του Σταύρου Τσακυράκη
Τα ευχάριστα νέα είναι ότι ο κ. Γιάννης Πρετεντέρης δηλώνει ότι είναι με τους καλούς. Τα δυσάρεστα είναι ότι ανακάλυψε πως ο πρωθυπουργός της χώρας κ. Λουκάς Παπαδήμος είναι με τους άλλους, με τους κακούς.
“έχει µείζον πρόβληµα ανταγωνιστικότητας. Ότι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας οφείλεται στο μισθολογικό κόστος. Άρα, οι μισθοί “φούσκωσαν και πρέπει να ξεφουσκώσουν”. Για όλα τα άλλα εµπόδια στην ανταγωνιστικότητα της χώρας ο πρωθυπουργός δεν είπε λέξη. ∆εν προσφέρθηκε να µειώσει τη φορολογία των επιχειρήσεων ούτε να βελτιώσει το επιχειρηµατικό περιβάλλον µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Άρα, µπορώ να υποθέσω ότι η συνεισφορά του στον εθνικό διάλογο αφορά κυρίως την περικοπή των µισθών. ∆εν ξέρω τι διαφορετικό υποστηρίζει ο πρόεδρος του ΣΕΒ…”
Φυσικά ο κ. Παπαδήμος δεν είπε ποτέ ότι οι μισθοί «φούσκωσαν και πρέπει να ξεφουσκώσουν». Τα εισαγωγικά μάλλον υποδηλώνουν αυτό που κατάλαβε ο δημοσιογράφος και το απέδωσε στην δική του γλώσσα. Ασήμαντη ανακρίβεια, θα πείτε, μολονότι τα εισαγωγικά σημαίνουν κατά λέξη απόδοση. Αλλά υπάρχει και ανακρίβεια ουσίας. Ο Παπαδήμος μπορεί να μη γνωρίζει τα οικονομικά τόσο καλά όσο ο Πρετεντέρης, αλλά ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα το είχε ακούσει. Η σχετική δήλωσή του είναι η εξής:
“Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το μη μισθολογικό κόστος παραγωγής, όπως προσδιορίζεται από τις ασφαλιστικές εισφορές, το Φ.Π.Α. και άλλους φόρους, τα τιμολόγια δημόσιων υπηρεσιών. Εξαρτάται από τα εμπόδια που η γραφειοκρατία βάζει στην επιχειρηματικότητα, που πολλές φορές μάλιστα συνδυάζονται με διαφθορά. Εξαρτάται και από την ποιότητα των προϊόντων που παράγονται και των υπηρεσιών που προσφέρονται. Η κυβέρνηση προωθεί σειρά διαρθρωτικών αλλαγών, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα, αντιμετωπίζοντας τους άλλους παράγοντες που την περιορίζουν.”
Ο Παπαδήμος, λοιπόν, «για τα άλλα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα της χώρας» μίλησε, και είναι ανακριβές ό,τι του προσάπτει ο κ. Πρετεντέρης, με την προσθήκη μάλιστα ότι τα ίδια υποστηρίζει και ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Η ειρωνεία είναι ότι ο ΣΕΒ μάλλον με τον Πρετεντέρη είναι και δεν υποστηρίζει τη μείωση των μισθών – αλλά το κύριο είναι να δοθεί ο χαρακτηρισμός, και όχι αν αυτός έχει βάση ή όχι.
Αλλά η λεπτότητα των σχολίων του έχει συνέχεια. Αφού αποδίδει στον κ. Παπαδήμο την αντίληψη ότι «φούσκωσαν» οι πραγματικοί μισθοί την τελευταία 15ετία και άρα πρέπει να ξεφουσκώσουν, θεωρεί την αντίληψη αυτή εξωφρενική. Γράφει:
“Αν ο Πρωθυπουργός της χώρας θεωρεί ότι µια αύξηση πραγµατικών µισθών 34% µέσα σε µια 15ετία αποτελεί «φούσκωµα» που πρέπει να «ξεφουσκώσει», αυτό είναι µάλλον πρόβληµα του ίδιου παρά της χώρας που τον έχει Πρωθυπουργό. Με άλλα λόγια η αύξηση μισθών εξαρτάται από τον χρόνο, όχι από τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και φυσικά μια αύξηση 34% σε μια 15ετία είναι προδήλως ελάχιστη. Επιπλέον, ο οικονομολόγος κ. Παπαδήμος δεν καταλαβαίνει ότι οποιαδήποτε μείωση εισοδημάτων είναι οικονομικά καταστροφική. Αν δεν το καταλαβαίνει ο Πρωθυπουργός της χώρας, τότε είναι σίγουρα πρόβλημα του Πρωθυπουργού και όχι της χώρας που τον έχει Πρωθυπουργό.”
Ο αφελής, νόμιζα μέχρι τώρα ότι και φαγούρα να ’χει ο Πρωθυπουργός όλη η χώρα έχει πρόβλημα, αλλά να που δεν είναι έτσι. Η χώρα δεν έχει πρόβλημα. Ο Παπαδήμος έχει. Αν αυτός φύγει από τη μέση, τότε και οι μισθοί θα «φουσκώσουν» και οι φόροι θα μειωθούν. Όλα τα ζητήματα είναι θέμα βούλησης. Αν το Σουδάν έχει 100 δολάρια κατά κεφαλήν εισόδημα, μη νομίσετε ότι η χώρα έχει κάποιο πρόβλημα. Ψάξτε τον Σουδανό Παπαδήμο που θέλει τους μισθούς χαμηλούς και τον κόσμο εξαθλιωμένο.
Ας σοβαρευτούμε.
Η επιλογή Σαμαρά εξηγεί την πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής και της τακτικής του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, που μπορεί να συνοψισθεί σε σφοδρή κριτική σε κάθε μέτρο που προτείνεται με πρόσχημα την ανάπτυξη και σε καλλιέργεια της ψευδαίσθησης ότι μια άλλη διαπραγμάτευση που μπορεί να μας γλιτώσει από τη λιτότητα είναι δυνατή.
“Ακόμη και με αναδιάρθρωση του χρέους, η Ελλάδα θα έχει μεγάλο πρόβλημα, αναγκασμένη να εφαρμόσει έντονη λιτότητα –προκαλώντας βαθιά ύφεση– μόνο και μόνο για να μειώσει το πρωτογενές έλλειμμα, χωρίς τους τόκους. Το μοναδικό πράγμα που θα περιόριζε την ανάγκη για λιτότητα θα ήταν κάτι που να βοηθά την οικονομία να επεκταθεί, ή να μη συρρικνωθεί τόσο πολύ. Κάτι τέτοιο θα μείωνε την οικονομική δυσπραγία, ενώ θα αύξανε τα φορολογικά έσοδα, ελαττώνοντας την απαραίτητη δόση δημοσιονομικής λιτότητας. Όμως, ο μόνος δρόμος για την ανάπτυξη είναι περισσότερες εξαγωγές, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν στην Ελλάδα πέσουν δραματικά τα κόστη και οι τιμές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Εάν η Ελλάδα ήταν μια εξαιρετικά συνεκτική κοινωνία, με συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθών, ένα είδος Αυστρίας του Αιγαίου, ίσως να ήταν εφικτό να επιτευχθεί κάτι τέτοιο μέσω της συλλογικά συμφωνημένης οριζόντιας μείωσης των μισθών – μέσω δηλαδή μιας «εσωτερικής υποτίμησης». Αλλά, όπως δείχνουν τα […] γεγονότα, δεν είναι.”
Ακόμη κι αν θέλαμε να ακολουθήσουμε μια επεκτατική οικονομική πολιτική δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε όσο είμαστε στο ευρώ.
«Διότι αν είναι», συνεχίζει, «να βυθίσουμε ακόμη βαθύτερα τη χώρα στην ύφεση, να περικόψουμε κι άλλο τα εισοδήματα, να βάλουμε ξανά μαχαίρι στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, να εγκαθιδρύσουμε εργασιακό Μεσαίωνα με κατάργηση κάθε συλλογικής σύμβασης, να μειώσουμε τον κατώτατο μισθό, να βάλουμε βαρύτερους φόρους στους μισθωτούς, να πολλαπλασιάσουμε τις έκτακτες εισφορές, να επιμείνουμε στην πολιτική της υπερφορολόγησης, να καταστρέφουμε τη ζήτηση και να φτάσουμε στο ενάμισι εκατομμύριο τους ανέργους, εγώ δεν είμαι μαζί».
Αν το δίλημμα είναι ευρώ και Μεσαίωνας ή δραχμή και ευημερία, η απάντηση βεβαίως είναι απλή. Αλλά με τη δραχμή μόνο ευημερία δεν θα έρθει. Είναι αλήθεια ότι, αριθμητικά, οι μισθοί θα φουσκώσουν.
Μη νομίσετε, όμως, ότι όσοι παίζουν με το ενδεχόμενο της δραχμής θα αναλάβουν κάποια ευθύνη με την έλευση της καταστροφής. Θα τα ρίξουν όλα πάνω στους υποστηρικτές (κριτικούς ή μη) του μνημονίου ή και στον Παπαδήμο τον ίδιο.