in

Ο Πόλεμος κατά των γυναικών στη Γάζα. Της Dima Shamaly

πηγή: Comune-info.net, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Η Dima Shamaly είναι φοιτήτρια βιοϊατρικής μηχανικής και συγγραφέας από τη Γάζα. Έχοντας γίνει δεκτή στο Vassar College και στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει επειδή έκλεισαν τα σύνορα. Αυτή τη στιγμή είναι εκτοπισμένη και ασχολείται με θέματα που αφορούν το φύλο, την υγεία και τα ανθρώπινα δικαιώματα στις εμπόλεμες ζώνες. Σε αυτό το δοκίμιο, καταδεικνύει πώς οι πατριαρχικές παραδόσεις, οι θρησκευτικές ερμηνείες και η σκληρή πραγματικότητα της πολιορκίας συνδυάζονται για να φιμώσουν και να καταπιέσουν τις γυναίκες στη Γάζα. Αντλώντας από τις εμπειρίες της ζωής της στη Λωρίδα της Γάζας, η συγγραφέας εξηγεί πώς αυτές οι δυνάμεις επιβαρύνουν τις δυσκολίες των γυναικών: από τη συστηματική περιθωριοποίηση που επιδεινώνεται από τη συνεχιζόμενη σύγκρουση έως την προσωπική κακοποίηση που δικαιολογείται από στρεβλές ερμηνείες των θρησκευτικών κειμένων. Στόχος της είναι να προσφέρει μια ειλικρινή προοπτική από το εσωτερικό της Γάζας που να αμφισβητεί τις συνήθεις αφηγήσεις ενός τόσο περίπλοκου τόπου.

[Bruna Bianchi]

[Αυτό το άρθρο αποτελεί μέρος του Voci di pace*]

Ποτέ δεν κατάλαβα πραγματικά τι σήμαινε να καθορίζεται ολόκληρη η ζωή σου από τη γεωγραφία. Άκουγα συχνά να λένε ότι η Γάζα ήταν μια υπαίθρια φυλακή. Ένιωθα αυτή την αλήθεια βαθιά στην καρδιά μου, αλλά δεν καταλάβαινα πώς ένα μέρος θα μπορούσε να έχει τη δύναμη να διαμορφώσει το παρελθόν σου, να παγιδεύσει το παρόν σου και να σου κλέψει το μέλλον. Φανταζόμουν τον κόσμο σαν αυτόν που περιγράφει το τριαντάφυλλο στον Μικρό Πρίγκιπα: ένα ευγενικό και όμορφο μέρος όπου όλοι αντιμετωπίζονται με αγάπη και αξιοπρέπεια. Η  πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από εκείνες τις ιστορίες.

Πίστευα ότι θα είχα την ελευθερία να κάνω τις δικές μου επιλογές και ονειρευόμουν να γίνω μια πρωτοπόρος επιστήμονας, όπως η Μαρί Κιουρί ή η Ζάχα Χαντίντ. Μετά, όμως, συνειδητοποίησα ότι γεννήθηκα σε μια από τις πιο δύσκολες γωνιές του κόσμου, όπου ακόμη και το να εκφράζεις τα όνειρά σου είναι αρκετό για να θαφτούν.

Ως γυναίκα από τη Γάζα, κανείς δεν με ρώτησε ποτέ τι ήθελα. Υπήρχε πάντα κάποιος που αποφάσιζε για μένα, είτε ήταν ένα μέλος της οικογένειας, ένας άντρας στο δρόμο, είτε κάποιος που κήρυττε στο τζαμί. Η φωνή μου προκαλεί πάντα φόβο, το μυαλό μου καταπιέζεται συνεχώς και η ίδια μου η παρουσία υποτάσσεται στη σιωπή μου. Κάθε φορά που προβάλλω αντίσταση, με σημαδεύουν με ένα όπλο στο όνομα της τιμής, της θρησκείας και της παράδοσης. Η βία κατά των γυναικών δικαιολογείται με τις Γραφές. Μας κλείνουν τις πόρτες στα μούτρα με το πρόσχημα του πολέμου. Και όταν μιλάμε, μας λένε να κάνουμε υπομονή, γιατί «ο Θεός είναι με όσους υπομένουν».

Ως κορίτσια, συνηθίσαμε σε πολλά πράγματα: αν κάποιος μας παρενοχλούσε στον δρόμο, αναμενόταν να μείνουμε σιωπηλές, να σκύψουμε το κεφάλι και να συνεχίσουμε να περπατάμε. Θυμάμαι να παρακολουθώ επιθέσεις εναντίον κοριτσιών και να σκέφτομαι ότι το μόνο άτομο με το οποίο θα μπορούσα να μιλήσω ήταν το ίδιο το θύμα, γιατί ακόμα κι αν έλεγα κάτι, θα με αγνοούσαν ή θα έθαβαν το γεγονός. Έγινε ανησυχητικά φυσιολογικό να βλέπω τις ξαδέρφες μου να ξυλοκοπούνται ή να εξαναγκάζονται να παντρευτούν. Τα δάκρυα στα μάτια τους τα έλεγαν όλα: «Μα εγώ θέλω απλώς να τελειώσω το σχολείο». Κι όμως κανείς δεν τις άκουγε. Νόμιζα ότι έτσι έπρεπε να είναι τα πράγματα, γιατί υπήρχε πάντα μια δικαιολογία: η παράδοση, ο πολιτισμός ή η θρησκεία. Μεγαλώνοντας, μεταμορφώθηκα από ένα τυπικό κορίτσι από τη Γάζα της Μέσης Ανατολής σε ένα άτομο γεμάτο ερωτήσεις και κριτική σκέψη. Με την πάροδο του χρόνου, οι ερωτήσεις μου αυξήθηκαν και νέες λέξεις όπως «δικαιώματα των γυναικών» μπήκαν στο λεξιλόγιό μου. Δεν μου είχαν διδάξει ποτέ τι σήμαιναν και, όταν τελικά κατάλαβα, συνειδητοποίησα ότι δεν τα είχα δει ποτέ να εφαρμόζονται.

Στη διάρκεια του πολέμου, καθώς βυθιζόμουν όλο και περισσότερο στους χώρους των γυναικών, άρχισα να βλέπω πράγματα που προηγουμένως θεωρούσα αδιανόητα. Το να είσαι γυναίκα στη Γάζα σημαίνει να γεννάς κάτω από τους βομβαρδισμούς ή να τρέχεις να γλυτώσεις με τα παιδιά σου, ενώ αιμορραγείς. Σημαίνει να αποχαιρετάς τον άντρα ή τον γιο σου, χωρίς να ξέρεις αν θα επιστρέψουν ποτέ, και στη συνέχεια να αναγκάζεσαι να είσαι δυνατή και να συνεχίζεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.

Αναμένεται από εμάς να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας στους δρόμους, χωρίς στέγη ή φαγητό, και αυτό να το κάνουμε σιωπηλά. Το να είσαι γυναίκα στη Γάζα σημαίνει να κουβαλάς το βάρος όλων, ενώ σου στερείται το δικαίωμα να παίρνεις αποφάσεις για τη δική σου ζωή. Σημαίνει να αναγκάζεσαι να εγκαταλείψεις το σχολείο εξαιτίας του πολέμου, να αναγκάζεσαι να παντρευτείς επειδή «είναι η κατάλληλη στιγμή» και να βλέπεις να χλευάζονται τα όνειρά σου σαν η φιλοδοξία να ήταν μια πολυτέλεια που προοριζόταν για όσους δεν επέζησαν από τις σφαγές. Αν βγεις για να πας να δουλέψεις, πρέπει να αντιμετωπίσεις ατελείωτες παρενοχλήσεις ή κατηγορίες. Αν μείνεις σπίτι, είσαι βάρος.

Κατά τη διάρκεια της εξορίας μου σε έναν καταυλισμό προσφύγων στη δυτική Ράφα, οι γυναίκες μαζεύονταν στη σκηνή όπου ζούσα. Καθόμασταν να πιούμε τσάι και μιλούσαμε για τα πάντα, κυριολεκτικά για τα πάντα: για την πολιτική και τη θρησκεία, το παρελθόν και το παρόν, τη θηλυκότητα και την ομορφιά, τους ανθρώπους και τους άνδρες. Ήμουν η πιο νέα ανάμεσά τους, αλλά πάντα ένιωθα λίγο σαν μητέρα. Αυτό δεν ήταν ένα παρήγορο συναίσθημα. Όταν κάποιος νιώθει αρκετά ασφαλής ώστε να αποκαλύψει την ευαλωτότητά του σε εσένα, αρχίζεις να νιώθεις υπεύθυνος για τον πόνο και την επιβίωσή του. Σημαίνει ότι πρέπει να είσαι παρούσα, πάντα. Αυτό συνέβη με εμένα και τη γειτόνισσά μου. Κάθε βράδυ ακούγαμε τον άντρα της να τής ουρλιάζει, και ακολουθούσε ο ανυπόφορος ήχος των οστών της καθώς την ξυλοκοπούσε. Κανείς μας δεν τολμούσε να παρέμβει. Η προσφορά βοήθειας δεν είναι κάτι που μας διδάσκουν να κάνουμε στην κοινωνία μας. Το πρωί, οι άντρες έλεγαν πράγματα όπως: «Ποιος ξέρει τι έκανε για να το αξίζει αυτό;» ή «Είναι η γυναίκα του, τι μας νοιάζει εμάς;». Την άκουγα κάθε μέρα. Ήταν αυτή που συντηρούσε την οικογένεια. Έτρεχε πίσω από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις για να βρει φαγητό για τα παιδιά της, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε, τα έκανε όλα σε εκείνη τη στενή και θλιβερή σκηνή, σαν κελάρι.

Μεγάλωνε και ανάτρεφε τα παιδιά της, ενώ ταυτόχρονα φρόντιζε για τη συντήρηση της οικογένειας. Παρόλα αυτά, κακοποιούνταν καθημερινά. Κανείς δεν τολμούσε να τη βοηθήσει. Δεν της επιτρεπόταν καν να ζητήσει βοήθεια από κάποιον ειδικό ή να φροντίσει τους μώλωπες στο πρόσωπο και το σώμα της. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ακούω. Γιατί, τι μπορεί πραγματικά να κάνει ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι για να αλλάξει τη ζωή μιας τριαντάχρονης γυναίκας, εκτός από το να καθίσει δίπλα της και να της προσφέρει συναισθηματική υποστήριξη; Κι όμως, δεν μπορούσα παρά να νιώθω ενοχές που δεν ήμουν σε θέση να τη βοηθήσω.

Ήθελα να εμβαθύνω στους λόγους όλων αυτών. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένας ενήλικας άνθρωπος μπορούσε να σηκώνει χέρι ενάντια στο άτομο που ισχυριζόταν ότι αγαπούσε. Η σκέψη ότι κάποιος μπορούσε να κάνει κακό στον σύντροφό του ήταν ακατανόητη για μένα.

Αντίθετα, αυτό που άκουγα κάθε μέρα κατέστρεψε όλα όσα νόμιζα ότι ήξερα. Ιστορίες που δεν θα φανταζόμουν ποτέ: μια γυναίκα ξυλοκοπήθηκε απλώς επειδή η μολοχία της δεν ήταν της αρεσκείας του συζύγου της. Ο αδελφός μιας άλλης γυναίκας τής παραμόρφωσε το πρόσωπο επειδή την είδε να μιλάει με τον ξάδερφό της. Μια άλλη παρενοχλήθηκε μέρα μεσημέρι στα μέσα μαζικής μεταφοράς και μετά την αποκάλεσαν πουτάνα όταν τόλμησε να αντιδράσει. Πόσες ιστορίες. Πόσος πόνος. Και δεν υφίσταται καμία δικαιολογία για όλα αυτά.

Κατάλαβα ότι υπάρχουν πολλές αιτίες πίσω από αυτά τα βάσανα. Υπάρχει η βία που έχει τις ρίζες της στην ανατροφή, η βία που συνδέεται με την κτητικότητα και την ανδρική εξουσία, η εξωτερική βία του πολέμου και πολλοί άλλοι λόγοι που ωθούν τον θύτη να ενεργεί με αυτόν τον τρόπο. Αλλά δεν βρήκα ποτέ ούτε μία δικαιολογία από αυτές πειστική. Όλες οι δικαιολογίες κρύβονται πίσω από τη θρησκεία ή τα έθιμα και τις παραδόσεις, κυρίως πίσω από τη θρησκεία.

Η πόλη της Γάζας κυβερνάται από μια καθαρά θρησκευτική αρχή. Είναι ένα από τα πιο κλειστά μέρη στον κόσμο, αν όχι το πιο κλειστό, γεγονός που καθιστά τη θρησκεία το θεμέλιο των πάντων στην κοινωνία. Δεν είναι αυτό που αμφισβητώ. Η αντίρρησή μου αφορά την αθέμιτη χρήση της θρησκείας για να δικαιολογήσει τη βία και την κακομεταχείριση εναντίον των γυναικών.

Όλες οι εξ αποκαλύψεως θρησκείες τιμούν τις γυναίκες. Μιλώντας συγκεκριμένα για τη Γάζα, εδώ κυριαρχεί το Ισλάμ, ωστόσο οι άνδρες χρησιμοποιούν στίχους από το Κοράνι και το Χαντίθ για να δικαιολογήσουν ασυγχώρητα εγκλήματα. Αυτοαποκαλούνται θρησκευτικοί μελετητές, ώριμοι και γνώστες των θρησκευτικών θεμάτων. Ξυπνούν για την προσευχή, δείχνουν αφοσίωση στον Θεό, και μετά, το απόγευμα, χτυπούν βάναυσα τις γυναίκες τους και κανείς δεν τους θεωρεί υπόλογους. Όταν τους ρωτούν για ποιο λόγο, απαντούν ότι ο Θεός τους διέταξε να το κάνουν, επικαλούμενοι τη φράση του Κορανίου, «Αλλά αν επιμένουν, χτυπήστε τες» (Σούρα Αν-Νισά, 4:34). Αλλά ο Θεός δεν το διέταξε ποτέ αυτό, και πρόκειται για μια λανθασμένη ερμηνεία του εδαφίου. Αυτή η παρερμηνεία υποστηρίζεται τόσο από θρησκευτικούς ηγέτες όσο και από απλούς ανθρώπους. Ο θύτης μάλιστα πιστεύει ότι θα ανταμειφθεί και θα μπει στον παράδεισο για τις πράξεις του.

Ένας πατέρας βιάζει την κόρη του και κανείς δεν τον τιμωρεί. Όταν τον ρωτούν γιατί, απαντά ότι ο Θεός του επέτρεψε να παντρευτεί ή να έχει σχέσεις με «αυτές τις σκλάβες που έχεις στην κατοχή σου» (δηλαδή, τις σκλάβες στις οποίες αναφέρεται το Κοράνι). Έτσι, δεν βλέπει την κόρη του απλώς ως σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά ως σκλάβα. Και το θάβουν αυτό το γεγονός επειδή «δεν είναι δικό μας έθιμο ή παράδοσή» να αναγνωρίζουμε τέτοια πράγματα.

Δεν γεννιόμαστε με σαφή και ξεκάθαρα δικαιώματα. Αντίθετα, γεννιόμαστε σε έναν κόσμο όπου πρέπει να αποδείξουμε ότι αξίζουμε έστω και το παραμικρό ψίχουλο αξιοπρέπειας. Πολλές γυναίκες δεν ξέρουν καν πώς να προστατευτούν από τη βία, ούτε μέσα στις οικογένειές τους ούτε ενώπιον του νόμου.

Η ψυχική και αναπαραγωγική υγεία αντιμετωπίζονται σαν πολυτέλεια, σαν να είμαστε απλώς μηχανές αναπαραγωγής και αντοχής, όχι ανθρώπινα όντα. Οι γυναίκες στη Γάζα πρέπει να αντιμετωπίσουν την κατοχή, τη φτώχεια, την επιθετικότητα και τη βία, πέρα από τη συστηματική περιθωριοποίηση μέσα στην ίδια τους την κοινωνία.

Δεν προστατεύονται, αλλά θεωρούνται υπόλογες. Δεν τις σέβονται, τις παρακολουθούν. Ακόμα και ο πόλεμος χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να τις φιμώσει: «Δεν είναι καιρός να διεκδικήσετε τα δικαιώματά σας», «Να αφήσουμε τους ανθρώπους να πεθαίνουν ενώ εσείς εστιάζετε στο χιτζάμπ, την ισότητα και τη βία;». Αλλά πότε θα έρθει η κατάλληλη στιγμή;

Πρέπει να περιμένουμε έναν ακόμη θάνατο, έναν ακόμη εκτοπισμό, πριν μας φερθούν σαν ανθρώπινα όντα; Ο πόλεμος δεν ήταν ποτέ μια πειστική δικαιολογία για να σιωπήσουμε μπροστά στην αδικία. Το να μιλάμε γι’ αυτό απαγορεύεται. Το να απευθυνθούμε στο νόμο απαγορεύεται, επειδή υπό κανονικές συνθήκες, ο νόμος βρίσκεται στα χέρια των ίδιων θρησκευτικών ηγετών που κακοποιούν τις γυναίκες τους.

Σε κάθε γωνιά της Γάζας που διασχίζω, βλέπω αφίσες του Hizb ut-Tahrir (Κόμμα Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης) που μιλούν για τις γυναίκες: «Ο κοσμικός χαρακτήρας διαφθείρει τις γυναίκες», η «CEDAW (Η Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών) ταπεινώνει τις γυναίκες», «Το χαλιφάτο προστατεύει τις γυναίκες».

Αυτά τα λόγια δεν σημαίνουν τίποτα, εκτός από το ότι μιλούν για μένα χωρίς να με ακούνε ποτέ. Αυτό το κόμμα, και άλλες θρησκευτικές ομάδες που υποβιβάζουν τη θρησκεία στον έλεγχο των γυναικείων σωμάτων, δεν ενδιαφέρονται για την πραγματική μου κατάσταση. Δεν τους νοιάζει που ζω μέσα στον συνεχή φόβο, χωρίς προστασία ή ελευθερία. Δεν μιλάνε ποτέ για φτώχεια, πόλεμο ή κατοχή. Δεν αναφέρουν ποτέ τη βία που υφίσταμαι, τις παρενοχλήσεις ή τους βιασμούς. Μιλούν μόνο για μένα, όχι ως ανθρώπινο ον, αλλά ως σύμβολο που πρέπει να προστατευθεί, να εξαγνιστεί ή να απαγορευτεί.

Δεν γράφω αυτό επειδή απορρίπτω τη θρησκεία ή μισώ την κοινωνία στην οποία ζω. Γράφω επειδή κουράστηκα να με χρησιμοποιούν ως σλόγκαν. Κουράστηκα να με περιορίζουν σε συζητήσεις που δεν έχουν καμία σχέση με εμένα. Κουράστηκα να με αντιμετωπίζουν ως «θέμα ταμπού» που κανείς δεν τολμά να αντιμετωπίσει. Κουράστηκα να με θεωρούν πάντα θύμα, να μου στερούν ακόμη και τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα και να αναγκάζομαι να σιωπώ. Δεν είμαι το θύμα που πρέπει να προστατευθεί. Είμαι μια γυναίκα που εργάζεται στα χωράφια, μια μητέρα σε μια σκηνή, μια μαθήτρια στο σχολείο, μια επιζήσασα του πολέμου, των αναγκαστικών γάμων και της περιθωριοποίησης.

Είμαι δημιουργική στην τέχνη και στη μουσική. Ονειρεύομαι να γίνω επιστήμονας, να ανοίξω μια μέρα το δικό μου νοσοκομείο. Αλλά, παρά όλα αυτά, δεν εκπροσωπούμαι στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, δεν εκπροσωπούμαι στη συζήτηση, δεν εκπροσωπούμαι καν στη δική μου ιστορία.

Αν δεν αρχίσουμε να ακούμε τις γυναίκες, όχι μόνο να μιλάμε γι’ αυτές, αλλά να τις ακούμε πραγματικά, να τις προστατεύουμε και να τις υποστηρίζουμε, θα συνεχίσουμε να επαναλαμβάνουμε το ίδιο έγκλημα: να φιμώνουμε τις γυναίκες, να τις σκοτώνουμε αργά και στη συνέχεια να βάζουμε μια πινακίδα με το όνομά τους σε κάθε γωνιά της πόλης.

 

* Διαδικτυακός χώρος, τον οποίο επιμελείται η Bruna Bianchi (ιστορικός, μελετήτρια της πασιφιστικής σκέψης και φεμινίστρια), που στοχεύει στη συλλογή εγγράφων, μαρτυριών και στοχασμών σχετικά με τον πασιφισμό, τη μη βίαιη αντίσταση και την αντίρρηση συνείδησης.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο “DEP. Deportate, esuli, profughe”, τεύχος 56/57, Guerra all’infanzia Δεκέμβριος 2025, σελ. 267-270. Η ιταλική μετάφραση είναι της Catia C. Confortini.

Πηγή: comuneinfo.net

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

12 γυναίκες φτάνουν στην 8η Μαρτίου. Του Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μάρκος