαια και αυτοί που δεν τους επηρεάζει η κρίση καθόλου, αλλά αυτή είναι άλλη κατηγορία. Ίσως τα μεσαία και τα κατώτερα οικονομικά στρώματα, που πλήττονται πιο σφοδρά από την κρίση, αλλά σας είπα, ο καθημερινός άνθρωπος”.
Τρόποι αντίδρασης στη μαζική κοινωνική κατάθλιψη
Η συζήτηση με τον κ. Πανταζή δεν σταματά όμως στο πώς όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας σπρώχνονται στην κατάθλιψη και από εκεί ορισμένοι στην αυτοκτονία, αλλά πώς μπορούμε να αντιδράσουμε. Συγκεκριμένα, μας λέει: “Ορισμένοι περιγράφουν το βίωμα της κρίσης ως ‘μαζική κοινωνική κατάθλιψη’. Δεν φαίνεται να έχουν άδικο, γιατί στις μυλόπετρες της κρίσης πέφτουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού.
Ενώ όμως όλοι συζητάμε τις (και ψυχοκοινωνικές) συνέπειες της κρίσης, ελάχιστα συζητάμε για τους τρόπους αντίδρασης. Η Αριστερά δεν μπορεί (και δεν δικαιούται) να μένει στην περιγραφή ενός φαινομένου. Οφείλει να αναζητήσει τους τρόπους ανατροπής μιας τέτοιας κατάστασης. Χωρίς να θέλουμε να ψυχολογιοποιήσουμε τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, δεν μπορούμε να αφήσουμε έξω από τη συζήτηση τους τρόπους υπέρβασης των ψυχοκοινωνικών δυσκολιών που επισωρεύει η κρίση. Αναντίρρητα η επιδίωξη της κοινωνικής αλλαγής μέσω πολιτικών αγώνων περιμένουμε ότι θα προσδιορίσει και νέες (ελπίζουμε πιο υγιείς) κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, μαζί με τους πολιτικούς αγώνες πρέπει να σκεφτόμαστε και νέες μορφές αυτο-οργάνωσης και αλληλεγγύης (που πολιτικές μορφές αγώνα είναι κι αυτές).
Με λίγα λόγια μπορούμε να μετατρέψουμε την κρίση από καταστροφή σε ευκαιρία για δημιουργική συνειδητοποίηση και επιθυμία για συνειδητή αλλαγή. Να εγκαταλείψουμε την αυτο-υποτίμηση και την επιθετικότητα απέναντι στην υπόλοιπη ομάδα και στον εαυτό μας. Να εγείρουμε την ατομική και συλλογική κριτική μας συνειδητοποίηση. Να μάθουμε να συζητάμε και να μοιραζόμαστε με τους άλλους, να διεκδικήσουμε, να συναντήσουμε κι άλλους ανθρώπους με παρόμοια προβλήματα, να κάνουμε κάτι. Να φτιάξουμε μια νέα αίσθηση του εαυτού και των συλλογικοτήτων στις οποίες ανήκουμε. ‘Να εξετάζουμε κριτικά αυτό που είναι, να προσπαθούμε να συλλάβουμε αυτό που δεν είναι ακόμα, αλλά είναι παρόν στον ορίζοντα του δυνατού. Να αναγνωρίζουμε το δυνατό μέσα στην υπάρχουσα πραγματικότητα, να το κάνουμε ορατό και να το φέρνουμε στη ζωή’.
Μου άρεσε πολύ ένα σύνθημα σε έναν τοίχο στο πανεπιστήμιο: ‘Κανείς μόνος του στην κρίση. Όλοι μαζί!'”.