Οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν με βάση έναν εκλογικό νόμο (π.δ. 96/2007) ο οποίος περιέχει διατάξεις αμφίβολης συνταγματικότητας. Σ’ αυτές συγκαταλέγεται το άρθρο 72 παρ.8 που «θεωρεί», κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι οι πρώην πρωθυπουργοί, εφόσον η κυβέρνησή τους είχε λάβει την εμπιστοσύνη της Βουλής, λαμβάνουν σταυρούς προτίμησης το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων του συνδυασμού όπου μετέχουν σε κάθε (!) επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Με άλλες λέξεις, εάν το κόμμα ενός πρώην πρωθυπουργού λάβει έστω και μία βουλευτική έδρα στην εκλογική περιφέρεια στην οποία είναι αυτός υποψήφιος, τότε η έδρα θα καταληφθεί οπωσδήποτε από εκείνον, κατ’ αποκλεισμό όλων των συνυποψηφίων του.
Στην πραγματικότητα επομένως δεν πρόκειται καν για εκλογή, αλλά για διορισμό του πρώην πρωθυπουργού ως «αριστίνδην» βουλευτή, απευθείας από τον εκλογικό νόμο. Κάθε τέτοιος διορισμός είναι εξ ορισμού αντιδημοκρατικός, αφού εμπεριέχει ένα «αριστοκρατικό» στοιχείο, ενώ ο νόμος εμφανίζεται έτσι να αδιαφορεί για την κρίση των ψηφοφόρων και ειδικότερα για το ενδεχόμενο αυτοί να θέλουν να αποδοκιμάσουν τον βίο και την πολιτεία των πρώην πρωθυπουργών.
Εκτός όμως από αντιδημοκρατική, η διάταξη του άρθρου 72 παρ.8 του εκλογικού νόμου είναι σήμερα πια προκλητική για τη νοημοσύνη του μέσου Ελληνα, αφού με αυτή θα επιβραβευτούν στις προσεχείς εκλογές ως «αριστεύσαντες» οι δύο κληρονομικοί πρωθυπουργοί της περιόδου 2004-2011, οι οποίοι με τις πράξεις και παραλείψεις τους οδήγησαν τη χώρα στη «συντεταγμένη» χρεοκοπία.
Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι η επίμαχη διάταξη του εκλογικού νόμου κρίθηκε κατά πλειοψηφία ως σύμφωνη με το Σύνταγμα με την απόφαση 4/2008 του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Ωστόσο το σκεπτικό της απόφασης εκείνης είναι έωλο, αφού στηρίζεται στην «κυρίαρχη και δεσπόζουσα θέση του πρωθυπουργού στο πολίτευμα της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας». Πρόκειται για εμφανή παρανόηση, διότι κυρίαρχος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, είναι ο ελληνικός λαός στο σύνολό του και όχι οποιοδήποτε μεμονωμένο άτομο.
Η υποκατάσταση του πρωθυπουργού στη θέση του κυρίαρχου λαού παραπέμπει στα ιδεολογήματα του βοναπαρτισμού, ο οποίος ήταν ως γνωστόν μια μορφή δικτατορίας, και όχι σε δημοκρατικό πολίτευμα. Περαιτέρω όμως το σκεπτικό της απόφασης 4/2008 είναι και εκτός θέματος, αφού σημασία σε δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες δεν έχει και δεν πρέπει να έχει το τι ήταν ο καθένας στο παρελθόν, αλλά πόσο τον προτιμούν οι συμπολίτες του την ημέρα των εκλογών.
Είναι πιθανό να δοθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο η ευκαιρία να διορθώσει τη δικαστική αυτή πλάνη, με την υποβολή ένστασης από πρόσωπα που θα έχουν έννομο συμφέρον (δηλαδή οποιονδήποτε εκλογέα των αντίστοιχων περιφερειών) κατά της προδιαγραφόμενης ως βέβαιης «εκλογής»-τοποθέτησης εκ του νόμου των πρωταιτίων της χρεοκοπίας στη νέα Βουλή.
Πέρα και ανεξάρτητα όμως από αυτό, θα αποτελούσε στοιχειώδη επίδειξη δημοκρατικής ευαισθησίας εκ μέρους του κοινοβουλευτικού νομοθέτη η κατάργηση του σκανδαλώδους εκλογικού προνομίου των πρώην πρωθυπουργών.
Πηγή: Έθνος