Ο Ζαν Τζάνγκο Ράινχαρντ γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1910 στη Liberchies, μια μικρή πόλη στο ανατολικό Βέλγιο, από τσιγγάνους γονείς.
Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών του χρόνων σε καταυλισμούς των Ρομά κοντά στο Παρίσι, παίζοντας μπάντζο, κιθάρα και βιολί από μικρή ηλικία. Ήδη στα 13 του, ο Ράινχαρντ ήταν σε θέση να βγάζει τα προς το ζην από τη μουσική.
Στην ηλικία των 18, τραυματίστηκε από πυρκαγιά στο τροχόσπιτο που έμενε με την πρώτη του σύζυγο. Ο ίδιος υπέστη εγκαύματα 1ου και 2ου βαθμού σε πολλά μέρη του σώματός του, ενώ το τρίτο και τέταρτο από τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του έμειναν μερικώς παράλυτα. (παράμεσος & μικρός). Έτσι, αναγκάστηκε να επανέλθει στην οργανοπαιξία με έναν εντελώς νέο τρόπο. Έπαιζε όλα τα κιθαριστικά σόλο του με τα δύο δάχτυλα, και χρησιμοποιούσε τα δύο τραυματισμένα μόνο για την απόδοση συγχορδιών. Η περίοδος μεταξύ των ετών 1929 και 1933 ήταν καθοριστική για την εξέλιξή του. Εγκατέλειψε το μπάντζο υπέρ της κιθάρας, ενώ επηρεάστηκε από τις μουσικές των Έντι Λανγκ και Τζο Βενούτι, Λούις Άρμστρονγκ, Ντιούκ Έλινγκτον. Το 1933, συναντιέται με το βιολιστή Stéphane Grappelli, με τον οποίο το 1934 σχηματίζουν στο Παρίσι το Quintette du Hot Club de France.
Το κουϊντέτο του Hot Club de France αποτελούσαν οι Τζάνγκο Ράινχαρντ, Stéphane Grappelli, Τζόσεφ Ράινχαρντ (αδελφός του Django), Roger Chaput και Louis Vola. Οι πρώτες τους ηχογραφήσεις (Dinah, Tiger Rag, Oh Lady be Good, I Saw Stars) στη μικρή δισκογραφική εταιρεία Ultraphone, προκάλεσαν αίσθηση και προχώρησαν σε δεκάδες άλλες με επιτυχία τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική[Επαίξαν δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, όπως ο Coleman Hawkins, ο Benny Carter ή ο Rex Stewart. Το κουϊντέτο θεωρείται το σημαντικότερο σχήμα jazz που βασίστηκε μόνο σε έγχορδα.
Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939, βρήκε το Quintette να περιοδεύει στην Αγγλία. Ο Grappelli παρέμεινε εκεί και ο Τζάνγκο επέστρεψε στην Γαλλία για να συνεχίσει να ηχογραφεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, με το κλαρινέτο του Hubert Rostaing να αντικαθιστά το βιολί του Grappelli. Μετά τον πόλεμο ωστόσο, ξανασυναντήθηκαν και ηχογράφησαν πάλι μαζί.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο ο Τζάνγκο, πιθανότατα λόγω της φήμης και του ταλέντου του, κατάφερε να αποφύγει – αν και τσιγγάνος – τη σύλληψη από τους ναζί τα χρόνια της γερμανικής κατοχής
Τελευταία χρόνια
Το 1946 περιόδευσε για σύντομο χρονικό διάστημα με τον Ντιούκ Έλινγκτον στις Η.Π.Α. αλλά οι εμφανίσεις του εκεί δεν έτυχαν ιδιαίτερα ευνοϊκής αποδοχής Κατόπιν, επιστρέφει στη Γαλλία (Φεβρουάριος 1947). Το 1949 ηχογραφεί έναν από τους σημαντικότερους δίσκους του, το Djangology.
Το 1951, αποσύρθηκε στο χωριό Samois-sur-Seine, κοντά στο Φοντενμπλό, όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του. Συνέχισε να εμφανίζεται σε τζαζ κλαμπς στο Παρίσι, ενώ ξεκίνησε να παίζει ηλεκτρική κιθάρα, παρά τους αρχικούς δισταγμούς του προς το συγκεκριμένο όργανο. Πέθανε το 1953 από εγκεφαλική αιμορραγία, σε ηλικία 43 ετών.
Έτσι ελάλησε ο Τζάνγκο
Το 1949 ο Γ.Π. Σαββίδης, 20 χρόνων τότε, τον συνάντησε στο Λονδίνο και του πήρε συνέντευξη, τα κυριότερα μέρη της οποίας αναδημοσιεύονται εδώ. Η συνέντευξη αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο Δελτίο της Ρυθμικής Λέσχης της Ελλάδος τον Φεβρουάριο του 1949.
– Είχατε ως σήμερα την ευκαιρία να παίξετε με ποικίλα συγκροτήματα: μεγάλες γαλλικές ορχήστρες,το κουιντέτο εγχόρδων,το κουιντέτο με τον Ρόσταϊνγκ,τον Ντιουκ,σόλο.Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας και ποιο συγκρότημα πιστεύετε ότι σας ταιριάζει καλύτερα;
«Η τουρνέ μου με την ορχήστρα του Ντιουκ Ελινγκτον μου άνοιξε τα μάτια. Το ιδανικό μου είναι να παίζω με μια τέτοια ορχήστρα. Με το κουιντέτο εγχόρδων κάναμε βέβαια θαυμάσια δουλειά, αλλά ποτέ μου δεν έπαιξα τόσο με την ψυχή μου όσο με τον Ντιουκ. Ενιωθα αληθινά πως συμμετείχα σε κάτι το μεγάλο, το άρτιο».
– Τι προοπτικές έχετε για το μέλλον; «Λογαριάζω να πάω πάλι του χρόνου στην Αμερική. Αλλά λέω να μείνω εκεί καιρό. Ισως φτιάσω εκεί μια μεγάλη, δική μου ορχήστρα- ίσως πάλι παίξω με καμιά από τις μεγάλες υπάρχουσες ορχήστρες. Λέγαμε κάποτε να κάνομε δίσκους- ο Σλαμ Στιούαρτ, ο Αρτ Τέιτουμ κι εγώ. Ακόμα δεν ξέρω τίποτα το συγκεκριμένο, εκτός από το ότι παράλληλα με τη μουσική μου ως εκτελεστού θα ασχοληθώ και με τη σύνθεση».
– Ποια είναι η γνώμη σας για την ευρωπαϊκή τζαζ; Πιστεύετε στη δυνατότητα αναπτύξεως ευρωπαϊκής τζαζ που να είναι οριστικά ανεξάρτητη από την αμερικανική;
«Η Ευρώπη έχει καλούς μουσικούς της τζαζ. Στη Γαλλία, την Αγγλία, τη Σουηδία κ.α. υπάρχουν εξαιρετικοί σολίστ. Αλλά δεν βλέπω τις προσωπικότητες που θα δημιουργήσουν μια “ευρωπαϊκή τζαζ”. Θα εξακολουθήσωμε γι΄ αυτό να εξαρτώμεθα από την Αμερική. Μήπως κι εκεί κατά βάθος οι λευκοί μουσικοί- όσο και να μη μας αρέσει να το παραδεχόμαστε- δεν εξαρτώνται από τους μαύρους; Η τζαζ των λευκών έχει κάτι το τυποποιημένο• ποτέ ο λευκός δεν θα έχει την άνεση και το πηγαίο του νέγρου jazzman».
– Ποιο,νομίζετε,είναι το μέλλον της τζαζ ως μέσου καλλιτεχνικής εκφράσεως;
«Η τζαζ έχει πάψει πλέον να ΄ναι μόνο μουσική χορού• αν κι αυτό δεν είναι λίγο: στο κάτω-κάτω η εποχή του Μότσαρτ δεν ήταν η εποχή του τοτινού “σουίνγκ;”. Η τζαζ έχει ήδη επηρεάσει και διευρύνει την μορφή και την τεχνική της κλασικής μουσικής. Πιστεύω ότι κάποτε η τζαζ θα είναι η μόνη μουσική. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μολονότι ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους ο Μπάρτοκ, ο Χόνεγκερ, ο Ελινγκτον κι ο Γκιλέσπι φτάνουν στην ίδια κορυφή. Θα ΄μαστε όμως ανόητοι αν πιστέψομε ότι είναι ποτέ δυνατόν να θαφτούν τα μνημεία της κλασικής μουσικής. Οι συνθέσεις του Μπαχ, του Φρανκ, του Ντεμπισί, του Ραβέλ, του Μπάρτοκ, του Σοστακόβιτς (που ΄ναι οι αγαπημένοι μου) κ.ά. θα εξακολουθούν ν΄ αξίζουν και να εκτελούνται. Μόνο που οι τότε μουσικοί θα έχουν καρπωθή την τεράστια ανανεωτική προσφορά της τζαζ».
– Εκτός από την τζαζ, έχετε άλλες ασχολίες;
«Οπως βλέπετε ζωγραφίζω. Τελευταία μου κόλλησε η μανία. Τόσοι ζωγραφίζουν και τους παίρνουν στα σοβαρά- γιατί να μη πάρουν κι εμένα. Κι ύστερα είναι ωραίο να ΄χεις χρώματα και να τα κάνεις ό,τι θες! Εκτός από την τζαζ υπάρχει κι άλλη ομορφιά στη ζωή – και την απολαμβάνω. Αλλ΄ ας μιλήσομε σοβαρά. Το μεράκι μου είναι η σύνθεση. Εχω ήδη συνθέσει ένα συμφωνικό ποίημα “La Μanoir de mes reves”, για ορχήστρα, αρμόνιο και χορωδία, που χρησίμευε για υπόκρουση στο φιλμ “Το χωριό της οργής”. Επίσης κι ένα bol ro για ορχήστρα και φλάουτο που πρωτοεκτελέστηκε το ΄36.
Ακόμα, έγραψα τους «Αυτοσχεδιασμούς» μου (αριθ. 1, 2, 3), που είχα κάνει με την κιθάρα μου σε διάφορες φωνοληψίες. Και τώρα ετοιμάζω μια λειτουργία για τους τσιγγάνους- γιατί, ξέρετε, δεν έχομε δική μας λειτουργία. Νομίζω πως το πάθος μου για τη σύνθεση είναι δυνατώτερο από την αγάπη μου για την κιθάρα. Δυστυχώς δεν έχω τη θεωρητική μόρφωση που θα ΄θελα. Τελειώνοντας θα ΄θελα να διαβιβάσετε όλη μου τη συμπάθεια στους έλληνες φίλους μου και ιδιαίτερα στις κοπέλες. Ελπίζω ν΄ αξιωθώ κάποτε να ΄ρθω στη χώρα σας και να τα πούμε από κοντά».
Ετσι περίπου είπε και ελάλησε ο Τζάνγκο Ράινχαρντ. Κι εγώ αμαρτίαν ουκ έχω.
Πηγές: wikipedia, skai.gr, ”Το Βήμα”