Ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ κατέθεσε σήμερα για τελευταία φορά σχετικά με τις επιθέσεις του τον Ιούλιο στη Νορβηγία, οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε 77 ανθρώπους.
Χαρακτήρισε τις πολύνεκρες επιθέσεις του «μικρή πράξη βαρβαρότητας που είχαν ως στόχο να εμποδίσουν μια μεγαλύτερη πράξη βαρβαρότητας».
Αφού χαρακτήρισε «απαραίτητο» το μακελειό- μια «μικρή βαρβαρότητα» για να αποφευχθεί μια «μεγαλύτερη», αναφερόμενος προφανώς στην «απειλή της πολυπολιτισμικότητας»- δήλωσε ότι με την βομβιστική επίθεση στο Όσλο δεν σκόπευε να σκοτώσει «πολίτες».
Γι’ αυτό και πρώτη φορά σήμερα ζήτησε «συγγνώμη» από την οικογένεια ενός ιδιοκτήτη παμπ που ήταν ανάμεσα στα 8 θύματα της έκρηξης στα κυβερνητικά γραφεία της πρωτεύουσας και τους αθώους περαστικούς που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν στην βομβιστική επίθεση.
“Δεν ήταν νόμιμοι στόχοι””, τόνισε ο Μπράιβικ για τον έναν από τους νεκρούς και ορισμένους από τους τραυματίες της βομβιστικής επίθεσης κατά την οποία σκοτώθηκαν οχτώ άνθρωποι στο κέντρο του Οσλο.
“Θα ήθελα να ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη, αλλά και να εκφράσω τη λύπη μου γι’ αυτό που τους συνέβη. Σκοπός δεν ήταν να εμπλακούν αθώοι”, τόνισε ο Μπράιβικ, επισημαίνοντας ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν εργαστεί για την κυβέρνηση και δεν ήσαν μέλη πολιτικών κομμάτων.
Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε από τον εισαγγελέα Σβάιν Χόλντεν, ο Μπράιβικ είπε ότι δεν θα ζητήσει συγγνώμη για το θύματα στο νησί Ουτόγια, λέγοντας ότι το νησί είναι ένα «στρατόπεδο πολιτικής κατήχησης». Εξήγησε μάλιστα ότι διάλεξε για να σκοτώσει αυτούς που φαίνονταν περισσότερο «αριστεριστές».
Αφοπλιστική ήταν η απάντηση που φέρεται να έδωσε ο μακελάρης όταν ρωτήθηκε γιατί άφησε έναν από τους άνδρες στην Ουτόγια να ζήσει.
Σύμφωνα με τον Μπρέιβικ, ο εν λόγω άνδρας φαινόταν «δεξιός». «Όταν τον κοίταξα είδα τον εαυτό μου. Νομίζω ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν τον πυροβόλησα» δήλωσε ο 33χρονος, διευκρινίζοντας: «Κάποιοι μοιάζουν πιο αριστεριστές από τους υπόλοιπους».
Συνέκρινε δε τον πόνο που προκάλεσε στις οικογένειες των θυμάτων με τον πόνο που βίωσε ο ίδιος όταν έχασε επαφή με τους φίλους και την οικογένειά του, μετά τις επιθέσεις της 22ας Ιουλίου του 2011.