in , ,

Στη Ρώμη, γίνεται λόγος άνευ νοήματος για την «αστική αναγέννηση»: οι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι είναι αυτοί που κρατούν την πόλη ενωμένη

Της Eleonora Carrano, πηγή: ilfattoquotidiano.it, μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Το κεντρικό ερώτημα παραμένει: τι σκοπεύει να κάνει η πόλη με το έργο που αυτοί οι χώροι επιτελούν δωρεάν εδώ και δεκαετίες;

Από τον βορρά μέχρι τον νότο της χώρας, η «αστική αναγέννηση» έχει γίνει η λεκτική εμμονή των αυτοδιοικητικών, των πολιτικών και των κτηματομεσιτών. Την χρησιμοποιούν σαν γλωσσικό φυλαχτό, με την πεποίθηση ότι και μόνο η αναφορά στο όνομά της ισοδυναμεί με την υλοποίησή της. Ωστόσο, επειδή χρησιμοποιείται καταχρηστικά, καταλήγει να μην σημαίνει πλέον τίποτα. Στην κυρίαρχη αφήγηση, φεστιβάλ, γκράφιτι, παγκάκια και θέσεις στάθμευσης ποδηλάτων όλα πωλούνται ως «αναγέννηση». Ο όρος έχει επεκταθεί τόσο μέχρι που έχει καλύψει οποιαδήποτε λειτουργία, αρκεί να είναι ορατή, φωτογραφήσιμη και επικοινωνήσιμη.

Στο μεταξύ, η αρχική έννοια της αστικής αναγέννησης έχει εξαφανιστεί. Ωστόσο, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: δεν είναι ένα event που τελειώνει με το κόψιμο μιας κορδέλας, αλλά μια δομική διαδικασία. Είναι ένας σχεδιασμός και προγραμματισμός που στοχεύει στην αποκατάσταση της ποιότητας και της λειτουργικότητας υποβαθμισμένων ή εγκαταλελειμμένων περιοχών της πόλης. Μεταφράζεται σε: υπηρεσίες, προσβάσιμους δημόσιους χώρους, διαρκή συντήρηση, ασφάλεια, ευκαιρίες. Αφορά τη στέγαση, την εργασία, την κινητικότητα. Αφορά την αναδιανομή των ευκαιριών και τη φροντίδα του δημόσιου χώρου ως υποδομή των δικαιωμάτων, υποδομή ικανή να μειώνει τις ανισότητες.

Στη Ρώμη, αυτή η λεξιλογική αντικατάσταση συνεχίζεται εδώ και τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια. Στα προάστια, αντί για αθλητικά κέντρα, χώρους co-working ή βιβλιοθήκες, έχουν φτάσει μόνο τα γκράφιτι και οι παρεμβάσεις αστικού storytelling. Η υπόρρητη ιδέα είναι ότι η έλλειψη των δομικών υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμιστεί από τα events, από τον «εξωραϊσμό» – «χρώμα και φαντασία» ήταν το σύνθημα της δημοτικής αρχής Marino για τα προάστια. Το αποτέλεσμα είναι μπροστά στα μάτια όλων: ανύπαρκτες υπηρεσίες, παραμελημένοι δημόσιοι χώροι και απουσία σταθερής θεσμικής παρουσίας.

Ήδη από το 1993, ο Italo Insolera κατήγγειλε την έλλειψη μιας «ολοκληρωμένης φιλοσοφίας για την αλλαγή». Χωρίς ένα σαφές όραμα για την πόλη, παρατηρούσε, ο σχεδιασμός περιορίζεται σε μια στείρα άσκηση, που αποτελείται από κυβικά μέτρα και διαδικασίες. Ελλείψει οράματος για το νόημα και το μέλλον της πόλης, προχωράμε λόγω διοικητικής αδράνειας, βασιζόμενοι αποκλειστικά στους κανόνες.

Τριάντα δύο χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να κυριαρχεί η ίδια αδράνεια. Σε αυτό το θεσμικό κενό, ολόκληρα τμήματα της πόλης έχουν κρατηθεί ζωντανά από πραγματικότητες που ο δημόσιος διάλογος αγνοεί: τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν καλύψει την έλλειψη υπηρεσιών στα προάστια, προσφέροντας πολιτισμό, ανταλλαγές και πρόσβαση σε ευκαιρίες.

Από το Forte Prenestino στη συνοικία Centocelle, μέχρι το Circolo Mario Mieli, από το Teatro della Dodicesima στο Spinaceto, μέχρι το Maam στο πρώην εργοστάσιο αλλαντικών Metropoliz, έχουν χτίσει πόλεις εκεί όπου οι θεσμοί σταμάτησαν. Δεν γεννήθηκαν από τη δημόσια βούληση ούτε χάρη στα διαρθρωτικά ταμεία, αλλά χάρη στο άνοιγμα εγκαταλελειμμένων χώρων και την πρωτοβουλία εκείνων που οργάνωσαν υπηρεσίες όπου αυτές έλειπαν. Η εναλλακτική λύση θα ήταν το τίποτα.

Σήμερα, ενώ το Spin Time κινδυνεύει να εξαφανιστεί λόγω των εξώσεων και των διοικητικών αποφάσεων που ακυρώνουν χρόνια πολιτιστικής παραγωγής, κοινωνικότητας και άτυπης πρόνοιας, στο Spinaceto αντιστέκεται μια άλλη ιδέα για την πόλη: το Teatro della Dodicesima, ένα «οχυρό» που λειτουργεί ενεργά πάνω από τριάντα χρόνια. Δεν είναι απλώς ένα δοχείο εκδηλώσεων, αλλά μια κοινωνική υποδομή που περιλαμβάνει θέατρο, μουσική, εκπαίδευση και σχέσεις. Συνδέει γενιές και ευάλωτες ομάδες, συχνά με ελάχιστους πόρους, καλύπτοντας εμφανή θεσμικά κενά.

Αλλά το θέμα δεν είναι να γιορτάσουμε την ανθεκτικότητα: είναι να αναρωτηθούμε γιατί, στη Ρώμη, η αυτοοργάνωση ήταν απαραίτητη εδώ και τριάντα χρόνια χωρίς να γίνει μέθοδος, και γιατί οι εμπειρίες που επιτελούν δημόσιες λειτουργίες παραμένουν εξαιρέσεις αντί να ενσωματώνονται ως πρακτικές που πρέπει να συστηματοποιηθούν.

Αυτές τις μέρες, στο Teatro della Dodicesima, η προβολή της ταινίας Museocracy, των Antonio Di Domenico και Giorgio de Finis, ανοίγει μια συζήτηση που ξεπερνά τον κινηματογράφο: Τι εννοούμε πραγματικά με τον όρο «αστική αναγέννηση»; Τι μοντέλο πόλης θέλουμε; Η ταινία αφηγείται εμπειρίες από το Maam (Museo dell’ Altro e dell’Altrove) ως το Museo delle Periferie (Μουσείο των Περιφερειών), μετατοπίζοντας το επίκεντρο. Δεν πρόκειται μόνο για κτίρια, αλλά για δικαιώματα, αναγνώριση και δυνατότητα παραμονής – να έχεις μια σταθερή διεύθυνση, ένα σπίτι, ένα σταθερό και αμετάκλητο μέλλον.

Η εκδήλωση υποστηρίζεται από το #PeriferiaCapitale της Fondazione Charlemagne. Αλλά το κεντρικό ερώτημα παραμένει: τι σκοπεύει να κάνει η πόλη με το έργο που επιτελούν αυτοί οι χώροι δωρεάν εδώ και δεκαετίες; Δεν είναι ούτε εκδηλώσεις ούτε παραστάσεις: είναι δημόσια υπηρεσία, καθημερινή φροντίδα, οικοδόμηση κοινότητας και δικαιωμάτων. Είναι αυτό που πραγματικά κρατά την πόλη ζωντανή.

πηγή:ilfattoquotidiano.it

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αντικατασταλτική συγκέντρωση στην Πρυτανεία του ΑΠΘ για τις 38 συλλήψεις μετά την προβολή ταινίας

Η κλιματική αλλαγή δεν έρχεται, είναι εδώ. Φταίει όμως μόνο αυτό;