Α. Γαλανόπουλος -Μ. Λούκα (επιμέλεια), Στις ράγες του τραύματος -Τέμπη: Μνήμη, Αγώνας, Δικαιοσύνη, Τόπος 2026, σελ. 364
Δεν θα περιμένουμε το δυστύχημα που έρχεται, για να τους δούμε να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα
ΔΕΣΚ Σιδηροδρομικών, 7 Φεβρουαρίου 2022
Τελικά, φαίνεται, πως περιμέναμε. Όσο κι αν οι σιδηροδρομικοί προειδοποιούσαν απεγνωσμένα για την ακραία επικινδυνότητα του δικτύου, κανείς δεν τους άκουγε.
Μόλις ένα χρόνο μετά από αυτό το «δεν θα περιμένουμε» ήρθε η καταστροφή στα Τέμπη.
Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζονταν να συμβούν πολλά προειδοποιητικά. Η σχετική κρατική συμπεριφορά, απολύτως συνυφασμένη με την συνολικότερη κρατική πολιτική, οδηγούσε λογικά σε ένα μεγάλο δυστύχημα. Ήταν αυτή που «κατασκεύασε» το δυστύχημα και γι’ αυτό είναι δικαιολογημένο που η πλειοψηφία του κόσμου μιλάει για έγκλημα.
Δεκαετίες ολόκληρες νεοφιλελεύθερων επιλογών στις μεταφορές, διαρκής ενίσχυση των οδικών σε σχέση με τις σιδηροδρομικές, πλήρης αποδιάρθρωση του δικτύου με μια ασύλληπτη συρρίκνωση του προσωπικού διαμόρφωναν τις προϋποθέσεις.
Το νεοφιλελεύθερο, αλλά κάθε άλλο παρά «μικρό», κράτος κατασκεύασε την έκβαση. Όπως σημειώνουν ο Τέλης Τύμπας και ο Αντώνης Φάρας, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πορεία του πράγματος, θα πρέπει “να μετατοπίσουμε τη συζήτηση από το «τί πήγε στραβά» στο πώς κατασκευάζεται η αποτυχία μέσω πολιτικών, τεχνικών και οργανωσιακών μηχανισμών παραμέλησης” (σελ. 74). Και εχθρότητας απέναντι στο τρένο, θα συμπλήρωνα· για λόγους, που είναι εύκολα εξηγήσιμοι, αν αναλογιστούμε τι είδους συμφέροντα εξυπηρετούσε αυτό το κράτος.
Οι Τύμπας και Φάρας μας προσφέρουν το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβάντα, όπως τα Τέμπη, μπορούν να προσεγγιστούν με επιστημονικό τρόπο. Αξιοποιώντας τους ορισμούς του Virilio για το «πρωταρχικό ατύχημα» (original accident) και του Perrow για το «φυσιολογικό ατύχημα» (normal accident) και κάνοντας χρήση της θεωρίας, που έχει προκύψει με τις Σπουδές Συντήρησης (Maintenance Studies), υπογραμμίζουν πως τα ατυχήματα δεν συνιστούν μια απρόβλεπτη συνέπεια κάποιας κατ’ εξαίρεση τεχνολογικής κατάρρευσης, αλλά είναι εγγενή στην τεχνολογική πρόοδο, αναπόφευκτα παράγωγα της ολοένα μεγαλύτερης ταχύτητας και επιτάχυνσης. Και πολυπλοκότητας, βέβαια. Το ατύχημα είναι εγγενές, ακόμη περισσότερο, στην τροπή που πήραν τα πράγματα στη νεωτερικότητα και τις τεχνολογικές εξελίξεις, που την συνοδεύουν. Είναι γι’ αυτό που η φροντίδα των υποδομών και η επιχειρησιακή πολιτική συντήρησης αποκτούν καθοριστική σημασία.
Στην Ελλάδα οι σχετικές πρόνοιες είχαν εκμηδενιστεί. Η ακραία παραμέληση μαζί με τη συσσώρευση φθοράς έκαναν σχεδόν αναπόφευκτο το δυστύχημα. Η σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών στα Τέμπη ήταν το αποτέλεσμα “ενός συστήματος που ωθήθηκε πέρα από την ικανότητά του να διαχειρίζεται τα λάθη, μιας υποδομής που λειτουργούσε στα όρια της αποτυχίας“ (σελ. 78).
Οι συγγραφείς μας παρέχουν μια εξαιρετική ανάλυση των πραγματικών συνθηκών, που διαμορφώθηκαν επί πολύ καιρό στο σύστημα, προσφέροντας όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα, για να κατανοήσουμε το τι και γιατί συνέβη.
Ο Χρήστος Αβραμίδης, στη δική του συμβολή (Τα Τέμπη ως σύμπτωμα ενός ολόκληρου κράτους και των καπιταλιστών του), συνεισφέρει αποφασιστικά στην κατανόηση αυτού καθαυτού του συγκεκριμένου συμβάντος θέτοντας τα κομβικά ερωτήματα: Γιατί δεν λειτουργούσε η φωτοσήμανση και η τηλεδιοίκηση; Γιατί δεν λειτουργούσε το ETCS; Γιατί δεν λειτουργούσε το GSM -R; Γιατί δούλευε μόνο ένας σταθμάρχης;
Οι απαντήσεις στο σύνολό τους είναι συνδεδεμένες με την διαχρονική κατάσταση, που αναλύουν οι Τύμπας και Φάρας. Όπως και με την εμμονική προσήλωση στην ιδιωτικοποίηση, η οποία το 2016 παρέδωσε τα τρένα σε μια ιταλική εταιρία, που, εκτός των άλλων, ήταν διαβόητα αναξιόπιστη.
Η Ελλάδα είχε εξελιχθεί σε ένα από κάθε άποψη νεοφιλελεύθερο κράτος. Τα τρία μνημόνια τη μετέτρεψαν σε ένα πρωτοφανώς «αποτυχημένο κράτος», ένα failed state, που θα προσφέρει για δεκαετίες μια εξωφρενικά μοναδική μελέτη περίπτωσης.
Το κεφάλαιο, που έγραψαν η Ιωάννα Μοσχίδου και η Λαμπρινή Παπαφώτη (Ο ρόλος της πολιτικής των μεταφορών στην τραγωδία των Τεμπών), ολοκληρώνει την ανάλυση με την επεξεργασία μιας πρότασης μεταφορικής πολιτικής, που να μπορεί να απαντά στα αιτήματα ασφάλειας με πληρότητα.
Συνοψίζοντας, νομίζω πως το συμπέρασμα συμπυκνώνεται επαρκώς στο παρακάτω απόσπασμα:
“[Ο] χαρακτηρισμός των Τεμπών ως ενός «ακραίου» γεγονότος χρησιμεύει στην εξατομίκευση της ευθύνης και στην αποτροπή της δομικής κριτικής. Στην πραγματικότητα, το ατύχημα ήταν το αποτέλεσμα μιας αργής βίας: μιας βίας που ασκήθηκε μέσω της αποεπένδυσης, της αποσύνθεσης και της τεχνοκρατικής αφαίρεσης. Δεν αντανακλά μια κατάρρευση της τάξης, αλλά μια μορφή υποδομιακής νεκροπολιτικής -μια πολιτική τάξη στην οποία ορισμένες ζωές και συστήματα επιτρέπεται να υποβαθμίζονται σιωπηλά, μέχρι η κατάρρευσή τους να γίνει θέαμα. Αυτό που αποκαλύπτουν τα Τέμπη δεν είναι απλώς μια αποτυχία των μηχανών ή των ανθρώπων, αλλά μια επιλογή υποδομιακής διακυβέρνησης που θέτει τη λιτότητα στο κέντρο της υποδομιακής πολιτικής” (Τύμπας-Φάρας, σελ. 90).
***
Το βιβλίο περιέχει ποικίλες προσεγγίσεις του συμβάντος, αλλά και της διαχείρισής του. Αναλύει τον κυβερνητικό λόγο, ως βασικό εμβρυουλκό της φριχτά εκτροχιασμένης αλήθειας, παρακολουθεί την δημόσια συζήτηση στην ψηφιακή σφαίρα, με έμφαση στο Twitter και στην παρέμβαση κομμάτων και πολιτικών φορέων, για να καταλήξει πως χωρίς τη δράση των συγγενών είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσο θα παρέμενε ορατή και κεντρική η απαίτηση για «αλήθεια και δικαιοσύνη».
Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το κεφάλαιο, που έγραψαν οι Κάρολος Καβουλάκος, Βαγγέλης Γκαγκέλης και Κωνσταντίνος Κωστόπουλος (Ποιοι συμμετείχαν στη συγκέντρωση της 28ης Φεβρουαρίου 2025), όπου, μέσα από μια αναλυτική διερεύνηση των πολιτικών, κοινωνικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων, συμπεραίνεται:
“Η συγκέντρωση διαμαρτυρίας της 28ης Φεβρουαρίου 2025 είναι φανερό ότι δεν ήταν ούτε πάνδημη ούτε πολιτικά ουδέτερη. Πάνδημη δεν ήταν καθώς μόλις περίπου ένας στους δέκα συμμετέχοντες αυτοτοποθετείται στη Δεξιά και την άκρα Δεξιά, ενώ εννέα στους δέκα στο Κέντρο και την Αριστερά. Πολιτικά δεν ήταν ουδέτερη, παρά το γεγονός ότι τα αιτήματα για ασφάλεια, δικαιοσύνη και καλύτερη λειτουργία της δημοκρατίας μοιάζουν κατά κάποιον τρόπο αυτονόητα. Ωστόσο, η εξέταση των απόψεων των συμμετεχόντων σχετικά με το βαθμό εμπιστοσύνης στους θεσμούς, όπως η κυβέρνηση, η αστυνομία, η δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ, δείχνει μια τεράστια κρίση, που αγγίζει συνολικά τη λειτουργία της δημοκρατίας” (σελ. 191).
Η συμβολή του Δημήτρη Παπανικολόπουλου (Συνδετική και συλλογική δράση στην κινηματική καμπάνια των Τεμπών) έχει, επίσης, μεγάλη αξία. Αναλύοντας την κινηματική εξέλιξη, μέσα από τα συνθήματα και τις αντικρουόμενες πλαισιώσεις, τις πολιτικές απειλές και τις ευκαιρίες, τις μορφές οργάνωσης και δράσης, αποκαλύπτει πλευρές, οι οποίες δεν είναι εύκολα αντιληπτές· συχνά, μάλιστα, ακόμη και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες -ή και οι οργανωτές- έχουν μια πολύ περιορισμένη ή και στρεβλή εικόνα. Μια χαρακτηριστική, ανάμεσα σε πολλές, επισήμανση του Παπανικολόπουλου δείχνει τι θέλω να πω:
“Σε αντίθεση με όσα λέγονται ή γράφονται συχνά, οι νέοι/νέες δεν απέχουν από την πολιτική, αλλά στρέφονται προνομιακά σε μη θεσμικές μορφές, συμμετέχουν όμως από επιλογή και όχι από υποχρέωση, κατά προτίμηση σε ρευστές και εφήμερες οργανωτικές δομές, σε μονοθεματικές εκστρατείες παρά σε πιο μακροπρόθεσμα οργανωτικά πρότζεκτ. Πρόκειται για μια έκφραση εξατομίκευσης, η οποία όμως πρέπει να διαχωρίζεται από τον ατομικισμό, καθώς αποτελεί έκφραση της κουλτούρας της αυτονομίας, του θεμελιώδους πολιτισμικού πλέγματος των σύγχρονων «κοινωνιών δικτύου»” (σελ. 210).
Ο Παπανικολόπουλος συνεισφέρει πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις αναφορικά συνολικότερα με το στάτους της νεανικής συμμετοχής στα κοινωνικά επίδικα. Ακόμη κι αν δεν συμφωνεί κάποιος σε όλες τις επισημάνσεις, δεν παύει να είναι μια πρωτότυπη, για τον τρόπο που γίνεται η συζήτηση στη χώρα μας, συμβολή.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το κείμενο του Στρατή Μπουρνάζου, όπου συγκρίνονται οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη με αυτές των πλατειών του 2011: ο λαϊκός χαρακτήρας, ο αυθόρμητος, ο ειρηνικός χαρακτήρας, καθώς και η πανελλαδική και διεθνής διάσταση ενώνουν τα δύο παραδείγματα. Μείζων διαφορά τους είναι πως το κίνημα των Τεμπών δεν φαίνεται να εκβάλλει σε μια κεντρικοπολιτική δεξαμενή, όπως ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012. Νομίζω πως αυτό συνδέεται άμεσα με το καλοκαίρι του ’15 και τις επιλογές που έγιναν τότε και οι οποίες έστειλαν «εκτός πολιτικής» ένα πολύ μεγάλο αριθμό πολιτών και «απέδειξαν» πως «δεν υπάρχει εναλλακτική». Αλλά αυτό είναι, σε ένα βαθμό. μια άλλη συζήτηση.
***
Όπως ήταν αναμενόμενο, το πένθος και η μνήμη είναι το αντικείμενο πολλών κεφαλαίων. Είναι αδύνατο να παρουσιαστούν, στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου, όλα. Μ’ όλο που όλα είναι εξαιρετικά χρήσιμα. Παίρνω αφορμή, για να σκεφτώ πάνω στο πένθος και τη μνήμη, από ένα απόσπασμα του Δημήτρη Παπανικολάου (Στ’ όνειρο πάντα το συναπάντημα):
“Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, ξαναδιαβάζω τις περιγραφές στα αιτήματα εκταφής που έγιναν τον Σεπτέμβριο του 2025 […] Με συγκλονίζει μια λεπτομέρεια στο αντίστοιχο υπόμνημα της Μαρίας Καρυστιανού, όταν περιγράφει ένα στρογγυλό οστό που της έδειξαν πριν από την ταφή της κόρης της Μάρθης («[όταν] μου άνοιξαν τις σακούλες όπου ήταν τοποθετημένα διάσπαρτα τα απανθρακωμένα κομμάτια, για να τα δω»). «Ένα στρογγυλό οστό, το οποίο, λόγω της σύγχυσης και της ψυχικής καταρράκωσης που βίωνα εκείνη την ώρα, δεν κατάφερα να καταλάβω σε ποιο σημείο του σώματος της κόρης μου, μπορεί να ανήκε». Είναι τρομερή αυτή η εικόνα, αυτή η συγκλονιστική διαφορά μεγέθους, μια γυναίκα μόνη πάνω από ένα οστό και γύρω της ένας σίφουνας. Που δεν τη σηκώνει δεν την εξαφανίζει. Στέκει αυτή εκεί, σε αυτήν τη μνήμη ξαναγυρνάει, αυτό είναι το όπλο της, αυτό το οστό. Δεν είναι μόνο σύμβολο αυτό το οστό. Είναι, μαζί, τεχνολογία αντίστασης” (σελ. 331). Έτσι ακριβώς.
Κι όμως. Απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού, με αφορμή την, εσφαλμένη κατά τη γνώμη μου, επιλογή της για εμπλοκή στο κεντρικοπολιτικό πεδίο, έτρεξε ένας οχετός από εμέσματα. Όχι μόνο από τα ακροδεξιά και τα ακροκεντρώα αποβράσματα, αλλά, περισσότερο «σεμνά», ακόμη και από αριστερές επάλξεις. Το τελευταίο δεν έχει νομίζω ιδεολογικό υπόστρωμα· αφορά περισσότερο την απειλή απώλειας ψήφων, που θα μπορούσε να ενισχύσουν «κεντροαριστερά» και άλλα σενάρια.
Ειδικά η κυβέρνηση στάθηκε, για άλλη μια φορά, στο ύψος της. Όπως σημειώνει η Μαρία Λούκα,
“[ό]σο κι αν ακονίσουμε τη μνήμη μας, δεν μπορούμε να θυμηθούμε στα μεταπολιτευτικά χρόνια άλλη κυβέρνηση που να βρίσκεται σε μια σχέση σφοδρής σύγκρουσης με συγγενείς νεκρών. Οι οικογένειες των θυμάτων έχουν δεχτεί μια μεγάλη και αήθη επίθεση, η οποία στην περίπτωση των μητέρων ενέχει τέτοιο μένος που προσιδιάζει σε απόπειρα συμβολικής εξόντωσης, με μια μεθοδολογία που περιλαμβάνει αρκετά εργαλεία, όπως η υποτίμηση του συναισθηματικού φορτίου, ο χλευασμός, η παραποίηση, η απόδοση ιδιοτελών κινήτρων στη δράση τους. Στο υπόβαθρο της επίθεσης είναι ο μισογυνισμός και η έγκληση για τη μη προσήκουσα επιτέλεση τους πένθους” (σελ. 318).
Αυτό ας λειτουργήσει ως καμπάνα. Όσο κι αν διαφωνούμε με απόψεις που μπορεί να εκφράζει η Καρυστιανού, δεν πρέπει να αφήσουμε το πολιτικό σύστημα να την κατασπαράξει γι’ άλλη μια φορά.
ΥΓ.: Επισημαίνεται, περισσότερο από μία φορές, στο βιβλίο ότι άλλα τρομερά δυστυχήματα, όπως η Πύλος, ενώ είχαν πολύ περισσότερα θύματα, δεν προκάλεσαν ούτε ένα μέτριο κύμα συμπάθειας και κινητοποίησης. Έχει σημασία αυτή η επισήμανση. Η «απόδοση ομοιότητας», στην οποία αναφέρεται ο Παπανικολόπουλος, η αίσθηση ότι «θα μπορούσα κι εγώ να βρισκόμουν στην θέση τους», η ανάληψη της ευθύνης για την απαίτηση δικαιοσύνης από τους συγγενείς, όλα αυτά λείπουν όταν πρόκειται για τις προσφυγικές γυμνές ζωές. Αξίζει και σε αυτά να επανερχόμαστε. Αυτοί που χάθηκαν και ξεχάστηκαν στα νερά της Πύλου αξίζουν κι αυτοί το πένθος μας, την παραμονή στη μνήμη μας και τη δικαίωση της ύπαρξής τους -όσο κι αν είναι δύσκολο να το αναλάβουμε.

